Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

ΩΡΑ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ, ΓΕΡΟΝΤΩΝ
ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ

  «Ὁμολογία Πίστεως» κατὰ τῆς σύγχρονης παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς Ὀρθοδοξίας, προκάλεσε ἀμηχανία καὶ σπασμωδικὲς ἐνέργειες στοὺς ἡγετικοὺς κύκλους τοῦ Φαναρίου καὶ τοὺς ἐντοπίους οἰκουμενιστές. Ἕνα μειονέκτημα τῆς «Ὁμολογίας» εἶναι πὼς δὲν κατονομάζει τοὺς —ἐντὸς τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας— ἡγέτες τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Τοῦτο μπορεῖ νὰ ἔχει κάποιες δικαιολογίες, ὅπως ὅτι αὐτὸ θὰ τὸ ἔκαναν οἱ κατ’ ἐξοχὴν ἁρμόδιοι ἐπίσκοποι, καθόσον μάλιστα ὑπῆρχαν πολλὲς προσδοκίες ὅτι θὰ ὑπέγραφαν τὴν «Ὁμολογία» ἀρκετοί, περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τελικὰ τὴν ὑπέγραψαν.
«Φιλορθόδοξος νωσις “Κοσμς Φλαμιᾶτος”», πο συμμετεῖχε νεργ στὴν προσπάθεια ατή, μ κείμενά της στὸ Internet πευθύνθηκε στὴν ερ Σύνοδο κα σ συγκεκριμένους Μητροπολίτες, πως τν Ναυπάκτου, τν Πειραις (κα προσωπικ στὸν Ατωλοακαρνανίας), θέτοντάς τους τ θέμα:
Εἶναι Οκουμενισμς αρεση κα μάλιστα παναίρεση, πως τν κατονομάζει σύγχρονος γιος ουστῖνος Πόποβιτς;
—Ἂν εναι αρεση (κα δεδομένου τι αρεση δὲν χει μόνο δεολογία κα νομα,  λλ κα γέτες κα παδούς,  δὲν εναι δηλαδ σαρκη,) ρωτούσαμε νὰ μὰς ποῦν ο νωτέρω ναφερόμενοι πίσκοποι, ποοι εναι ο ρχηγο κα ο γέτες ατς τς αρέσεως, διότι, ς γνωστόν, εναι ποχρέωση τν πισκόπων νὰ ποκαλύπτουν κα νὰ κατονομάζουν τος αρετικούς, φο τσι καναν ο γιοι κα ατ δίδασκαν νὰ κάνουμε κι μεῖς, στε νὰ τος γνωρίζουν ο πιστο κα νὰ μ πέφτουν στὰ δίχτυα τους.
Κα ταν στὶς πρτες μας νύξεις ρνήθηκαν ο πίσκοποι νὰ παντήσουν μετέθεσαν τς εθύνες στὴν ερ Σύνοδο, τος πισημάναμε τι για πολ μικρότερες αρέσεις —μερικν δεκάδων παδῶν— κατονομάστηκαν ο αρέσεις κα ο αρετικο κα π τν ερ Σύνοδο κα π τς π μέρους μητροπόλεις· γιατί δὲν κάνουν τ διο κα γιὰ τν παναίρεση το Οκουμενισμοῦ;
φ’ σον, λοιπόν, ερ Σύνοδος συστοιχεῖται μ τν Οκουμενικ Πατριάρχη κα ρνεται νὰ τν κατονομάσει γιὰ τν συμμετοχή του στὴν αρεση το Οκουμενισμοῦ, τοτο πρέπει νὰ κάνουν ο διοι ο πογράψαντες τν «μολογία» πίσκοποι, καθόσον μάλιστα διάχυτη εναι ντύπωση π τς καταγγελίες κα τος λόγους κα τ ργα το δίου, λλ κα τν μοφρόνων του, τι πατριάρχης Βαρθολομαος κα συγκεκριμένοι λλαδικο πίσκοποι εναι οκουμενιστές.
Δυστυχς, κανες πίσκοπος δὲν δέχτηκε να παντήσει. Κα χι μόνον δὲν πάντησαν, λλ ποκαλύφθηκε, τι ρχιεπίσκοπος κα πολλο μητροπολίτες, λλ κα ο ρωτηθέντες πίσκοποι, τιμον ποικιλοτρόπως τν καταγγελλόμενο ς ρχηγέτη τς αρέσεως το Οκουμενισμο πατριάρχη Βαρθολομαο, καλώντας τον στις παρχίες τους κα πλέκοντάς του τ γκώμιο, ναρτώντας μάλιστα μαρμάρινες πλάκες (πως στὴ μητρόπολη Ναυπάκτου) π τ ναμνήσει το περάσματός του ες τν μητροπολιτικ τους περιφέρεια· ποκριτικ πογράφοντες μν τν «μολογία Πίστεως» κα ναθεματίζοντες τν Οκουμενισμ τν Κυριακ τς ρθοδοξίας (πως Πειραις), λλ σ λλες εκαιρίες παρουσιάζοντες τν καταγγελλόμενον π αρέσει Πατριάρχη ς «φρυκτωρ τς πίστεως» κα πεφωτισμένο οακοστρόφο τς ρθοδοξίας!
νεκα ατς τς διγλωσσίας κα τς παμφοτερίζουσας συμπεριφορς τους, δημιουργεται θέμα συνειδήσεως γιὰ σους χουμε πογράψει τν «μολογία Πίστεως»:
Εναι δυνατν π τ μία μερι «μολογία» νὰ γκαλε τν πατριάρχη π Οκουμενισμ (πργμα ποὺ ντελήφθη κα διος κα γι’ ατ προσπάθησε νὰ κινήσει διαδικασία τιμωρίας τν συγγραψάντων τν «μολογία») κα π τν λλη, κόμα κα κενοι ο πίσκοποι ποὺ πέγραψαν τν «μολογία», νὰ πικοινωνον κα νὰ παινον κα νὰ θεωρον τν πατριάρχη μολογητ κα νὰ τν νομάζουν φύλακα τς ρθοδόξου Πίστεως; Κα μπορον ατο νὰ μᾶς «ναπαύουν», νὰ μᾶς ποιμαίνουν κα νὰ μᾶς καθοδηγοῦν;
ν δὲν ποτελε ατ σχιζοφρένεια, τότε τί εναι;
Γι’ ατ παρακαλομε τος γήτορες κα τος συντάκτες τς «μολογίας τς Πίστεως» (κα τος συμφωνοντες πνευματικούς, μοναχούς, ρθόδοξες δελφότητες) νὰ ξεκαθαρίσουν τ πράγματα. Νὰ πάρουν τν εθύνη κα νὰ κατονομάσουν τος αρετικος οκουμενιστς κα νὰ πληροφορήσουν τος πιστούς, ποιά κατ τος γίους Πατέρες πρέπει νὰ εναι στάση μας πρς τος διδάσκοντες τν αρεση, κα κυρίως, νὰ τν φαρμόσουν ο διοι, στε μ σιγουρι κα μπιστοσύνη νὰ τος κολουθήσουμε.
Τ περιθώρια στενεύουν, ο καιρο ο μενετοί. αρεση ξαπλώνεται ραγδαίως. Ο διωγμο χουν ρχίσει στ Σερβία κα σύντομα θ πεκταθοῦν ες τ καθ’ μς κα λλο στὸν ρθόδοξο κόσμο.
Φοβούμαστε τι, ν κα ταν ποφασίσουν νὰ ντιδράσουν ο ποιμένες, ο πιστο δὲν θ δείξουν καμι διάθεση νὰ τος κολουθήσουν. Ετε γιατ δὲν θ τος μπιστεύονται πλέον, ετε γιατ αρεση θ χει πιτελέσει τ σκοπό της: θ χει ξουδετερώσει πλήρως τ ρθόδοξο φρόνημα κα τ ναπομείναντα ρθόδοξα ντανακλαστικ κλήρου κα λαο.
Κα εθύνη (ση ναλογε στὸν καθένα μας) θ μᾶς βαρύνει λους κα αωνίως.

«Φιλορθόδοξος νωσις “Κοσμς Φλαμιᾶτος”» κα
Ὀρθόδοξος Χριστιανικὸς Ἀγωνιστικὸς Σύλλογος «Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης

«Ἐγκεφαλικὸς Θάνατος», Ο ΕΣΧΑΤΟΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ


Φιλορθοδοξος  Ενωσις  «Κοσμας  Φλαμιατος»
Εδρα: Βασ. Ηρακλειου 30, 546 24  Θεσσαλονικη, Τηλ. 697-2176314
E-Mail: kflamiatos@yahoo.gr   Ενημερωτικο Δελτιο 16/2011


 


«Ἐγκεφαλικὸς Θάνατος»

Ο  ΕΣΧΑΤΟΣ  ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ

Δάφνη Βαρβιτσιώτη, Ἱστορικός

Οἱ κυβερνήσεις ὁρισμένων κρατῶν τῆς Ε.Ε., προκειμένου νὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν δραματικὴ μείωση τοῦ ἀριθμοῦ ἐθελοντῶν δωρητῶν ὀργάνων σώματος, κατέστησαν δωρητὲς σώματος ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς πολίτες τους, διὰ νόμου, καὶ ἀπὸ τὴν γέννησή τους!
Στὴν Ἑλλάδα, ὁ νόμος «περὶ δωρεᾶς καὶ μεταμοσχεύσεων ὀργάνων καὶ ἄλλες διατάξεις» ψηφίσθηκε τὴν 16.6.2011, χωρὶς ὀνομαστικὴ ψηφοφορία, ἀπὸ ἕνα Κοινοβούλιο, πολιορκούμενο ἀπὸ πλῆθος Ἑλλήνων πολιτῶν, «ἀγανακτισμένων» γιὰ τὴν πλήρη ἐξαθλίωση στὴν ὁποίαν τοὺς ὁδηγεῖ τὸ Μνημόνιο καὶ τὸ Μεσοπρόθεσμο. Οὔτε αὐτοί, ἀλλὰ οὔτε καὶ οἱ ὑπόλοιποι «ἀγανακτισμένοι» ἀνὰ τὴν χώρα, πληροφορήθηκαν τὸ γεγονός. Διότι, στὴν συντριπτικὴ πλειονότητά τους, τὰ ΜΜΕ, ἰδίως τὰ ἠλεκτρονικά, τήρησαν σιγὴν ἰχθύος πάνω στὸ θέμα αὐτό.
«Ἐγκεφαλικὸς θάνατος»: Αὐτὸς ὁ νόμος βασίζει τὶς διατάξεις, ποὺ ἀφοροῦν στὴν δωρεὰ καὶ μεταμόσχευση ζωτικῶν ὀργάνων σώματος, ἐπὶ τοῦ «ἐγκεφαλικοῦ θανάτου» τοῦ δότη. Ὁ «ἐ.θ.» υἱοθετεῖται καὶ προωθεῖται, σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο, ἀπὸ ἕνα εὐρὺ φάσμα ἐπιστημόνων, ποὺ ἀσχολοῦνται ἐνεργᾶ μὲ τὶς μεταμοσχεύσεις καὶ ποὺ ὑποστηρίζονται ἀπὸ ἕνα πολυπλόκαμο σύστημα παγκόσμιας πολιτικο-οἰκονομικῆς ἐξουσίας.
Ὡστόσο, πολλοὶ διεθνοῦς κύρους Ἕλληνες καὶ ξένοι ἐπιστήμονες –χριστιανοὶ καὶ μή–, ἀφοῦ ἐξέτασαν μὲ ἀντικειμενικότητα ὅλες τὶς παραμέτρους τοῦ «ἐ.θ.», ἀποφάνθηκαν ὅτι: δὲν πρόκειται περὶ φυσικοῦ θανάτου, ἀλλὰ περὶ ἑνὸς «αὐθαιρέτου κοινωνικοῦ κατασκευάσματος»*, περὶ ἑνὸς «χρησιμοθηρικοῦ κατασκευάσματος»*, ποὺ ἐπιφέρει τὸν θάνατο τοῦ δότη. Ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, σεβάσμιοι ἁγιορεῖτες Γέροντες ἀποφαίνονται ὅτι, ὁ «ἐ.θ.» συνιστᾶ τὸν προθάλαμο τῆς θανατώσης τοῦ δότη. Ὅτι, δηλαδή, μὲ τὸν «ἐ.θ.», συντελεῖται φόνος1.
Ἐφεύρημα πρὸς Θάνατον: Ἀπὸ τὰ ἀκράδαντα ἐπιστημονικὰ στοιχεῖα τῶν μέν, καὶ ἀπὸ τὴν θεολογικὰ ἐμπεδωμένη ὀρθοδόξη θέση τῶν δέ, συνάγεται ἀβίαστα τὸ λογικὸ συμπέρασμα ὅτι: ἀφοῦ ὁ «ἐ.θ.» δὲν θεμελιώνεται πάνω σὲ ἀδιαμφισβήτητα καὶ ἀδιάσειστα ἰατρο-τεχνολογικὰ στοιχεῖα, δὲν συνιστᾶ ἔγκυρο ἐπιχείρημα, ἀλλὰ ἐφεύρημα, ποὺ ἐκμεταλλεύεται τὸ «ὀλισθηρὸν τῆς διανοίας» τοῦ ἀνθρώπου (δηλαδή, τὴν τάση του νὰ ὑποβάλλεται καὶ νὰ αὐθυποβάλλεται), μὲ σκοπὸ νὰ διευκολύνει τὴν «συγκομιδὴ» ζωτικῶν ὀργάνων σώματος ἀπὸ ζῶντες, ἐπιφέροντας τὸν θάνατο τους.
Κατ’ ἐπέκταση, συνάγεται καὶ ὅτι, τὸ ἐφεύρημα αὐτὸ ἔχει ἐπινοηθεῖ γιὰ τοὺς ἀκολούθους λόγους: α) γιὰ νὰ παραπλανήσει τοὺς δότες καὶ τὶς οἰκογένειές τους καὶ νὰ ὑφαρπάξει τὴν συναίνεσή τους (μαζὺ μὲ τὰ ζωτικά τους ὄργανα)· β) γιὰ νὰ ἀπαλείψει τὶς τύψεις ἀπὸ τὴν συνείδηση τῶν ληπτῶν· καὶ γ) γιὰ νὰ ἀπενοχοποιήσει, τόσο τοὺς χειρουργοὺς ἰατροὺς καὶ τὸ ἐπιτελεῖο τους, ὅσο καὶ τοὺς ὑπολοίπους ὑποστηρικτὲς τοῦ «ἐ.θ.» –ἀκόμα καὶ ὅσους προτείνουν εὐθαρσῶς «νὰ ἐπιτραπεῖ νομοθετικὰ ἡ ἀγοραπωλησία ἀνθρωπίνων ὀργάνων»*!
Ἐφεύρημα Παλλαϊκοῦ Θανάτου: Ὅλοι αὐτοὶ οἱ νόμοι βασίζονται καὶ σὲ ἕνα δεύτερο ἐφεύρημα, ἐξ ἴσου –ἂν ὄχι περισσότερο– σκανδαλῶδες μὲ τὸ πρῶτο: τὴν «εἰκαζομένη συναινέση» τῶν πολιτῶν, μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία καθιστᾶ δότες ὅλους τοὺς πολίτες της, θεωρώντας ὡς δεδομένο ὅτι ὅλοι τους ἐπιθυμοῦν νὰ γίνουν δότες. Ἐπειδὴ τὸ ἐφεύρημα αὐτό, ὄχι μόνον καταργεῖ τὴν ἐλευθερία τῆς βούλησης ὅλων τῶν πολιτῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπιβουλεύεται τὴν ἴδια τὴν ζωή τους, οἱ Ἕλληνες νομοθέτες –ἀφοῦ ἀνέστειλαν τὴν ἐφαρμογή του στὴν χώρα μας, γιὰ ἕνα διάστημα δύο ἐτῶν– ἀναζήτησαν τὴν ἠθικὴ νομιμοποίησή του.
Ἔτσι, στὰ σπουδαῖα περὶ «κοινωνικῆς προσφορᾶς πρὸς τὸν πλησίον» καὶ περὶ «μεγαλειώδους προσφορᾶς ζωῆς», πρόσθεσαν πολλὲς ἀσφαλιστικὲς δικλίδες, προκειμένου νὰ διασφαλίσουν: 1ον) ὅτι τὸ πρωτόκολλο διάγνωσης καὶ ἀγγελίας τοῦ «ἐ.θ.» θὰ εἶναι ἀδιάβλητο· καὶ 2ον) ὅτι οἱ διαδικασίες γιὰ τὴν ἐπιλογή, τόσο τῶν δοτῶν, ὅσο καὶ τῶν ληπτῶν, θὰ εἶναι ἄμεμπτες.
Δικλίδες (Ἀν)Ἀσφαλείας: Ὅμως, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἡ ἴδια ἡ Πολιτεία θεσμοθετεῖ μὲ βάση τὸν «ἐγκεφαλικὸ θάνατο» τῶν πολιτῶν της –«εἰκάζοντας», ἐπιπλέον, τὴν συναίνεσή τους–, οἱ ἀσφαλιστικὲς αὐτὲς δικλίδες δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ εἶναι, εἴτε ἀνεπαρκεῖς, εἴτε ἀνεδαφικές, εἴτε ἀνεφάρμοστες, εἴτε καθαρὰ προσχηματικές, εἰδικὰ σὲ ὅτι ἀφορᾶ στοὺς δότες.
Καὶ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι διαφορετικά, ὅταν ἡ Πολιτεία οἰκοδομεῖ πάνω στὰ δύο αὐτὰ ἐφευρήματα –ἑνὸς παραπλανητικοῦ καὶ ἑνὸς ἀκραία καταχρηστικοῦ– ἕνα τεράστιο αὐτοελεγχόμενο –καὶ ἀπροσπέλαστο στὸν πολίτη/δότη– δίκτυο ἰατρικῶν ὑπηρεσιῶν, ὀργανισμῶν κ.λπ., ποὺ ἔχουν ὡς ἀποκλειστικὸ σκοπό τους τὴν «συγκομιδὴ» τῶν ζωτικῶν ὀργάνων σώματος τῶν πολιτῶν της;
Ἀνθρώπινα Ἀνταλλακτικά: Διότι, ποιά ἀσφαλιστικὴ δικλίδα μπορεῖ νὰ προστατεύσει ἀποτελεσματικὰ ἀπὸ τὴν βούληση τῆς ἴδιας τῆς Πολιτείας –καὶ ὅσων υἱοθετοῦν «τὴν ἄποψη ὅτι τὰ ὄργανα τῶν Ἑλλήνων ἀποτελοῦν “ἐθνικὸ κεφάλαιο”»*– τὰ θύματα τροχαίων, τοὺς φτωχοὺς καὶ ἐξαθλιωμένους, ὅσους δὲν ἔχουν συγγενεῖς, τὰ ἐγκαταλειμμένα βρέφη, τὰ παιδιὰ στὰ ὀρφανοτροφεῖα, τὰ νεαρὰ ἄτομα μὲ νοητικὴ ὑστέρηση, (πού, ὅμως, εἶναι ὑγιῆ σωματικά), τὰ ἀδήλωτα παιδιὰ πολιτῶν, ἤ/καὶ λαθρομεταναστῶν κ.ἄ.;
Ἂν ὅλα τὰ παραπάνω συνδυασθοῦν μὲ τὴν σταδιακὴ κατάρρευση τοῦ κοινωνικοῦ κράτους καὶ τῆς οἰκονομίας στὸ σύνολο τῶν κρατῶν τῆς Ε.Ε. –μὲ πρῶτο παράδειγμα τὴν Ἑλλάδα– καὶ μὲ τὴν ἀνελέητη παγκόσμια οἰκονομικο-πολιτικὴ πραγματικότητα, συνάγεται τὸ ἑπόμενο λογικὸ συμπέρασμα: ὅτι, θεσμοθετημένη ἢ μή, ἡ «συγκομιδὴ» ζωτικῶν ὀργάνων σώματος ἀπὸ κοινωνίες που ὁδηγοῦνται στὴν πλήρη ἐξαθλίωση ἀπὸ τοὺς παγκοσμιοποιητές, δὲν ἀπευθύνεται σ’ αὐτές:
Ἀπευθύνεται στοὺς ἰδίους, στοὺς φορεῖς τους καὶ στὶς κοινωνίες –ἢ τὰ κοινωνικὰ στρώματα– ποὺ αὐτοὶ εὐνοοῦν.
Τὸ Κοσμοθεωριακὸ Ὑπόβαθρο: Πολλοὶ μελετητὲς διαπιστώνουν ὅτι, τὰ παραπάνω εἶναι μέρος τῆς κοινωνικῆς ἠθικῆς μιᾶς συγκεκριμένης κοσμοθεώρησης. Ἡ κοσμοθεώρηση αὐτὴ ἐπιβάλλει τὴν «ψύχραιμη ἀντιμετώπιση τοῦ θανάτου»2, καὶ τὴν πλήρη περιφρόνηση πρὸς τὸν ἀνθρώπινο πόνο, τόσο στοὺς θύτες, ὅσο καὶ στὰ θύματα.
Θεμελιωδῶς ἀντιανθρώπινη καὶ ἀντιχριστιανική, ἡ κοσμοθεώρηση αὐτὴ ἀπέτυχε νὰ κατακτήσει τὶς δυτικὲς κοινωνίες, τὸν 20ό αἰῶνα, μὲ τοὺς δύο παγκοσμίους πολέμους, τοὺς ὁποίους προκάλεσαν ἐναντίον τους, οἱ δύο –φαινομενικὰ ἀντίθετες– ὁλοκληρωτικὲς ἰδεολογικὲς ἐκφάνσεις της, δηλαδή, ὁ κομμουνισμὸς καὶ ὁ ναζισμός. Ἐκτιμώντας ὅτι, ὁ πόλεμος κατὰ τῶν δυτικῶν κοινωνιῶν εἶναι οἰκονομικὰ ἀσύμφορος, ἐπειδὴ καταστρέφει τὶς σημαντικὲς ὑλικοτεχνικὲς δομές τους, καὶ ὅτι εἶναι ἀναποτελεσματικός, ἐπειδὴ δημιουργεῖ ἡττημένους ποὺ ἔχουν πλήρη ἐπίγνωση τῆς ἥττας τους3, οἱ παγκοσμιοποιητὲς ἀποφάσισαν τὴν εἰρηνικὴ κατακτήση τῶν δυτικῶν κοινωνιῶν.
Ψυχοτεχνολογίες Αὐτοθυματοποίησης: Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτό, ἀνάθεσαν σὲ ἐξειδικευμένους ψυχοτεχνολόγους τὴν εἰρηνικὴ ἅλωση τοῦ πνεύματος δυτικῶν κοινωνιῶν, μὲ ἀθέατα μέσα4, καὶ μὲ τρόπους ποὺ θὰ τοὺς μετάλλαζαν σὲ σκλάβους, ποὺ δὲν θὰ θέλουν νὰ ἐλευθερωθοῦν ἐπειδὴ θὰ ἀγαποῦν τὴν σκλαβιά τους, καὶ γι’ αὐτὸ θὰ συνεργοῦν ἐνθουσιωδῶς μὲ τοὺς δυνάστες τους.
Μὲ τὴν βοήθεια καὶ ἄλλων ἐπιστημόνων, οἱ ψυχοτεχνολόγοι αὐτοὶ ἄντλησαν ἀπὸ διάφορες –ἀνατολικὲς κυρίως– θρησκεῖες καὶ φιλοσοφίες, οἱ ὁποῖες ὁδηγοῦσαν (καὶ ὁδηγοῦν ἀκόμα) τοὺς ὀπαδούς τους στὴν αὐτοθυματοποίηση, τὰ πιὸ ἀποτελεσματικὰ ἐφευρήματα καὶ τὶς μεθοδεῖες τους. Ἐκτιμώντας τὴν χρησιμότητά τους στὴν διαμόρφωση «ἡττημένων ποὺ ἐκλαμβάνουν τὴν ἧττα τους ὡς θρίαμβο “ἀπελευθέρωσης”»5, τὰ ἐπεξεργάσθηκαν, τὰ ἀναμόρφωσαν, τὰ ἐκσυγχρόνισαν, καί, μὲ αὐτά, διαμόρφωσαν πολλὰ νέα, ἑλκυστικά, μεταφυσικὰ μορφώματα.
Νέα Κοινωνικὴ Ἠθική: Μὲ τὰ μορφώματα αὐτά, οἱ παγκοσμιοποιητὲς δημιούργησαν πληθώρα –φαινομενικὰ ἀνόμοιων– μεταφυσικῶν κινήσεων (ἀκόμα καὶ χριστιανικῶν), καὶ τὶς ἐξαπέλυσαν στὶς δυτικὲς κοινωνίες, μὲ σκοπὸ νὰ προετοιμάσουν τὸν δυτικὸ ἄνθρωπο γιὰ τὴν ἔλευση τῆς «Νέας Ἐποχῆς».
Ἐντολή τους: «νὰ συμφιλιώσουν τὸ νοῦ» τοῦ δυτικοῦ ἀνθρώπου «μὲ αὐτὴν τὴν κτηνώδη προϋπόθεση ὅλης τῆς ζωῆς ποὺ διατηρεῖται ἀπὸ τὸ φόνο καὶ τὸ φάγωμα ζωντανῶν πλασμάτων»6. Δηλαδή, νὰ συμφιλιώσουν τὸν νοῦ του μὲ τὶς ἀπάνθρωπες, τὶς καννιβαλιστικές, συνθῆκες τῆς παγκοσμιοποίησης καὶ μὲ τὴν ἀνηλεὴ Νέα Κοινωνικὴ Ἠθική της.
Τὴν ἴδια ἐντολὴ ἔδωσαν οἱ παγκοσμιοποιητὲς καὶ στὴν βιομηχανία τοῦ θεάματος καὶ τῆς ψυχαγωγίας, ἀλλὰ καὶ σὲ πλῆθος πολιτικῶν (διακομματικά), φιλοσόφων, διανοητῶν, λογοτεχνῶν καὶ ἐπιστημόνων, διακεκριμένων πανεπιστημιακῶν σχολῶν τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀλλὰ καὶ χριστιανῶν θρησκευτικῶν ἡγετῶν καὶ ἱερέων, διαδογματικά.
Διαδικασία Αὐτοθυματοποίησης: Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἐντολοδόχοι ἀκολούθησαν τὴν ἑξῆς διαδικασία: ἐκμεταλλευόμενοι τὸ «ὀλισθηρὸν» τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας, ἐπιδίωξαν, ἀρχικὰ μέν, νὰ μεταλλάξουν ἢ νὰ ἐκριζώσουν, ἀπὸ τὴν συνείδηση τοῦ δυτικοῦ ἀνθρώπου, τὴν χριστιανικὴ πίστη, ὡς πρόσκομμα γιὰ τὴν ἀπὸ μέρους του ἀποδοχὴ τῆς Νέας Κοινωνικῆς Ἠθικῆς τῆς παγκοσμιοποίησης.
Διότι, γνώριζαν ὅτι, ἡ παρουσία της, μέσα στὴν συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου, λειτουργεῖ ὡς διαρκὴς ὑπενθύμιση τῆς ἱερότητας τοῦ Προσώπου του, τῆς ἐλευθερίας τῆς βούλησής του, τῆς ἀξίας τῆς μιᾶς καὶ μόνης ζωῆς του καὶ τῆς σημασίας τοῦ θανάτου του· δηλαδή, ὅλων αὐτῶν ποὺ οἱ παγκοσμιοποιητὲς θέλουν νὰ ἐξαλείψουν.
Ὁ Νέος Σωτήριος Θάνατος: Στὴν συνέχεια, οἱ ἐντολοδόχοι ἐπικέντρωσαν τὶς προσπάθειές τους στὸ νόημα καὶ στὴν σημασία τοῦ θανάτου. Σκοπός τους: νὰ τὸν ἐπαναπροσδιορίσουν μὲ διάφορα σωτηριολογικὰ ἐφευρήματα, ὥστε νὰ τὸν καταστήσουν ἐργαλεῖο προσωπικῆς, ἤ/καὶ κοινωνικῆς, μεταφυσικῆς σωτηρίας.
Διότι, ἐὰν τὰ μέλη μιᾶς κοινωνίας πεισθοῦν ὅτι, ἡ μεταφυσικὴ σωτηρία τους –προσωπικὴ ἤ/καὶ κοινωνικὴ– ἔχει ἀνάγκη τὸν θάνατό τους, διαμορφώνουν (ἢ ἀποδέχονται) μία κοινωνικὴ ἠθική, ἡ ὁποία τοὺς κατευθύνει ἐπὶ τῆς «ἀρχικῆς ἐννοίας τῆς θυσίας», ποὺ εἶναι: «νὰ ὁδεύει κανεὶς πρὸς τὴ θυσία, θεωρώντας πὼς ἐκφράζει ἕνα νικητήριο βῆμα στὴ ζωὴ» (ὅπως αὐτοπροσφέρονταν στὶς τελετουργικὲς ἀνθρωποθυσίες τους οἱ προκολομβιανὲς κοινωνίες τῆς Κεντρικῆς Ἀμερικῆς, κ.ἄ.).
Θύτες καὶ Θύματα: Διαπιστώνουμε, δηλαδή, ὅτι, ἐπειδὴ τὰ ἐφευρήματα αὐτὰ καθιστοῦν τὸν θάνατο μέσον σωτηρίας, τὸν καθιστοῦν ἀποδεκτό, ἀκόμα καὶ ὑπὸ μορφὴν φόνου.
Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νομιμοποιοῦν μεταφυσικὰ τὸν διαχωρισμὸ τῆς κοινωνίας σὲ θύτες καὶ θύματα. Παράλληλα, ἐξασφαλίζουν: i) τὴν συνέργεια τῶν θυμάτων στὴν ἴδια τὴν θυματοποίηση τους· ii) τὴν ἀπενοχοποίηση τῶν θυτῶν στὴν συνείδηση τῶν ἰδίων τῶν θυμάτων τους· καὶ iii) τὴν ἐξάλειψη τῶν τύψεων τῶν θυτῶν (πρὸς μεγίστην ἀγαλλίασιν τῶν παγκοσμιοποιητῶν).
Παραδείγματος χάριν, ἀποδεκτὸν καθιστᾶ τὸν θάνατο ―τόσο ὡς φόνο, ὅσο καὶ ὡς αὐτοθυματοποίηση― μιὰ διδασκαλία, ἡ ὁποία πείθει τὸν μεμυημένο ὀπαδό της ὅτι, «ὁ…ἀνθρώπινος θάνατος ἀποτελεῖ  ἕνα ἀσήμαντο γεγονός…». Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ ὅταν ἡ θεωρία τῆς μετανεωτερικότητας διαβεβαιώνει ὅτι: «Κάθε κοινωνία ζεῖ ὄχι μόνον ἀπὸ τὴ ζωὴ ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ θάνατο τῶν ἀνθρώπων της».
Εὐτυχία σὲ Θύτες καὶ Θύματα: Ἀποδεκτὸς καθίσταται ὁ θάνατος–εἴτε ὡς αὐτοκτονία, εἴτε ὡς φόνος, εἴτε ὡς κοινωνικὰ ἀποδεκτὴ “ἀνθρωποθυσία”– σὲ ὅσους πιστεύουν στὸ κάρμα καὶ τὴν μετενσάρκωση:
 «Δὲν ὑπάρχει θάνατος, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ὑπάρχουν θύματα», συμπεραίνει θριαμβικὰ –καὶ μὲ ἀνατριχιαστικὴ ἀνακούφιση– ἡ νεοεποχίτισσα ἱέρεια καὶ ἠθοποιὸς Σίρλεϋ ΜακΛέην. Ἀλλά, στὸ ἴδιο συμπέρασμα καταλήγει ἀκόμα καὶ ὅποιος ἀσπασθεῖ τὴν μεταφυσικὴ ἑρμηνεία τῆς θεωρίας τῶν κβάντων, ἡ ὁποία διαλύει –μαζὺ μὲ τὴν ὑλικὴ δομὴ τοῦ ἀνθρώπου– αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν τὴν ὀντότητά του!
Αὐτοθυματοποιεῖται ―πρόθυμα μέν, ἐν ἀγνοίᾳ του δὲ– ὅποιος, ἐν μέσῳ τῶν ἐπικινδύνων συνθηκῶν τῆς πολυπολιτισμικότητας, ἐνστερνισθεῖ τὸ μετανεωτερικὸ ἐφεύρημα ὅτι, γιὰ νὰ σωθεῖ, πρέπει νὰ θεωρήσει τὸν ἐχθρό του ὡς τὸ «Ego-Alter/Alter-Ego» του (δηλαδή, ὄχι ἁπλῶς ὡς τὸν “ἄλλον ἑαυτό” του, ἀλλὰ ὡς συγχωνευμένον μὲ τὸν ἑαυτό του) καὶ νὰ τὸν φιλοξενήσει στὸ ἴδιο του τὸ σπίτι!
Ἡ Νέα «Ἀγάπη»: Ἀφοῦ μετάλλαξαν τὸ μεταφυσικὸ νόημα τοῦ θανάτου, οἱ ἐντολοδόχοι χρησιμοποίησαν ἕνα ἄλλο ἐφεύρημα, ποὺ –ὡς προϊὸν τῆς «ὑπερπροσωπικῆς ψυχο(τεχνο)λογίας»– εἶναι πολὺ ἀποτελεσματικὸ γιὰ τὴν αὐτοθυματοποίηση: τὴν «ὑπερβατικὴ ἀγάπη».
Ἡ «ὑπερβατικὴ ἀγάπη» –ἢ «αὐτοϋπέρβαση», ἢ «ὑπέρβαση τοῦ ἐγώ», ἢ «ὑπέρβαση τοῦ ἐγωισμοῦ» ἢ «ὑπέρβαση τοῦ ἑαυτοῦ» κ.ἄ.– ἐπαναπροσδιορίζει τὸ νόημα τῆς εὐαγγελικῆς ἀγάπης. Συγκεκριμένα, τὴν μετατρέπει σὲ «ἀγάπη χωρὶς σύνορα, χωρὶς ὅρια καὶ χωρὶς περιορισμούς». Ἔτσι, ὑποβάλλει ὑποσυνείδητα ὅτι, ὅποιος ἀγαπᾶ πραγματικά, ὀφείλει νὰ ὑπερβεῖ «τὰ σύνορα, τὰ ὅρια καὶ τοὺς περιορισμοὺς» τῆς εὐαγγελικῆς ἀγάπης.
Ἐπειδή, ὅμως, τὰ «σύνορα, τὰ ὅρια καὶ οἱ περιορισμοὶ» τῆς εὐαγγελικῆς ἀγάπης εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἡ ἐλευθερία τῆς βούλησής του καὶ ἡ μία καὶ μόνη ζωή του, ὅποιος τὰ ὑπερβεῖ, τὰ καταργεῖ. Καὶ ὅποιος τὰ καταργεῖ, μετατρέπεται, ἄθελά του, σὲ πρόθυμο θῦμα, ἢ –ὅπως θὰ δοῦμε– καὶ σὲ θύτη.
Προτροπὴ πρὸς Αὐτοκτονία: Ὡς τὸ θεμέλιο τῆς Νέας Κοινωνικῆς Ἠθικῆς τῆς παγκοσμιοποίησης, ἡ «ὑπερβατικὴ ἀγάπη» ἔχει ἐπινοηθεῖ γιὰ νὰ «συμφιλιώσει τὸ νοῦ» τοῦ δυτικοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν πολυπολιτισμικότητα, τὴν πολυφυλετικότητα καὶ τὴν πολυθρησκευτικότητα, ποὺ τοῦ ἐπιβάλλουν οἱ παγκοσμιοποιητές.
Γιὰ νὰ ἐπιτυχεῖ, ὅμως, τὴν συμφιλίωσή του «μὲ αὐτὴν τὴν κτηνώδη προϋπόθεση ὅλης τῆς ζωῆς ποὺ διατηρεῖται ἀπὸ τὸ φόνο καὶ τὸ φάγωμα ζωντανῶν πλασμάτων», ἡ «ὑπερβατικὴ ἀγάπη» τοῦ ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἁλυσιδωτὴ διαστρέβλωση νοημάτων: ἀφοῦ ἀγαπᾶς «χωρὶς σύνορα, χωρὶς ὅρια καὶ χωρὶς περιορισμούς», καταλαβαίνεις ὅτι, στὴν πραγματικότητα, τὸ «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν», σημαίνει ὅτι ὀφείλεις νὰ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου περισσότερο ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου. Ἀφοῦ, λοιπόν, ἀγαπᾶς τοὺς ἄλλους περισσότερο ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου, ἀγαπᾶς καὶ τοὺς ἐχθρούς σου περισσότερο ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου. Ἔτσι, γιὰ σένα, τὸ «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν» πρέπει νὰ σημαίνει ὅτι, δέχεσαι ἀκόμα καὶ νὰ σὲ σκοτώσουν!
«Δωρεὰν Δότε» Δωρεάν!!: Ὡς ἐφεύρημα,  ἡ «ὑπερβατικὴ ἀγάπη» δὲν ἐξυπηρετεῖ μόνον τὸ πολυπολιτισμικὸ σκέλος τῆς Νέας Κοινωνικῆς Ἠθικῆς τῆς παγκοσμιοποίησης: ἐξυπηρετεῖ καὶ τὴν δωρεὰ ζωτικῶν ὀργάνων σώματος.
Διότι ὑποβάλλει στὸν πιστὸ ὅτι, σώζει τὴν ψυχή του ὅποιος καλὸς Σαμαρείτης –ὑπερβαίνοντας τὴν εὐαγγελικὴ ἀγάπη καὶ «ὑπερβαίνοντας ἑαυτὸν»– θυσιάζει τὴν ἴδια τὴν ζωή του, προσφέροντάς την στὸν πλησίον του, καὶ στὸ χειρουργικὸ τραπέζι τῶν μεταμοσχεύσεων. Ἢ ὅτι, τὸ «δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε» ἀναφέρεται καὶ στὸ συγκεκριμένο εἶδος δωρεάς!
Ἐπένδυση στὸν Ναρκισσισμό: Ὡς ψυχοτεχνολογία χειραγώγησης τῆς συνείδησης, ἡ «ὑπερβατικὴ ἀγάπη» ἐπενδύει καὶ στὸν ναρκισσισμὸ τοῦ πιστοῦ, διότι τοῦ ὑποβάλλει ὅτι, ἀφοῦ ἀγαπᾶ σὲ σημεῖο ὥστε νὰ θυσιάζει, γιὰ τὸν ἄλλον, τὴν μία καὶ μόνη ζωή του, εἶναι πολὺ καλύτερος ἀπὸ ὅσους ἐμμένουν στὴν εὐαγγελικὴ ἀγάπη.
Δεδομένου δὲ ὅτι, ναρκισσισμὸ ἔχουν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι –χριστιανοὶ καὶ μή, ἀλλὰ καὶ ἄθεοι– ἡ «ὑπερβατικὴ ἀγάπη» ἀποδεικνύεται πολὺ ἀποτελεσματικὴ καὶ σ’ αὐτούς.
Χωρὶς Τύψεις καὶ Ἐνοχές: Ἀλλά, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁδηγεῖ τὸν δότη στὴν αὐτοθυματοποίηση, τὸ ἐφεύρημα τῆς «ὑπερβατικῆς ἀγάπης» ἐξαλείφει καὶ τὶς τύψεις ἀπὸ τὴν συνείδηση τοῦ λήπτη, ποὺ γλύτωσε ἀπὸ βέβαιο θάνατο, ἀλλὰ –φυσικὰ– καὶ ἀπὸ τὴν συνείδηση τοῦ ὑποψηφίου λήπτη, ποὺ βρίσκεται στὸ χεῖλος τοῦ θανάτου.
Διότι, ἀκόμα καὶ ἐὰν ὁ λήπτης, ἢ ὁ ὑποψήφιος λήπτης, ἀναγνωρίζει τόν «ἐ.θ.» ὡς διαδικασία θανάτωσης τοῦ δότη, ὁ ἴδιος θεωρεῖ ὅτι ὁ δότης δὲν πράττει παρὰ τὸ καθῆκον του· ἀφοῦ –μέσα στὰ πλαίσια τῆς «ὑπερβατικῆς ἀγάπης»– ὀφείλει νὰ κατευθυνθεῖ «μετ’ ἐνθουσιασμοῦ καὶ χαρᾶς ἐπὶ τοῦ πλήρους πόνου, δρόμου τῆς θυσίας ὑπὲρ τῆς ἀνθρωπότητος καὶ τοῦ ἀνθρώπου».
Τέλος, τὸ ἴδιο ἐφεύρημα ἀπενοχοποιεῖ –μέσα στὴν συνείδηση τόσο τοῦ δότη, ὅσο καὶ τοῦ λήπτη– ὅλους τοὺς ἐμπλεκόμενους στὴν ἐν λόγῳ διαδικασία, ὡς φορεῖς τῆς Νέας Κοινωνικῆς Ἠθικῆς.
Ἀγάπη, Ὑπερβατικὴ καὶ Χριστιανική: Εἶναι γεγονὸς ὅτι, ἡ «ὑπερβατικὴ ἀγάπη», ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αὐτοθυματοποίηση, ἔχει διεισδύσει, κατὰ τρόπο ἀδιόρατο, καὶ μέσα στὸν χῶρο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μέσῳ τῆς «χωρὶς σύνορα, χωρὶς ὅρια καὶ χωρὶς περιορισμοὺς» ἀγαπολογίας τοῦ οἰκουμενισμοῦ.
Στὴν αὐτοθυματοποίηση δὲν ὁδηγεῖ, ἄραγε, τὸ ποίμνιό της ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ὅταν, πρὸ μηνός, συνυπέγραφε –ἀνυποψίαστη– ἀνακοινωθὲν τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο, «δὲν ὑπάρχει δίκαιος πόλεμος», οὔτε ἀμυντικός, ἀλλὰ οὔτε ἀκόμα καὶ ἀπελευθερωτικός;
Πάντως, εἰδικὰ σὲ ὅ,τι ἀφορᾷ τὶς μεταμοσχεύσεις ζωτικῶν ὀργάνων σώματος, ἡ «ὑπερβατικὴ ἀγάπη» ἔχει προκαλέσει πολλὲς ἀναταράξεις –ἀκόμα καὶ ἐντονώτατες λεκτικὲς συγκρούσεις– μεταξὺ ὅσων ὀρθοδόξων τὴν ἐνστερνίζονται –καί, ἑπομένως, ἀποδέχονται τὶς μεταμοσχεύσεις αὐτὲς– καὶ ὅσων δὲν τῆς ἐπιτρέπουν νὰ ἐκμεταλλευθεῖ τὸ «ὀλισθηρὸν τῆς διανοίας» τους –καί, ἑπομένως, τὶς ἀπορρίπτουν.
Ὡστόσο, –ἐφ’ ὅσον δὲν ἐμπλέκονται προσωπικὰ μὲ τὶς συγκεκριμένες μεταμοσχεύσεις– ὅσοι τὶς ὑπερασπίζονται ἀπὸ «ὑπερβατικὴ ἀγάπη», κατηγορώντας τοὺς ἄλλους ὡς σκληρόκαρδους καὶ ὡς κακοὺς χριστιανούς, δὲν λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν τους ὅτι: τὸ σύνολο τῆς Πατερικῆς μας Παραδόσεως ἀναγνωρίζει τὴν τάση τοῦ ἀνθρώπου νὰ θεωρεῖ ἑαυτὸν ἀνώτερο καὶ καλύτερο τῶν ἄλλων, ὡς καθαρὰ πειρασμική. Καὶ ἑπομένως, ὅτι, ἡ ἴδια ἡ «ὑπερβατικὴ ἀγάπη» εἶναι πειρασμική.
Ἐμεῖς καὶ ὁ Ἀντίδικος: Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἐπίσημη θέση τῆς Διοικούσας Ἐκκλησίας πάνω στὸ θέμα αὐτό, ἡ οὐσία εἶναι ὅτι, κανένας ἀπὸ ἐμᾶς δὲν θὰ ἤθελε νὰ βρίσκεται στὴν βαθύτατα τραγικὴ θέση τῶν ἐνσυνείδητων ὀρθοδόξων ληπτῶν, ἢ ὑποψηφίων ληπτῶν.
Διότι, πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς εἴμαστε βέβαιοι ὅτι θὰ εἴχαμε, τότε, τὴν διαύγεια νοῦ νὰ μὴν ἐπικαλεσθοῦμε τὴν πειρασμικὴ «ὑπερβατικὴ ἀγάπη», ὡς κίνητρο τοῦ δότη; Πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς θὰ εἴχαμε, τότε, τὴν διάκριση νὰ ἀναγνωρίσουμε, στὸ ἐφεύρημα τοῦ «ἐ.θ.», τὸν ὕπατο, τὸν ἔσχατο, πειρασμὸ τοῦ Ἀντιδίκου;
Καί, πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς θὰ εἴχαμε, τότε, τὸ σθένος νὰ τοῦ ἀντισταθοῦν;
Τέλος, πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς θὰ εἶχαν, τότε, τὴν ψυχραιμία νὰ κατανοήσουν ὅτι, τὸ μοναδικὸ κίνητρο ὅσων καταρριπτοῦν τὸ –καθησυχαστικὸ γιὰ τὴν συνείδηση– ἐφεύρημα τοῦ «ἐ.θ.», εἶναι ἡ προστασία τῆς μιᾶς καὶ μόνης ζωῆς τῶν ὑπολοίπων συνανθρώπων τους (ἰδίως τῶν παιδιῶν καὶ τῶν νέων), καὶ ὄχι ἡ κατάκριση τῶν ληπτῶν;
Τὸ Μέγα Ἔλεος: Πάντως, ὅσοι ἀντιτίθενται στὸν «ἐγκεφαλικὸ θάνατο» γνωρίζουν καλὰ ὅτι, μόνον ὁ Θεὸς δύναται νὰ κρίνει ὅσους ὑποκύπτουν σ’ αὐτὸν τὸν φοβερό, τὸν ἔσχατο, πειρασμό. Καὶ μόνον Αὐτὸς δύναται νὰ ἐλεήσει τὴν ψυχή τους.
Ἀρκεῖ οἱ ἴδιοι νὰ ἀπευθυνθοῦν σ’ Αὐτὸν μὲ πλήρη καὶ εἰς βάθος ἐπίγνωση τοῦ «ὀλισθηροῦ τῆς διανοίας» τους καὶ τῆς –τόσο βαθειὰ καὶ τραγικὰ ἀνθρώπινης– ἀδυναμίας τους.
Δάφνη Βαρβιτσιώτη

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
(*) Στ ρθρο ατό, λα τ ποσπάσματα πο σημειώνονται μ στερίσκο προέρχονται π τ ξιολογώτατο βιβλίο το κ. Κ. Καρακατσάνη, Καθηγητ Πυρηνικς ατρικς τς ατρικς Σχολς Α.Π.Θ., μ τίτλο «γκεφαλικς θάνατος» κα ΜΕΤΑΜΟΣΧΕΥΣΕΙΣ ΟΡΓΑΝΩΝ (ατρικ κα φιλοσοφικ θεώρηση), 3η κδοση, Βελτιωμένη κα πηυξημένη, Θεσ/κη 2088.
(1) Βλ., «Διάλογος περ Μεταμοσχεύσεων», (πιστολς ναγνωστν), περιοδικ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ, τ. 77, Μάρτ. - πρ. 2011 (κα σ πολλ προηγούμενα τεύχη).
(2) Ραφαηλίδης Βασίλης, «NSA κα μεταφυσική», φημ. ΤΟ ΕΘΝΟΣ, 17.1.95.
(3) Βαρβιτσιώτη Δάφνη, «Νέα ποχή»: ξέλιξη Χειραγώγηση;, κδ. θ. Σταμούλης, θήνα 2004.
(4) Malachi Martin, The Keys of This Blood, κδ. Touchstone, 1990.
(5) Βαρβιτσιώτη Δάφνη, βλ. ὡς ἄνω.
(6) Ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ὅλα τὰ ἐντὸς εἰσαγωγικὰ ἀποσπάσματα (μὲ πλάγιους χαρακτῆρες) προέρχονται ἀπὸ κείμενα μεταφυσικῶν κινήσεων τῆς παγκοσμιοποίησης.