Ο ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ, Η Συμβολή του Καζαντζάκη στην Εδραίωση της Παγκοσμιοποίησης



Δάφνη Βαρβιτσιώτη, Ἱστορικός
 Πηγή: katanixis
 Στὸ προηγούμενο ἄρθρο μας, μὲ τίτλο «Νίκος Καζαντζάκης. Ἡ Συμβολὴ τῶν Ἰδεῶν του στὸ “Κοινωνικό Ολοκαύτωμα” ποὺ Συντελεῖται στὴν Σύγχρονη Ἑλλάδα», εἴχαμε ἐπικεντρωθεῖ στὰ περιεχόμενα τοῦ προλόγου τοῦ “ταξιδογραφήματός” του, «Ταξιδεύοντας-Αγγλία» (1940), τὸ ὁποῖο προσέφερε, σὲ κυριακάτικο φύλλο της, ἐφημερίδα πανελλαδικῆς ἐμβέλειας.
«Φυσική» Ἠθικὴ καὶ Μετάλλαξη: Στὸ ἄρθρο αὐτό, εἴχαμε ἀναλύσει τοὺς τρόπους μὲ τοὺς ὁποίους ἡ μεταφυσικὴ ἀντίληψη τοῦ Καζαντζάκη ὁδηγεῖ τὸν ἀνυποψίαστο ἀναγνώστη στὴν ἀποδοχὴ ἑνὸς κόσμου ἱερχαρχημένου βάσει τῆς «φυσικής» ἠθικῆς, ὅπου κυριαρχεῖ ὁ δυνατώτερος καὶ ἐπιζεῖ ὁ πλέον προσαρμοζόμενος, καὶ ὅπου δὲν ὑπεισέρχεται τὸ ἔλεος ἔναντι τῶν ἀδυνάμων, πόσον μᾶλλον θέμα ἐλευθερίας τους (ὅπως συμβαίνει καὶ στὸν σατανισμό, ὅπου, γιὰ τοὺς Δυνατούς, «Το “Θέλω” είναι ο Νόμος», ἄρα «οι σκλάβοι πρέπει να υπηρετούν».
«Να Ενωθοῦμε με τον Θεό»: Στὴν συνέχεια, ἡ ἴδια ἐφημερίδα προσέφερε τὰ βιβλία «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» καὶ «Ο Τελευταίος Πειρασμός» ποὺ είχαν, πρό πεντηκονταετίας, προκαλέσει σάλο καὶ τὸν παρ’ ὀλίγο ἀφορισμὸ τοῦ συγγραφέα ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία- διαφημίζοντας τηλεοπτικῶς ἕνα ἐξ αὐτῶν ὡς λογοτεχνικὸ ἔργο διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Καζαντζάκης μᾶς παροτρύνει «να ενωθούμε με το Θεό».
Αὐτὸ μᾶς προβλημάτισε ἰδιαίτερα, διότι, ἤδη ἀπὸ τὸ 1940, ὁ Καζαντζάκης χαρακτήριζε ὡς παρωχημένο τὸν Χριστό, καὶ ἐξωθοῦσε τοὺς ἀναγνῶστες του νὰ Τὸν ἀντικαταστήσουν μὲ κάποιον ἄλλον θεό, πιὸ σύγχρονο καὶ πιὸ ἀποτελεσματικό: «Γιατί γυρίζετε πίσω; (…) Έκαμε ο Χριστός το χρέος του, έδωκε μιαν απάντηση σε άλλες εποχές, σε άλλα προβλήματα (…) Τώρα άλλαξε το πρόσωπο της αγωνίας, γύρισε ο τροχός».
Ὁ «Μεγάλος Ανθρωποφάγος Κεραυνός»: Ἐξάλλου, ὅταν ὁ Καζαντζάκης ἀναφέρεται στὸν «μεγάλο ανθρωποφάγο κεραυνό που ονομάζουμε “Θεό”», ὁπωσδήποτε δὲν ἐννοεῖ τὸν Ἐλεήμονα Τριαδικὸ Θεό· Τὸν Ὁποῖον σαφῶς ἀπορρίπτει μὲ ρήσεις ὅπως, π.χ.: «Κι είναι μεγάλο ατύχημα που η λέξη «Πνέμα» στην ελληνική γλώσσα είναι ουδέτερου γένους· αν ήταν θηλυκού, θα ‘χαμε τη σωστή πανανθρώπινη, βαθύτερη απο κάθε θρησκευτικό δόγμα Άγια Τριάδα: Πατέρα, Μάνα, Γιο». Τὸν Τριαδικὸ Θεό, ὡς δημιουργὸ τοῦ κόσμου ἐκ τοῦ μηδενός, ἀπορρίπτει ὁ Καζαντζάκης καὶ «όταν, τανύζοντας στο ακρότατο σημεῖο –όπου αρχίζει να τρίζει ο εγκέφαλος– την μνήμη, μάχεται να θυμηθεί πώς ήταν το πρωτόγονο Χάος, πριν να ‘ρθει ο νους να το στενέψει και να το νοικοκυρέψει σε “κόσμο”, δηλαδή, σε ανθρώπινη τάξη».
Τὸν Προσωπικὸ Θεὸ καὶ τὴν μοναδικότητα τοῦ ἀνθρωπίνου Προσώπου καταργεῖ ὁ Καζαντζάκης σὲ ρήσεις ὅπως π.χ.: «Όλοι είμαστε ένα. Όλοι είμαστε Θεός», ἢ «ο Θεός –θέλω να πω: η σημερινή ανώτατη λαχτάρα του ανθρώπου» κ.α., ποὺ ὁδηγοῦν τὸν ἀποίμαντο ἀναγνώστη στὴν αὐτοθέωση, τὴν ὁποίαν, ἡ μὲν Ὀρθόδοξη Πατερικὴ Παράδοση ἀπορρίπτει ὡς ἑωσφορική, οἱ δὲ ὁμάδες τῆς «Νέας Ἐποχῆς» προωθοῦν στοὺς δυτικοὺς ὀπαδούς τους, ὥστε νὰ τοὺς μεταλλάξουν καταλλήλως, ἐν ὄψει τῆς παγκοσμιοποίησης.
Θεὸς καὶ Παγκοσμιοποίηση: Ἀπὸ τὴν πλευρά τους, οἱ ἐκδόσεις «Καζαντζάκη», στὶς ὁποῖες ἀνήκει τὸ σύνολο τῶν ἔργων του, ἔχουν ἐπιλέξει ὡς ἔμβλημά τους τὸ σύμβολο Γὶν-Γιὰνγκ τοῦ Ταοϊσμοῦ, ὁ ὁποῖος «οδήγησε στην ανακάλυψη μιας ανώνυμης κοσμικής αρχής», ἐνῶ ἀργότερα ἐνσωμάτωσε, μεταξὺ ἄλλων, τὸ δόγμα τῆς μετενσάρκωσης καὶ τὴν γιόγκαii. Στὸν Ταοϊσμό –διευκρινίζουμε ἐμεῖς– δὲν ὑπεισέρχονται, οὔτε κἂν ὡς ἁπλὲς ἔννοιες, ὁ Προσωπικὸς Τριαδικὸς Θεός, τὸ Μέγα Ἔλεός Του καὶ ἡ «ένθεη λογικότητα του κόσμου»iii, οὔτε ὑπεισέρχονται ὡς αὐταξίες, ὁ ἄνθρωπος καὶ ἡ μία καὶ μόνη ζωή του, πόσον μᾶλλον ἡ κοινωνικὴ ἐλευθερία καὶ ἄλλες ἀνάλογης σημασίας δυτικογενεῖς ἠθικο-θρησκευτικὲς ἔννοιες.
Δοθέντος, λοιπόν, ὅτι, ὁ θεὸς τοῦ Καζαντζάκη δὲν εἶναι ὁ Ἐλεήμων Τριαδικὸς Θεός, καὶ δοθέντος ὅτι «ἃ θύει τὰ ἔθνη, δαιμονίοις θύει»iv σὲ ὅτι ἀφορᾶ στὸν Ταοϊσμό, ἐγείρεται τὸ ἑξῆς ἐρώτημα: μὲ ποιόν «θεό» καλούμεθα νὰ ἑνωθοῦμε, μέσῳ τοῦ Καζαντζάκη, στὴν ἐποχὴ τῆς παγκοσμιοποίησης καὶ γιατί;
Ἀναζητώντας τὴν «Ἀλήθεια»: Πάντως, σὲ διάσπαρτες ἀναφορές του στὸ ἴδιο “ταξιδογράφημα” –καὶ ἰδίως στὸ ἐνδεκασέλιδο ἀφιέρωμά του
στὸν πνευματικό του πατέρα, Φρειδερίκο Νίτσε (1844-1900)– ὁ Καζαντζάκης ἀποκαλύπτει ἀρχικὰ ὅτι, ἡ «ἀλήθεια» ἀμφοτέρων βασίσθηκε στὴν ἰνδουϊστικὴ μεταφυσικὴ ἀντίληψη ὅτι, ἡ ζωὴ εἶναι ψευδαίσθηση
(μιὰ «Μάγια»): «Ο κόσμος είναι δημιούργημα δικό μου· όλα όσα ξεκρίνω, ορατά κι αόρατα, είναι όνειρο πλάνο. Μία θέληση μονάχα υπάρχει, τυφλή, χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς σκοπό, αδιάφορη, μήτε λογική μήτε παράλογη, άλογη, τεράστια. (…) Πρόοδο δεν υπάρχει, λογικό δεν κυβερνάει τη μοίρα, οι αφηρημένες έννοιες, οι θρησκείες, οι ηθικές, είναι ανάξιες παρηγοριές για τους ανίδεους και τους δειλούς».
Σύμφωνα μὲ τὴν νιτσεϊκὴ ἐκδοχὴ τῆς «Μάγια» –ποὺ ἐμπεριέχει καὶ τὸ δόγμα τῆς μετενσάρκωσης–, τὸ «σύμπαντο» διέπει μιὰ ἀνηλεὴς καὶ αὐθαίρετη Δύναμη, ἡ ὁποία ἐνυπάρχει στὰ πάντα (καὶ στοὺς ἀνθρώπους. Ὡς ἐκ τούτου, τὰ πάντα εἶναι ἕνα, τὰ πάντα εἶναι “θεός”, καὶ ἑπομένως, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε ἕνα, καὶ ἄρα, ὅλοι εἴμαστε “θεός”, καὶ ὅλοι εἴμαστε ἀνηλεεῖς καὶ αὐθαίρετοι. Συγχρόνως, ὅμως, τίποτα δὲν εἶναι πραγματικό, καὶ τίποτα –οὔτε ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, ὁ πόνος, ἡ δυστυχία του καὶ ἡ ζωή του– ἔχει ἀξία ἢ σημασία.
Ἡ «Θέληση να Κυριαρχείς»: Ὁ Νίτσε ἀποφάσισε νὰ βελτιώσει τὴν «Μάγια» του, προσθέτοντας ὅτι, «η ζωή δεν είναι μονάχα θέληση να ζεις· είναι κάτι εντονότερο: θέληση να κυριαρχείς! Δε χορταίνει η ζωή να συντηρείται μονάχα· θέλει ν’ απλώνεται και να καταχτάει»· δηλαδή: «η ουσία της ζωής είναι η λαχτάρα ν’ απλωθεί και να κυριαρχήσει και μονάχα η δύναμη είναι άξια να ‘χει δικαιώματα». Τὴν βελτίωση αὐτὴ –ποὺ ἴσως ἐκπήγαζε ἀπὸ μιὰ ὑποσυνείδητη ἀνάγκη ἀντιστάθμισης καὶ ὑπέρβασης τῶν προσωπικῶν του ψυχοσωματικῶν ἀδυναμιῶν– υἱοθετεῖ μὲ ἐνθουσιασμὸ ὁ Καζαντζάκης –ποὺ εἶχε, καὶ αὐτός, τὶς δικές του ψυχοσωματικὲς ἀδυναμίες.
Ὁ «Τροχὸς τοῦ Καιροῦ»: Ἀκολούθησε τὸ νιτσεϊκὸ «όραμα του αιώνιου Γυρισμού» τοῦ ἀνθρώπου στὴν ζωή, τὸ ὁποῖο εἶναι μιὰ παραλλαγὴ τῆς μετενσάρκωσης, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι, κατ’ αὐτήν, ὁ ἴδιος ἄνθρωπος ἐπανέρχεται στὶς ἴδιες ἐπακριβῶς συνθῆκες ζωῆς, ἀναρίθμητες φορές, καί, ἑπομένως: «Καμμιά λοιπόν ελπίδα το μελλούμενο να ‘ναι καλύτερο, καμμιά σωτηρία, πάντα οι ίδιοι, απαράλλαχτοι, θα στρουφογυρίζουμε στον τροχό του καιρού». Παρακάτω, θὰ δοῦμε ποιά ἀλλαγὴ ἐπέφερε ὁ Καζαντζάκης στὸ «ὅραμα» αὐτό.
«Ανάξιες Παρηγοριές για Δειλούς»: Καταρρακωμένος, ὅμως, μετὰ ἀπὸ μιὰ μεγάλη ἐρωτικὴ ἀπογοήτευση, ὁ Νίτσε δειλιάζει μπροστὰ στὸ «ὅραμα» τοῦ δικοῦ του «αἰώνιου Γυρισμοῦ» στὶς ἴδιες συνθῆκες: «Όχι, ποτέ ποτέ να μην ξαναζήσω τις ώρες τούτες! Πρέπει ν’ ανοίξω μια θύρα σωτηρίας στον κλειστό κύκλο του αιώνιου Γυρισμού!», τὸν φαντάζεται νὰ ἀναφωνεῖ ὁ Καζαντζάκης, ποὺ συνεχίζει: «Γράφει τον Ζαρατούστρα, καινούρια ελπίδα άστραψε στο νου του, ο νέος σπόρος, ο Υπεράνθρωπος»· διευκρινίζει δὲ ὅτι, ὁ Νίτσε ἐπινόησε τὸν Ὑπεράνθρωπο, ἐπειδὴ «Ο αιώνιος Γυρισμός είναι χωρίς ελπίδα. Ο Υπεράνθρωπος είναι μιά μεγάλη ελπίδα».
Ὁ Ὑπεράνθρωπος ὡς «Λυτρωτής»: Ὁ Καζαντζάκης περιγράφει τὸ πῶς ὁ Νίτσε νοεῖ τὸν Ὑπεράνθρωπο ὡς ἐλπίδα: «Αυτός είναι ο σκοπός της γης, αυτός κρατάει τη λύτρωση. Αυτός είναι η απόκριση στο παλιό του ερώτημα: Μπορεί ο άνθρωπος να εξευγενιστεί; Ναι μπορεί! Κι όχι απο το Χριστό (…) παρά απο τον άνθρωπο τον ίδιο, απο τις αρετές και τους αγώνες μιας καινούριας αριστοκρατίας. Ο άνθρωπος μπορεί να γεννήσει τον Υπεράνθρωπο. Αυτός είναι ο σκοπός της ζωής, η πηγή της ενέργειας, ο Λυτρωτής (…) η νέα χίμαιρα που θα ξορκίσει τη φρίκη της ζωής». Γιατί, ὅμως, ὁ Καζαντζάκης χαρακτηρίζει τὸν νιστεϊκὸ Ὑπεράνθρωπο ὡς χίμαιρα, ἀφοῦ ἔτσι τὸν ἀκυρώνει ὡς Λυτρωτή; Στὸ ἐρώτημα αὐτὸ θὰ ἀπαντήσουμε πιὸ κάτω.
Μεταφυσικὴ Ἀριστοκρατία: Ὡς Ὑπεράνθρωπο-Λυτρωτή, ὁ Νίτσε  ἐννοεῖ ἕναν συγκεκριμένο τύπο ἀνθρώπου, ἀπόλυτα σύμφωνου πρὸς τὶς δικές του ψυχοπνευματικὲς ἀνάγκες, τὸν ὁποῖον καὶ ἐξιδανικεύει. Δηλαδή, χρίζει ὡς Λυτρωτὲς τῆς ἀνθρωπότητας τοὺς ὀλίγους καὶ «εκλεχτούς», ποὺ –ἀρνούμενοι, ἢ ἀγνοοῦντες, τοὺς περιορισμοὺς ποὺ θέτουν στὸν ἄνθρωπο οἱ δυτικογενεῖς ἠθικὸ-θρησκευτικὲς «ἀφηρημένες ἔννοιες»– διακατέχονται ἀπὸ τὴν «λαχτάρα ν’ απλωθούν και να κυριαρχήσουν» καὶ ἀπὸ τὴν πεποίθηση «πως μονάχα η δύναμη είναι άξια να ‘χει δικαιώματα». Στὴν οὐσία, ὁ Νίτσε χρίζει ὡς διαχρονικοὺς «Λυτρωτὲς» τῆς ἀνθρωπότητας τοὺς ἀδίστακτους δυναμολάγνους ἐξουσιαστές.
Ἀλλά, μὲ τὸ νὰ τοὺς χρίζει καὶ ὡς τοὺς μόνους ἄξιους νὰ ἔχουν δικαιώματα στὴν ζωή, ὁ Νίτσε θεμελιώνει καὶ μεταφυσικὰ τὴν ἐπικράτηση μιᾶς νέας κυρίαρχης τάξης “ευγενών”, διὰ τῆς ὁποίας διαχωρίζει τὴν ἀνθρωπότητα στοὺς “δυνατούς” –καὶ ὀλίγους– καὶ στοὺς πολλοὺς καὶ “αδύναμους”· στοιχεῖο τὸ ὁποῖο ὁ Καζαντζάκης μεγιστοποιεῖ στὰ ἔργα του.
Διόνυσος καὶ Ὑπεράνθρωπος: Γιὰ νὰ περιγράψει τὴν βούληση γιὰ κυριαρχία τῶν Ὑπερανθρώπων-Λυτρωτῶν του, ὁ Νίτσε ἀνατρέχει στὴν ἐποχὴ ποὺ «στα στήθη της Ελλάδας βογκούσε το χάος, η μεγάλη πίκρα, η αντίκεια βουλή», ἐπειδὴ σ’ αὐτὰ κυριαρχοῦσε «Ένας αχαλίνωτος θεός, ο Διόνυσος», καὶ τοὺς ταυτοποιεῖ ὡς τοὺς φορεῖς τοῦ «διονυσιακού πνέματος», τῆς «διονυσιακής μέθης» καὶ τῶν «ακράτητων διονυσιακών δυνάμεων».
Ὁ Διόνυσος, Λυτρωτὴς τῆς Εὐρώπης: Ἀπὸ τὸν Διόνυσο καὶ τοὺς φορεῖς τῆς μέθης του –δηλαδή, τοὺς φορεῖς τῆς βούλησης γιὰ κυριαρχία– προσμένει ὁ Νίτσε τὴν «λύτρωση» τῆς Εὐρώπης, διότι, κατ’ αὐτόν: «Η Ευρώπη χάνεται και πρέπει να υποβληθεί στην αυστηρή δίαιτα των αρχηγών. Η ηθική που σήμερα κυριαρχεί είναι έργο σκλάβων είναι συνωμοσία που οργάνωσαν οι αδύνατοι και το κοπάδι ενάντια στον δυνατό και τον τσοπάνη. Οι σκλάβοι αναποδογύρισαν με συφεροντολόγα πονηριά τις αξίες: κακός είναι, κήρυξαν, ο δυνατός, ο δημιουργός· καλός είναι ο άρρωστος κι ο ηλίθιος· δεν αντέχουν το πόνο· κατάντησαν φιλάνθρωποι χριστιανοί και σοσιαλιστές. Μονάχα ο Υπεράνθρωπος, σκληρός με τον εαυτό του, μπορεί να χαράξει καινούριες εντολές και να δώσει στις μάζες σκοπούς καινούριους».
Μὲ ἄλλα λόγια, Νίτσε καὶ Καζαντζάκης νοοῦν ὡς «λύτρωση» –τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ καὶ ὡς δική τους– τὴν ἀποδέσμευση ἀπὸ τοὺς ἠθικοὺς φραγμοὺς καὶ ἀπὸ τοὺς νόμους καὶ θεσμοὺς ποὺ ἀπορρέουν ἐξ αὐτῶν, τοὺς ὁποίους θέτουν στοὺς ἀδίστακτους καὶ δυναμολάγνους ἐξουσιαστές, ὁ ἀρχαιοελληνικὸς ἀνθρωπισμὸς καὶ ὁ χριστιανικὸς θεανθρωπισμός.
Γερμανία καὶ «Τραγικός Πολιτισμός»: Τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ «διονυσιακού πνέματος» καὶ τῶν «ακράτητων διονυσιακών δυνάμεων» στὴν Γερμανία, ὁ Νίτσε ἀνίχνευε στὴν ὁλοένα πιὸ ἔντονη βούληση γιὰ κυριαρχία ποὺ ἐξέπεμπε ἡ γερμανικὴ μουσική: «Η γερμανική μουσική, απο τον Μπάχ ίσαμε τον Βάγκνερ, διαλαλεί τον ερχομό του» (σ.σ. τοῦ Διονύσου, δηλαδή, τῆς βούλησης γιὰ κυριαρχία). Καὶ ἤξερε ὅτι, ὅταν ὁ «αχαλίνωτος» αὐτὸς θεὸς καὶ οἱ ἀνεξέλεγκτες δυνάμεις τοῦ ἐπικρατήσουν στὴν Γερμανία, θὰ γεννήσουν ἕναν «Νέο “τραγικό πολιτισμό”».
Ὁ Νίτσε, δηλαδή, ἤξερε ὅτι, ὅπου κυριαρχεῖ ἡ ἄλογη καὶ τυφλὴ βούληση γιὰ δύναμη καὶ κυριαρχία, αὐτὴ «συντρίβει την ατομικότητα», «άνθρωποι και θεριά αδελφώνονται, ο θάνατος είναι κι αυτός ένα απο τα προσωπεία της ζωής και το παρδαλό μαγνάδι της πλάνης ξεσκίζεται κι’ αγγίζουμε στήθος με στήθος την αλήθεια: Όλοι είμαστε ένα. Όλοι είμαστε Θεός». Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Νίτσε ἤξερε τί τραγῳδία μέλλει νὰ προκαλέσει ἡ «διονυσιακή μέθη» δυναμολαγνείας –ποὺ διέβλεπε ὅτι (ξανα)κυρίευε τὸν νοῦ καὶ στὴν ψυχὴ τῶν Γερμανῶν, ἀπὸ τὰ τέλη ἤδη τοῦ 19ου αἰῶνα: ὁ ἄνθρωπος θὰ μεταβληθεῖ σε ἁπλὸ ζωικὸ ὂν (ὁ δὲ δυνατός, σὲ θηρίο)· ὁ θάνατος τῶν ἀδυνάμων δὲν θὰ ἔχει σημασία, ἀφοῦ καὶ ἡ ζωή τους δὲν θὰ ἔχει πιὰ ἀξία· τὸ πλέγμα τῶν ἠθικο-θρησκευτικῶν ὁρίων καὶ ἀξιῶν θὰ διαρρηχθεῖ· ὅλοι (ἰδίως οἱ δυνατοί) θὰ θεωροῦν ὅτι ὅλα τους ἐπιτρέπονται· καὶ θὰ ἐπικρατήσει τὸ χάος, ὁ ἀλληλοσπαραγμὸς καὶ ἡ ἀπόγνωση.
Προφήτης, ἢ Τροχιοδείκτης Τυραννίας; Τὸ 1940, ὁ Καζαντζάκης ἀποκαλεῖ τὸν Νίτσε «προφήτη», ἀκριβῶς διότι ἐκεῖνος εἶχε προβλέψει –σχεδὸν τριάντα χρόνια πρὶν ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὸν Α΄ παγκόσμιο πόλεμο– ὅτι: «Ο νέος τραγικός πολιτισμός θ’ αναπηδήσει απο τη Γερμανία».
Τὸ γεγονὸς ὅτι, σήμερα, ὁ Νίτσε ἐπαληθεύεται γιὰ τρίτη φορὰ –ἀφοῦ πολλοὶ ἀναλυτὲς ἀναφέρονται πλέον σὲ μιὰ «γερμανικὴ Εὐρώπη» καὶ σὲ ἕνα οἰκονομικὸ Δ΄ Ράιχ– ἀποδεικνύει ἁπλῶς τὰ ἑξῆς: α)  ὅτι, οἱ ἐξουσιαστὲς γνωρίζουν ὅτι, αὐτὸ ποὺ προστατεύει τὴν ἐλευθερία τῶν πολλῶν ἀπὸ τὴν τυραννία τῶν ὀλίγων εἶναι τὸ σύνολο τῶν ἠθικο-θρησκευτικῶν ἀξιῶν τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ (ἐξ οὗ καὶ ἡ ἀπέχθειά τους πρὸς τὸν ἀρχαιοελληνικὸ ἀνθρωπισμὸ καὶ τὸ μένος τους κατὰ τοῦ χριστιανικοῦ θεανθρωπισμοῦ)· καὶ β) ὅτι, μελετώντας προσεκτικὰ τὸν Νίτσε (καί, ἀργότερα τὸ πνευματικοπαίδι του, τὸν Καζαντζάκη), οἱ ἐξουσιαστὲς ἀναγνώρισαν στὴν ἀναδυόμενη γερμανικὴ βούληση γιὰ κυριαρχία, τὴν ψυχοπνευματικὴ ἀχίλλειο πτέρνα τῆς Εὐρώπης. Καὶ ἔδρασαν ἀναλόγως.
Ἡ Ἐκδίκηση τῆς Λογικῆς: Ὁ Νίτσε –πού, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν χριστιανισμό, ἀπέρριπτε καὶ τὴν Λογικὴ (καὶ πέθανε διεγνωσμένα παράφρων)– οὐδέποτε ἀποτελείωσε τὸ «Τάδε Ἔφη Ζαρατούστρας», διότι τὰ ἴδια τοῦ τὰ «ὁράματα» τὸν ἔθεταν ἐνώπιον τῶν ἑξῆς λογικῶν ἀδιεξόδων: «Ο αιώνιος Γυρισμός είναι χωρίς ελπίδα· ο Υπεράνθρωπος είναι μια μεγάλη ελπίδα· πώς μπορούν τα δυο αυτά αντικρουόμενα οράματα ν’ αρμονιστούν;». Ἀφοῦ, δηλαδή, ἡ ἀνθρωπότητα εἶναι δεσμευμένη στὸν τροχὸ τοῦ «αἰώνιου Γυρισμοῦ» της πρὸς τὶς ἴδιες ἐπακριβῶς συνθῆκες ζωῆς καὶ πρὸς τὴν ἴδια ἐπακριβῶς «φρίκη» της, πῶς καὶ ἀπὸ τί μέλλει νὰ τὴν «λυτρώσει» ἡ κάστα τῶν Ὑπερανθρώπων-Λυτρωτῶν;
«Η ψυχή του Νίτσε απο τότε πια φτεροκοπάει στον γκρεμό της παραφροσύνης»,, γράφει ὁ Καζαντζάκης· χωρὶς παρ’ ὅλα ταῦτα νὰ πάψει νὰ θαυμάζει τὸν μὲν Νίτσε ὡς «προφήτη» καὶ «Μεγαλομάρτυρα», τὸν δὲ Ὑπεράνθρωπο ὡς κάστα ἀδίστακτων ἐξουσιαστῶν· ἀλλὰ καὶ χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ ἐπιλύει τὸ πρόβλημα τῆς λύτρωσης τῆς ἀνθρωπότητας ἀπὸ τὴν «φρίκη της ζωής».
Καζαντζάκης καὶ «Δύναμη»: Καί, δὲν ἐπιλύει τὸ πρόβλημα αὐτό, διότι, ἁπλά, δὲν τὸ θεωρεῖ πρόβλημα. Ὡς πιὸ “δυνατός” ἀπὸ τὸν Νίτσε, ὁ Καζαντζάκης ἀφαιρεῖ τὸ προσωπεῖο τοῦ Διονύσου, γιὰ νὰ μᾶς ἀποκαλύψει μιὰ ἀόρατη μέν, ἀλλὰ ἀπόλυτα ὑπαρκτὴ ὀντότητα, τὴν ὁποίαν ἀρχικὰ ἀποκαλεῖ «μεγάλη μυστική Δύναμη». Παραλλήλως, ἐγκαταλείπει καὶ τὰ ἀλληγορικὰ-μυθολογικὰ περὶ  τοῦ Ὑπερανθρώπου ὡς φορέα τῶν διονυσιακῶν δυνάμεων, γιὰ νὰ τὸν ταυτοποιήσει πλέον ὡς φορέα τῆς βούλησης γιὰ κυριαρχία τῆς ἀόρατης αὐτῆς ὀντότητας, στὴν ὁποίαν ἀποδίδει τὶς ἀκόλουθες ἰδιότητες:
«Υπάρχει, φαίνεται, μία Δύναμη έξω και μέσα στον άνθρωπο, που θαρρείς ένα και μόνο σκοπό έχει: ν’ ανέβει». Πού; σέ ποιόν ανήφορο; Κανένας δεν ξέρει· κάπου κάπου μονάχα μπορούμε, αφουκραζόμενοι το αίμα μας, να μαντέψουμε το ρυθμό της. Κι όταν μια πράξη, ένας άνθρωπος, ένας στοχασμός, πεταχθούν στο δρόμο της, εμποδίζοντας το ανέβασμα της, την κυριεύει θυμός. Όχι θυμός· λύσσα. Χιμάει, χτυπάει τυφλά, ξεκάνει σωρό καλούς και κακούς, ξεσκίζει η ίδια τις σάρκες της, σα να ‘ταν και το κακό τούτο, και το εμπόδιο τούτο, που μπήκε στο ανηφόρισμά της, σάρκα απο τη σάρκα της· ρυθμός και παράβαση ρυθμού, σα να ‘ταν και τα δυο μέσα στη φύση της. Γι αυτό η φοβερή αυτή Δύναμη δεν μπορεί να σκοτώσει την ατιμία, το έγκλημα, το πάθος, την προστυχιά, χωρίς να πληγώσει βαριά τον εαυτό της». (…) «Πότε χιμάει μανιασμένη να πνίξει το κακό, σα να’ ταν ο μεγαλύτερος της οχτρός, πότε χαίρεται να συντρίβει ό,τι καλύτερο έχει ο κόσμος τούτος. Αν ήταν χωρίς ηθικές λαχτάρες, γιατί τότε να πολεμάει με τόση λύσσα την αδυναμία, την ατιμία, την ψευτιά; Κι αν είχε ηθικές λαχτάρες, γιατί να σκοτώνει με τόση σιγουράδα και κακεντρέχεια τις μεγάλες ψυχές;»
Περιγράφοντας τὴν «Δύναμη» αὐτὴ ὡς διφυῆ, ὁ Καζαντζάκης προσεγγίζει τὸ ἀντιθετικὸ ζεῦγος δυνάμεων τοῦ Γίν-Γιάνγκ. Χαρακτηρίζοντάς την, ὅμως, ὡς φοβερή, λυσσαλέα, ἄλογη, ἀμείλικτη, αὐθαίρετη, κακόβουλη, καταστροφικὴ καὶ ἀνθρωποκτόνο –καὶ σὲ ἄλλο σημεῖο, ὡς «αχόρταγη, πονηρή και ανήλεη»–, τὴν ταυτοποιεῖ σαφῶς ὡς τὸ Ἀπόλυτο Κακό, ἀποδεικνύοντας –ἂν ὄχι σὲ τί «θύει» τὰ ἔθνη– σὲ τί «θύει» ὁ ἴδιος.
Τὸ Ἀπόλυτο Κακό, Μόνη Πηγὴ Ζωῆς: Ὁ Καζαντζάκης, δηλαδή, δὲν ἐπιλύει τὸ πρόβλημα τῆς λύτρωσης τῆς ἀνθρωπότητας ἀπὸ τὴν φρίκη τῆς ζωῆς, διότι θεωρεῖ τὸ Ἀπόλυτο Κακὸ ὡς τὴν μόνη πηγὴ ζωῆς, δημιουργίας καὶ ἐνέργειας καὶ ὡς τὴν μόνη κινητήριο δύναμη τῆς ἀνθρωπότητας: «Αν κόψεις όλα τα ελαττώματα απο μια ψυχή, αυτή παραμορφώνεται και μαραίνεται. Γιατί χάνει μερικές, ίσως τις πιο βαθιές, ρίζες της που της φέρνουν θροφή απο τα χώματα. Και της δίνουν δύναμη να βαστάει και ν’ αντέχει στο αποκρουστικό θέαμα της καθημερινής φθοράς και του καθημερινού θανάτου, (…) «μονάχα οι ξεθυμασμένοι –και προ πάντων οι εντελώς ξεθυμασμένοι, οι νεκροί– είναι λυτρωμένοι απο κάθε κακία».. (Κατ’ αὐτόν, δηλαδή, οἱ Ἅγιοί μας ἦσαν ζωντανοί-νεκροί.)
Ἀφουκραζόμενος τὸ Δικό του «Αίμα»: Τὴν παρουσία τῆς βούλησης γιὰ κυριαρχία τῆς ἄλογης, κακόβουλης καὶ ἀνθρωποκτόνου αὐτῆς -ἀόρατης, ἀλλὰ ὑπαρκτῆς- ὀντότητας ὁ Καζαντζάκης ἐντοπίζει παντοῦ καὶ στὰ πάντα. Π.χ., τὴν βλέπει νὰ ἐκφράζεται στὴν γοτθικὴ θρησκευτικὴ ἀρχιτεκτονικὴ ὡς «κάτι παράφορο κι ορμητικό, μια ένθεη αλλοφροσύνη που συνεπαίρνει ξάφνου τον άνθρωπο και τον κάνει να εξορμάει στην γαλάζιαν ερημιά και να ζητάει να αιχμαλωτίσει τον μεγάλο ανθρωποφάγο κεραυνό που ονομάζουμε “Θεό”». Ἀκόμα καὶ στὶς «τίγρες» βλέπει «το πιο αποκαλυπτικό, το πιο αντιπροσωπευτικό δημιούργημα της ζωής. Είναι η καθαρή ουσία της φοβερής δημιουργικής κίνησης, η γυμνή, αχόρταγη, πονηρή, ανήλεη δύναμη, λυγερή πολύ κι όλο ύπουλη επικίντυνη χάρη –απαράλλαχτη σαν το Πνέμα. Αν το Πνεύμα ήταν ορατό, έτσι σαν τον τίγρη θα περπατούσε, και θα ‘τρωγε την ίδια τροφή: κοτρώνια κρέας. Κι έτσι, με το ίδιο κίτρινο μάτι, πιτσιλισμένο αίμα, θα κοίταζε τους ανθρώπους. Όχι σαν οχτρός, ούτε σα φίλος· σαν κρέας».
Τὴν βούληση γιὰ κυριαρχία τῆς δύναμης τοῦ Ἀπόλυτου Κακοῦ –ἡ ὁποία βλέπει τὴν ἀνθρωπόμαζα σὰν «κρέας», δηλαδή, σὰν ἀπρόσωπη καὶ ἀναλώσιμη ὀργανικὴ ὕλη– ὁ Καζαντζάκης ἐντοπίζει καὶ μέσα του. Ἐξ ἄλλου, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον τὴν περιγράφει, μαρτυράει ἔντονη ἐμπειρία τῆς ἐπενέργειάς της ἐντός του.
Μεταγγίζοντας τὸ «Αἷμα» του: Αὐτὴν ἐνσταλάζει καὶ στοὺς ἀνυποψίαστους ἢ ἀποίμαντους ἢ ἄθεους ἀναγνῶστες του, διὰ τῆς ὑποβολῆς. Ἡ πιὸ συνήθης πρακτική του εἶναι ἡ χρήση τοῦ πρώτου πληθυντικοῦ προσώπου, διὰ τοῦ ὁποίου τοὺς συμπαρασύρει στὴν δίνη τῆς δικῆς του ἐμπειρίας, καὶ στὴν ἕνωσή τους μὲ τὸν δικό του «θεό». Ὅσοι παρασύρονται χωρὶς νὰ τὸ συνειδητοποιοῦν, γίνονται μοιρολάτρες καὶ ὑποταγμένοι. Ὅμως, ὅσοι βρίσκουν, στὴν «Δύναμη» αὐτή, τὸ ἄλλοθι γιὰ τὴν ἀγριότητα τῆς δικῆς τους βούλησης γιὰ κυριαρχία, αὐτοὶ ἀποκτοῦν τὴν αὐτοσυνειδησία τῶν «εκλεχτών», στοὺς ὁποίους ὅλα ἐπιτρέπονται, καὶ μεταλλάσσονται σὲ συνειδητοὺς Θύτες (ὅπως οἱ παγκοσμιοποιητὲς καὶ οἱ ἀρωγοί τους).
Ἡ Φωνὴ τοῦ Δαίμονα: Ἐπὶ παραδείγματι, μὲ ἀφορμὴ τὶς σαιξπηρικὲς τραγῳδίες –καὶ ἐνῷ μαίνεται ὁ πόλεμος στὴν Εὐρώπη– ὁ Καζαντζάκης ὑποβάλλει στοὺς δυτικοὺς ἀναγνῶστες του ὅτι, ὅλοι ἀντιλαμβανόμαστε, «μέσα μας», τὴν ὕπαρξη μιᾶς «άλλης φωνής»:
«Μέσα μας μια φωνή, ο “ανθρωπος”, είναι φυσικό να πονάει τους ανθρώπους και ν’ αποτροπιάζεται το αίμα· μα μέσα μας υπάρχει και μια άλλη φωνή, που δε νοιάζεται για την ασφάλεια, την καλοπέραση και την ευτυχία του ανθρώπου και ξέρει πως, χωρίς τον Πατέρα Πόλεμο, θα βούρκιαζε, στεκάμενο νερό, η ζωή. Η απάνθρωπη αυτή φωνή μέσα στον άνθρωπο δεν είναι δική μας· είναι κάποιου δαίμονα που ενεδρεύει στην ψυχή του ανθρώπου, απάνθρωπη και υπεράνθρωπη. Ή καλύτερα: Περάνθρωπη, που φωνάζει, και μάχεται για σκοπούς πέρα απο τον άνθρωπο. Κι η φωνή αυτή “ελπίζει” πως ο πόλεμος δε θα πάψει ποτέ».
Βέβαια, αὐτοὶ οἱ «σκοποὶ πέρα ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο» θὰ μποροῦσαν νὰ παραπέμπουν στὶς νομοτελειακὲς «διαδοχικὲς φάσεις τῆς γενικῆς μεταβολῆς τῶν ὄντων» τοῦ Γίν-Γιάνγκ. Ὅμως, τόσο ὁ ἀνθρωποκτόνος «δαίμονας που ενεδρεύει μέσα στην ψυχή μας», ὅσο καὶ ἡ ἀνηλεὴς πηγὴ ἐκπορεύσεώς του καὶ τὰ παρελκόμενά της, παραπέμπουν σαφῶς ἀλλοῦ, γεγονὸς ποὺ ὁ Καζαντζάκης ὄχι ἁπλῶς γνωρίζει –καὶ ὄχι μόνον ἀναγνωρίζει ἐντός του–, ἀλλὰ μεταλαμπαδεύει καὶ σὲ ἐμᾶς, μεταλλάσσοντάς μας, ἄλλους μὲν σὲ θύτες, ἄλλους δὲ σὲ θύματα.
Ἡ «Δύναμη ποὺ Σκοτώνει» καὶ ἡ Ἀριστοκρατία της: Ἄλλο παράδειγμα ἀθέατης μύησής μας στὸν δικό του «θεὸ» εἶναι τὸ ἑξῆς: μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι, ὁ θάνατος τοῦ ἥρωα τῆς σαιξπηρικῆς τραγωδίας ἀφήνει πίσω του μιὰ «μυστηριώδη οὐσία», ἡ ὁποία δίνει στὸν ἥρωα «ἀκατάλυτη ζωή», ὁ Καζαντζάκης μᾶς ὑποβάλλει ὅτι:
«Γι’ αυτό νιώθουμε ανεξήγητη ανακούφιση στο τέλος της τραγωδίας. Μιαν παράξενη συμφιλίωση με την Δύναμη που σκοτώνει. Συμφιλίωση μονάχα; Μπορεί, θαρρώ, κι ευγνωμοσύνη». «Γιατί η Δύναμη αυτή πρώτη φορά μας δίνει την ευκαιρία να μαντέψουμε, βλέποντας τον ήρωα να συντρίβεται όρθιος κάτω απο το βάρος αλάκερου του Σύμπαντου, πως η ψυχή του ανθρώπου πρέπει να’ ναι κάτι φοβερό, και μέσα στην ψυχή του ανθρώπου μια άλλη δύναμη, πολύ πιο φοβερή ακόμα, όλο ποιότητα, που καταφρονάει, και πέρα απο το θάνατο, την τυφλή όλο χτηνωδία ποσότητα».
Μὲ πρόσχημα, δηλαδή, τὶς σαιξπηρικὲς τραγωδίες, ὁ Καζαντζάκης μᾶς μυεῖ στὸν πυρῆνα τῆς –ἀπογυμνωμένης ἀπὸ μυθολογικὲς ἀλληγορίες– δικῆς του «ἀλήθειας», ἡ ὁποία εἶναι ὅτι: ὅποιος θέλει νὰ ἀνήκει –ἢ αἰσθάνεται ὅτι ἀνήκει– στὴν μεταφυσικὴ ἀριστοκρατία τῶν Ἀδίστακτων, ἀποδέχεται ὅτι, οἱ ποιοτικές, «ζωντανὲς» καὶ δυνατὲς ψυχὲς καταφρονοῦν τὴν ζωὴ τῆς «τυφλῆς ὅλο χτηνωδία ποσότητας», πού, γι’ αὐτές, εἶναι ἁπλὸ «κρέας». Ἀποκαλεῖ, μάλιστα, τὰ ἔργα τοῦ Σαίξπηρ τὴν «Βίβλο τοῦ ἐλεύτερου ἀνθρώπου», διότι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος τὰ ἑρμηνεύει, τὸν συμφιλιώνει μὲ τὴν δική του βούληση κυριαρχίας καὶ με τὰ δικά του ἀνθρωποκτόνα ἔνστικτα, καὶ ἔτσι τὸν ἀπελευθερώνει ἀπὸ κάθε τύψη καὶ ἐνοχή. Ἐξ οὗ καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη του πρὸς «τὴν Δύναμη ποὺ σκοτώνει».
Τὸ Δίκαιο Ἀνήκει στὴν Δύναμη: Σημειωτέον ὅτι, τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ οἱ δυνάμεις τοῦ ναζισμοῦ ἐφορμοῦσαν κατὰ τῆς ὑπόλοιπης Εὐρώπης, ὁ Καζαντζάκης –πού, ὅπως ὁ Νίτσε, ἀπεχθανόταν τὸν δυτικὸ πολιτισμὸ καὶ πίστευε ὅτι, «Ο νέος τραγικός πολιτισμός θ’ αναπηδήσει απο τη Γερμανία»– ἔγραφε μὲ ἀγαλλίαση: «Ξεσκίσθηκαν οι μάσκες, γκρεμίστηκε η πίστη, άνοιξαν οι καταπαχτές που κρατούσαν καταχωμένες τις μέσα μας απάνθρωπες δυνάμεις». «Βρισκόμαστε πια, μπαίνουμε πια, στην αρχή. Δεν είναι πια παρακμή η εποχή μας, όπως σου αρέσει να πιστεύεις, για να δικαιολογήσεις την ύπαρξή σου· είναι ακμή απο τεράστιες δυνάμες, βάρβαρες μπορεί, μα έτσι αρχινούν πάντα οι πολιτισμοί». Πρὸς ἐπίρρωση δὲ αὐτοῦ, προσέθετε: «Ο Τσιγκισχάνοςv φορούσε ένα σιδερένιο δακτυλίδι κι απάνω ήταν χαραγμένες δύο λέξες: “Ραστί-Ρουστί”, Δύναμη, Δίκιο. Η εποχή μας φόρεσε το σιδερένιο τούτο δαχτυλίδι».
Μὲ γνώμονα, δηλαδή, ὅτι τὸ δίκαιο ἀνήκει στὴν δύναμη –ὅπως ἐπιτάσσουν καὶ τὰ ἀμφιλεγόμενης προέλευσης «Πρωτόκολλα τῶν Σοφῶν τῆς Σιῶν»– ὁ Καζαντζάκης ἔβλεπε τὶς δυνάμεις τοῦ Τρίτου Ράιχ, ὄχι ὡς ἁπλοὺς φορεῖς τῆς ἀμέσως ἑπόμενης ἀπὸ τὶς «διαδοχικές φάσεις της γενικής μεταβολής των όντων» τοῦ Γίν-Γιάνγκ, ἀλλὰ ὡς φορεῖς τῆς βούλησης γιὰ κυριαρχία τῆς ἀνηλεοῦς «Δύναμης που σκοτώνει». Καί, τὶς θαύμαζε ἀκριβῶς γι’ αὐτό. Τὸν θαυμασμὸ δὲ αὐτὸν ἐπιβάλλει στοὺς ἀνυποψίαστους ἀναγνῶστες του διὰ τοῦ πνευματικοῦ ἐκβιασμοῦ –δηλαδή, περιφρονώντας ὡς “κατώτερο” ὅποιον διαφωνεῖ.
Οἱ Ἀδίστακτοι Ἐφορμοῦν: Τὶς βάρβαρες αὐτὲς δυνάμεις, ὁ Καζαντζάκης ἐξυμνεῖ διθυραμβικά: «Οι ζωντανές αυτές ψυχές ρίχνουνται στη δράση. Περιφρονούν το πνέμα, είδαν τη χρεοκοπία της παλιάς γενεάς. (…) Είδαν και σιχάθηκαν, και ρίχτηκαν να γκρεμίσουν ένα τέτοιο συγκρότημα καμουφλαρισμένης σκλαβιάς, καλοπέρασης και ψευτιάς. Κάνουν έφοδο. Οι καλύτεροι νέοι του κόσμου σήμερα δε γράφουν, ενεργούν. Αντικρύζουν ηρωικά τον θάνατο, τους κυριεύει ένθεη μανία, άνοιξε η καταπαχτή και τινάχτηκαν οι υποχθόνιες δύναμες απο τα παμπάλαια ιερά σκοτάδια του υποσυνείδητου και κάνουν έφοδο».
Τὸ γεγονός, ὅμως,  ὅτι, θεωρεῖ «νεκρούς» τους «λυτρωμένους ἀπὸ κάθε κακία», ἐπιβεβαιώνει ὅτι: ὁ Καζαντζάκης θαυμάζει ὡς «ζωντανές ψυχές» τὶς δυνάμεις τοῦ ναζισμοῦ, ἐπειδὴ τὶς ἀναγνωρίζει ὡς ψυχὲς ὑποδουλωμένες σὲ κάθε κακία· δηλαδή, τὶς θαυμάζει ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶναι φορεῖς τῆς βούλησης γιὰ κυριαρχία τῆς Δύναμης τοῦ Ἀπόλυτου Κακοῦ ποὺ διέπει τὸ δικό του «συμπαντο».
Οι Αδίστακτοι, Γεννήτορες Πολιτισμών: Ὁ Καζαντζάκης παραλλάσσει καὶ τὸν νιτσεϊκὸ «τροχὸ τοῦ καιροῦ» ὡς ἑξῆς: ἀποδέχεται μὲν ὡς ἀναπόδραστο τὸν «αἰώνιο Γυρισμὸ» στὴν ζωὴ τῆς κάστας τῶν ἀδίστακτων ἐξουσιαστῶν, ὄχι ὅμως ὡς μετενσάρκωση τῶν ἰδίων ἀνθρώπων στὶς ἴδιες συνθῆκες ζωῆς, ἀλλὰ ὡς φορεῖς τῶν συνεχῶν ἐπανεκδηλώσεων τῆς βούλησης γιὰ κυριαρχία τῆς «δύναμης που σκοτώνει». Μὲ τὴν παραλλαγὴ αὐτήν, οἱ ἀδίστακτοι ἐξουσιαστὲς δὲν νοοῦνται πλέον ὡς νιτσεϊκοὶ διονυσιακοὶ Ὑπεράνθρωποι-Λυτρωτές, ἀλλὰ ὡς ἀνηλεεῖς, καταστροφεῖς, θύτες, ἅρπαγες καὶ ἀνθρωποκτόνοι. Καὶ αὐτοὶ συνιστοῦν τὴν δική του ἐκδοχὴ τοῦ Ὑπεράνθρωπου. Αυτούς εξιδανικεύει, καὶ γι’ αυτό τον προβάλλουν οι παγκοσμιοποιητές.
Μὲ τὸ σαθρὸ δὲ ἐπιχείρημα ὅτι, «μα έτσι αρχινούν πάντα οι πολιτισμοί», ὁ Καζαντζάκης προβάλλει ὡς νομοτελειακὰ ἐπιβαλλόμενες τὶς ἀενάως ἐπαναλαμβανόμενες (ἑκάστοτε διαφορετικές) ἐφορμήσεις τῆς βούλησης γιὰ κυριαρχία τῆς κάστας τῶν (ἑκάστοτε διαφορετικῶν) δικῶν τοῦ «εκλεχτών» Ὑπερανθρώπων –γιὰ τοὺς ὁποίους ἰσχύει «το δίκαιο ανήκει στην δύναμη» καὶ «Το “Θέλω” είναι ο Νόμος»–, ἐναντίον (τῆς ἑκάστοτε διαφορετικῆς ἀνθρωπόμαζας) τῶν ἀδυνάμων, χωρὶς κανένα ἔλεος ἔναντι αὐτῶν, καὶ μὲ μόνη σταθερὰ ὅτι: «οἱ σκλάβοι πρέπει νὰ ὑπηρετοῦν».
Φυσικὴ Νομοτέλεια, ἡ Εὐτυχία τῶν Ὀλίγων: Τὸ γεγονὸς ὅτι, τέτοιου εἴδους «πολιτισμοὶ» ἔχουν διαχρονικά ἀποδειχθεῖ «τραγικοί», ἀκριβῶς ἐπειδὴ -βασιζόμενοι σ’ αυτή τη «φυσική»- ἠθικὴ ἐκθέτουν τοὺς πολλοὺς στήν τυραννία τῶν ὀλίγων, οὐδόλως ἐνοχλεῖ τὸν θαυμαστή του Τζένγκινς Χάν. Καί τοῦτο, διότι ὁ ἴδιος –ἐπιλέγοντας νὰ ἀρνεῖται τὸν ἐνανθρωπήσαντα Θεό, ὁ Ὁποῖος κατέρριψε τὸ ἀναπόδραστο τῆς φυσικῆς νομοτέλειας διὰ τῶν θαυμάτων Του, διὰ τοῦ σταυρικοῦ Του μαρτυρίου καὶ διὰ τῆς Ἀναστάσεώς Του- ὑποβάλλει στοὺς ἀνυποψίαστους δυτικοὺς ἀναγνῶστες του ὅτι: ὁ ἄνθρωπος «έπλασε ιδανικά καθαρά ανθρώπινα, πλάσματα κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του –τη δικαιοσύνη, την ισότητα, την ευτυχία για όλους. Αυτά δεν υπάρχουν πουθενά έξω απο την επιθυμία του ανθρώπου. Η ζούγκλα που ονομάζουμε ουρανό και γη έχει άλλους νόμους, ολότελα αντίθετους –την αδικία, την ανισότητα, την ευτυχία για λίγους, που κι αυτή περνάει και χάνεται σαν αστραπή».
Μύηση στὴν Ἀναπόδραστη Φρίκη: Μὲ τὸ Ἀπόλυτο Κακὸ νὰ διέπει νομοτελειακὰ τὰ πάντα καὶ μὲ τοὺς καζαντζάκειους Ὑπερανθρώπους ὡς ἐκφραστὲς τῆς βούλησής του γιὰ κυριαρχία, ἡ φρίκη τῆς ζωῆς εἶναι ἀναπόδραστη, καὶ γι’ αὐτὸ ὁ Καζαντζάκης χαρακτηρίζει ὡς χίμαιρα τὸν νιτσεϊκὸ Ὑπεράνθρωπο-Λυτρωτή. Δὲν ὑπάρχει λύτρωση, δὲν ὑπάρχει σωτηρία, δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα. Αὐτὴ εἶναι ἡ δική του –ἀντίστροφη– «καλὴ Ἀγγελία», αὐτὴ τὸν γεμίζει χαρά, καὶ αὐτὴν εὐαγγελίζεται στὰ ἔργα του ὁ Καζαντζάκης, καὶ γι’ αὐτὸ τὸν προβάλλουν οἱ παγκοσμιοποιητές.
Ὁ Πατέρας τοῦ Ὑπερανθρώπου: Τέλος, ὁ Καζαντζάκης χαρακτηρίζει τὸν δικό του Ὑπεράνθρωπο, ὡς «ανεξάρτητο πεινασμένο οργανισμό» καὶ ὡς «επικίντυνο σπόρο», διότι ἔχει ἀπόλυτη ἐπίγνωση τίνος γέννημα εἶναι. Λογοτεχνικὴ δὲ ἀδεία, ἀπευθύνεται πρὸς τὸν παραφρονήσαντα Νίτσε –μὲ κάποια συγκατάβαση, μάλιστα, μιᾶς καὶ ἐκεῖνος δὲν ἀποτόλμησε νὰ ἀναζητήσει τὴν «ἀλήθεια» πέρα ἀπὸ τὸν Διόνυσο– γιὰ νὰ ἀποκαλύψει τόσο σὲ ἐκεῖνον, ὅσο καὶ σὲ ἐμᾶς, τὸν πραγματικὸ γεννήτορα τοῦ «ἐπικίντυνου» αὐτοῦ σπόρου: «Ω Μεγαλομάρτυρα πατέρα του Υπερανθρώπου», «τώρα μονάχα –πολύ αργά– το νοιώθεις, δεν είναι ο σπόρος δικός σου. Τον εμπιστεύθηκε στα σπλάχνα σου μια δύναμη πολύ σκληρότερη, πολύ πιο απάνθρωπη κι απο τον πιο σκληρό κι απάνθρωπο λογισμό σου. Εμείς είμαστε μονάχα οι θηλυκές καρδιές, κι ένας φοβερός αόρατος Δράκος είναι ο άντρας που σπέρνει».
Ὁ Θεὸς τοῦ Καζαντζάκη: Ὁ Καζαντζάκης, δηλαδή, ἔχει ἀπόλυτη ἐπίγνωση ὅτι: ὁ φοβερὸς ἀόρατος Δράκος –ποὺ ἐμφυτεύει στὴν ψυχὴ τῆς μεταφυσικῆς ἀριστοκρατίας τῶν «εκλεχτών», τὴν ἀπόλυτη λατρεία τῆς Ἀνηλεοῦς Δύναμης, ὁδηγώντας τους στὶς πιὸ ἀπάνθρωπες σκέψεις καὶ ἐνέργειες– ἔχει ταυτοποιηθεῖ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὡς ὁ «Δράκων»· ὅτι εἶναι Πνεῦμα· ὅτι εἶναι προσωποποίηση καὶ ὑποκινητὴς κάθε κακοῦ· ὅτι εἶναι ἐχθρός του Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὅτι εἶναι ἀνθρωποκτόνος. Παρ’ ὅλα ταῦτα, ὄχι μόνον δὲν ἀποτάσσεται τὸν Δράκοντα αὐτόν, ἀλλά –ἐπιλέγοντάς τον ὡς τὴν δική του μόνη «ἀλήθεια»– ὑποτάσσεται σ’ αὐτόν· καὶ ἐκστασιάζεται καὶ ἀγαλλιᾶ μὲ τὶς ἀνθρωποκτόνες ἐφορμήσεις τῶν δυνάμεών του κατὰ τῆς ἀνθρωπότητας· καὶ τὸν ὑπηρετεῖ πιστά, μυώντας τοὺς ἀνυποψίαστους δυτικοὺς ἀναγνῶστες του στὸ ἀναπόδραστο τῆς «φρίκης» ποὺ ἡ ἐξουσία τοῦ Δράκοντος αὐτοῦ ἐπιφέρει στὴν ζωή τους.
Μὲ αὐτὸν τὸν «θεὸ» καλούμεθα, ἄραγε, νὰ ἑνωθοῦμε, ὅταν ὁ «νέος τραγικός πολιτισμός» τῶν ἀδίστακτων ἐξουσιαστῶν τῆς παγκοσμιοποίησης «ἀναπηδάει ἀπὸ τὴν Γερμανία», βυθίζοντας –γιὰ ἄλλη μιὰ φορά– τὴν Εὐρώπη στὸ χάος, στὸν ἀλληλοσπαραγμὸ καὶ στὴν ἀπόγνωση;
Θύτες, Θύματα, ἢ Ἐλεύθεροι; Ἂν ναί, τότε καλούμεθα, εἴτε νὰ συνεργήσουμε συνειδητὰ μὲ τὸν «θεὸ» αὐτόν, ἐπιφέροντας τὴν «φρίκη» του στὴν ζωὴ τῶν ἄλλων· εἴτε νὰ ὑποταχθοῦμε ἀδιαμαρτύρητα σ’ αὐτόν, ἀποδεχόμενοι μοιρολατρικὰ τὴν «φρίκη» του στὴν δική μας ζωή. Σύμφωνα, ὅμως,  μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Πατερικὴ Παράδοση, καὶ οἱ δύο αὐτὲς ἐπιλογὲς ἀπαιτοῦν νὰ ἐκδιώξουμε  αὐτοβούλως ἀπὸ τὴν καρδιά μας τὸν Προσωπικὸ Τριαδικὸ Θεὸ καὶ τὸ Μέγα Ἔλεός Του, καὶ νὰ ἀπεμπολήσουμε αὐτοβούλως ἀπὸ τὴν ψυχή μας, καὶ ἀπὸ τὴν ζωή μας, τὸ πολυτιμώτερο δῶρο Του: τὴν ἐλευθερία μας.
__________________________
(i).-Όλα τα πλάγια στοιχεία ανήκουν στο “ταξιδογράφημα” «Ταξιδεύοντας-Αγγλία», και ακολουθούν την ορθογραφία και την στίξη του βιβλίου-προσφοράς της εφημερίδας. Όλες οι υπογραμμίσεις και τά έντονα στοιχεία είναι δικά μας.
(ii).- Το Γίν και το Γιάνγκ συμβολίζουν, αντιστοίχως, «τον πατέρα και την μητέρα της μεταβολής και της μεταμόρφωσης, την αρχή και το τέλος της ζωής και του θανάτου και την πηγή της μυστικής κίνησης φωτός και σκότους». Συμβολίζουν, επίσης, το αδιαχώριστο αντιθετικό ζεύγος δυνάμεων, «η αντίθεση των οποίων δεν νοείται απόλυτα, ούτε ως πάλη του καλού και του κακού, αλλά μάλλον ως διαδοχικές φάσεις της γενικής μεταβολής των όντων». Βλ. Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, εκδ. Εκδοτική Αθηνών, Τόμος «ΟΙ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ».
(iii).-«H σταθερότητα και το αμετακίνητο στην αίσθηση και επίγνωση της ένθεης λογικότητας (Logosnost) του κόσμου χαρακτηρίζει τους αγγέλους και τους αγίους. Πλήρης απουσία αυτής της αισθήσεως και της επιγνώσεως χαρακτηρίζει τους δαίμονες και τους ανθρώπους τους πωρωμένους στο κακό. Αμφιταλάντευση σ' αυτή την αίσθηση είναι ο κλήρος των ολιγόπιστων ανθρώπων. O παράδεισος συνίσταται στην σταθερή και αμετακίνητη αίσθηση και επίγνωση της ένθεης λογικότητας του κόσμου που δημιουργήθηκε από τον Θεό Λόγο. O διάβολος γι' αυτό είναι διάβολος, γι' αυτό ολοκληρωτικά και αιώνια αρνείται την λογικότητα και λογική στον κόσμο». Ιουστίνος Πόποβιτς, †Aρχιμανδρίτης, Oδός Θεογνωσίας, Eκδόσεις Γρηγόρη, Aθήνα 1985.
(iv) ορ. 10, 20 («ό,τι θυσιάζουν οι ειδωλολάτρες, τα θυσιάζουν στα δαιμόνια, και όχι στον Θεό»).
(v) νοεί τον Τζένγκινς Χάν (1154-1227), αρχηγό των Τατάρων και ιδρυτή της πρώτης μογγολικής αυτοκρατορίας, ο οποίος ισχυριζόταν ότι είχε θεία αποστολή να κατακτήσει τον κόσμο.