Κάποιους, τα Πυθαγόρεια σύμβολα, αντί να τους χωρίζουν, τους ενώνουν!

Ὁμιλεῖ ὁ κ. Γ. καρατσαφέρης στο arttv, καὶ λέγει τὰ ἑξῆς ἐφηρμοσμένα Οἰκουμενιστικά, πρὸς ἐμπέδωση τοῦ ΛΑΟΥ:

μένα μὲ ἐνδιαφέρει ἕνα πρᾶγμα, νὰ μπορῶ νὰ κάνω τὸ σταυρό μου καὶ νὰ βλέπω καὶ τὸν δίπλα νὰ κάνει τὸ σταυρό του. Καὶ μπορῶ σὲ ὁποιονδήποτε χῶρο νὰ αἰσθάνομαι κοντά στὸν Θεό μου, ἐὰν μοῦ ἐπιτρέπεται νὰ κάνω τὸ σταυρό μου. Ὅταν κάποια περίοδο ζοῦσα στὴν Ἀγγλία, δίπλα στο σπίτι μου ἦταν μία Ἐκκλησία ἡ ὁποία δὲν ἦταν Ὀρθόδοξη. Πῆγα μία μέρα, βρῆκα τὸν ἱερέα καὶ τοῦ λέω. Ἐγὼ εἶναι Ὀρθόδοξος, μπορῶ νὰ ἔρχομαι ἐδῶ τὴν ὥρα τῆς Λειτουργίας καὶ νὰ προσεύχομαι στὸ Χριστό; Μοῦ λέει, βεβαίως. Πῆγα... Δὲν πιστεύω σ’ αὐτὰ ποὺ πιστεύουν. Ἀλλὰ ἔχουμε μία κατακλεῖδα ὅλοι. Πιστεύουμε στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ καθένας ἀπὸ τὴν πλευρά του. Ὁ καθένας θεωρεῖ τὸν ἄλλο αἱρετικό. Ἀλλὰ στὴν οὐσία ὅμως, ἡ κατάληξη εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
Καταλαβαίνω ὅλους αὐτοὺς ποὺ μιλᾶνε ἐναντίον τοῦ Πάπα, τὸ «καταρᾶσθε τὸν πάπα» τοῦ πατροΚοσμᾶ, ὅλα αὐτὰ τὰ ξέρω πάρα πολὺ καλά. Ἀλλὰ ἡ βάση εἶναι μία. Ὅταν ἔχουμε τὴν ἀπειλὴ τοῦ Ἰσλαμισμοῦ ποὺ πολλαπλασιάζεται, εἶναι μεγάλη πολυτέλεια νὰ βλέπουμε αὐτὰ τὰ ὁποῖα μᾶς χωρίζουν καὶ νὰ μὴ βλέπουμε αὐτὰ τὰ ὁποῖα μᾶς ἑνώνουν...
Κάποιοι ἐνοχλοῦνται καὶ ἔχουν μείνει συνδεδεμένη σὲ κάποια ...τσιτάτα κάποιων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τὰ ὁποῖα ἔγιναν κάτω ἀπὸ κάποια συγκεκριμένη ἱστορικὴ περίοδο, μὲ συγκεκριμένες ἀνάγκες...
Ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ δένουμε τὰ μάτια μας. Μὲ ρωτᾶνε: Ἔχεις ἐμπιστοσύνη στὸν Οἰκουμενικὸ πατριάρχη; Εὐτυχοῦμε νὰ ἔχουμε ἕνα πανέξυπνο ἄνθρωπο. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σπάνια μυαλά...
https://www.youtube.com/watch?v=I0fEyRVK2bQ&index=2&list=PL_4mo_gQkzFlU6pMWxquqKDp-GJqFn93x

Νὰ πῶ κάτι γιὰ τὸν Πατριάρχη. Ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι ἴσως ὁ εὐφυέστερος ἄνθρωπος ποὺ ἔχω γνωρίσει στὴ ζωή μου. Ἔχει γίνει τὸ κόμμα (τοῦ ΛΑ.Ο.Σ.) τὸ Μάϊο, τότε ποὺ μ’ ἔδιωξε ὁ Καραμανλῆς.
Ἔχω ἀρχίσει λοιπόν καὶ μελετάω τὸ σῆμα τοῦ κόμματος. Τί σηματοδοτεῖ αὐτὸ τὸ κόμμα. Ὕστερα ἀπὸ ἕνα μῆνα, δύο, τρεῖς ἔχω βγάλει τὸ σῆμα καὶ τὸ φοράω. Δὲν τὸ ξέρει κανείς. Ἑπτασφράγιστο μυστικό, εἶναι. Θέλει ἀποκωδικοποιητές. Οὐδεὶς γνώριζε τί (μηνύματα, συμβολισμοὺς) ἔκρυβε. Μετὰ ἀπὸ δύο τρία χρόνια εἶχα πεῖ μερικὰ πράγματα γιὰ τὸ σῆμα. Κι ἔρχεται ὁ Βαρθολομαῖος καὶ ζητάει νὰ μὲ δεῖ. Καὶ πηγαίνω ἐπάνω καὶ φοράω τὸ σηματάκι, τόσο δά!

–Καλῶς τον, μοῦ λέει. Ἄ, αὐτὰ τὰ τρίγωνα σημαίνει αὐτό. Αὐτὰ τὰ χρώματα σημαίνει αὐτό. Αὐτοὶ οἱ κύκλοι σημαίνει αὐτό.
Καὶ μοῦ κάνει ὅλη τὴν ἀνάλυση τοῦ σήματος, τὀ ὁποῖο τὸ εἶχα βασίσει ἐγὼ στὰ Πυθαγόρεια. Χωρὶς νὰ τὸ ξέρει! Δὲν τὸ εἶχα συζητήσει οὔτε μὲ τὴ γυναίκα μου. Ἁπλῶς, εἶχα βρεῖ ἕνα σῆμα ποὺ νὰ σηματοδοτεῖ κάποια πράγματα. Καὶ τοῦ λέω: Μὲ ἐκπλήσσετε.
Δὲν εἶναι (ὁ Πατριάρχης τυχαία προσωπικότητα. Ἔχει πολλοὺς ἐχθρούς, γιατί εἶναι ὑπερκινητικός...
https://www.youtube.com/watch?v=Gsb4-SFuPyc&list=PL_4mo_gQkzFlU6pMWxquqKDp-GJqFn93x&index=1

Πολιτικοεκκλησιαστικὴ διπλωματία εἰς τὴν Ρώμην εἰς βάρος τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, π. Θεόδωρου Ζήση




Τὴν ἡμέρα τῆς ἐπιδημίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν Πεντηκοστὴ τῶν Ὀρθοδόξων, ἐπέλεξε ὁ πάπας Φραγκίσκος γιὰ νὰ καλέσει Χριστιανούς, Ἰουδαίους καὶ Μουσουλμάνους νὰ προσευχηθοῦν ὑπὲρ τῆς εἰρήνης στὴν πολύπαθη Μέση Ἀνατολή. Δὲν θὰ μποροῦσε βέβαια νὰ ὑπολογίζει στὴν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σ᾽ αὐτὴν τὴν ἐπικοινωνιακὴ φιέστα γιὰ δύο λόγους.

Ἐν πρώτοις, γιατὶ ὁ Παπισμός, ὡς μεγίστη αἵρεση, στερεῖται τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν ἐπιδημεῖ ἐκεῖ καὶ δὲν ἐνεργεῖ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐδῶ καὶ χίλια χρόνια, ἀπὸ τὸτε ποὺ ἀποκόπηκαν ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τὸ 1054.Ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης οἱ Λατῖνοι, ἐπειδὴ μὲ τὴν αἵρεση τοῦ Filioque ὕβρισαν καὶ ἐταπείνωσαν τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἔχασαν τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μὲ συνέπεια ὅλα σ᾽ αὐτοὺς νὰ εἶναι μία καινοτομία καὶ πλάνη, καὶ τὸ μόνο
ποὺ ἐπιτυγχάνουν εἶναι νὰ σκανδαλίζουν τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὰ δόγματα καὶ μὲ τὸν βίο τους, διότι «περὶ τὴν πίστιν καινοτομήσαντες καὶ περὶ τὸν βίον ἐξέκλιναν. Ἐχόμενα γὰρ ἀλλήλων εἰσί, πίστις καὶ βίος»1. Εἶναι συντριπτική, ἀλλὰ ἀληθινή, ἡ ἐκτίμηση τοῦ Κωνσταντινουπολίτη τὴν καταγωγὴ Ἁγίου καὶ ἐκφράζει τὴν σταθερὴ καὶ διαχρονικὴ πίστη τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ κλονίσει κανένας Ἀθηναγόρας, κανένας Βαρθολομαῖος, κανένα Βαλαμάντ, ποὺ ἀναγνωρίζουν ὡς Ἐκκλησία τὸν Παπισμὸ μὲ ἀποστολικὴ διαδοχὴ καὶ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὰ τελούμενα μυστήριά τους. Γράφει ὁ Ἅγιος Συμεών· «Βλασφημοῦσιν ἄρα οἱ καινοτόμοι καὶ πόρρω τοῦ Πνεύματός εἰσι, βλασφημοῦντες κατὰ τοῦ Πνεύματος, καὶ οὐκ ἐν ἑαυτοῖς ὅλως τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· διὸ καὶ τὰ αὐτῶν ἀχαρίτωτα ὡς τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος ἀθετούντων καὶ ὑποβιβαζόντων αὐτό...διὸ καὶ τὸ Πνεῦμα οὐκ ἐν ἑαυτοῖς τὸ Ἅγιον, καὶ οὐδὲν πνευματικὸν ἐν αὐτοῖς καὶ καινὰ πάντα καὶ ἐξηλλαγμένα τὰ ἐν αὐτοῖς καὶ παρὰ τὴν θείαν παράδοσιν»2. Χωρὶς ὅμως τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καμμία προσευχὴ δὲν φθάνει στὸν Θεό, δὲν ἐνεργεῖ, καὶ ἑπομένως ἀπὸ πλευρᾶς πνευματικῆς ὅλη ἡ φιέστα ἦταν κενὴ καὶ μετέωρη, «πηγὴ συντετριμμένη», τρύπιο δοχεῖο, ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὸ πάντοτε ἀληθές «οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος».
Πολὺ περισσότερο, ἦταν ἀδύνατο νὰ ἐνεργήσει σ᾽ αὐτὴν τὴν προσευχὴ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, διότι καὶ τὰ τρία μέρη ποὺ ὀργάνωσαν τὴν τελετὴ προσβάλλουν καὶ ὑβρίζουν τὸ δόγμα τῆς Ἁγίας Τριάδος· Ἰουδαῖοι καὶ Μουσουλμάνοι μὲ τὸ νὰ μὴ ἀναγνωρίζουν τὴν θεότητα τοῦ Κυρίου Ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ τὸν ὑβρίζουν καὶ νὰ τὸν σταυρώνουν μέχρι σήμερα, οἱ δὲ Παπικοὶ ὑποτιμώντας καὶ ταπεινώνοντας τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὴν αἵρεση τοῦ Filioque καὶ τὴν βαρλααμικὴ πλάνη περὶ κτιστῆς χάριτος. Ἂν οἱ ἱεροὶ κανόνες ἀπαγορεύουν αὐστηρὰ τὴν συμπροσευχὴ μὲ αἱρετικούς, μὲ ἐπιβαλλόμενη ποινὴ γιὰ τοὺς κληρικοὺς τὴν καθαίρεση, κανονικὸ παράπτωμα στὸ ὁποῖο ὑποπίπτει κατ᾽ ἐξακολούθησιν ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος ἐπὶ ἔτη, τὶ νὰ εἰπεῖ κανεὶς γιὰ τὴν συγκρητιστική, ἀσεβέστατη, ἀντίθεη συμπροσευχὴ μὲ Ἰουδαίους καὶ Μουσουλμάνους, γιὰ τοὺς ὁποίους ἰσχύει τὸ Παύλειο· «τὶς κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; Τὶς δὲ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαλ; Ἢ τὶς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου;».Ἡ μόνη σωστὴ στὰση ἀπέναντι τῶν ἀπίστων καὶ ἀλλοπίστων εἶναι ἡ σύσταση τοῦ αὐτοῦ οὐρανοβάμονος Ἀποστόλου· «Διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε»3.
Ὁ δεύτερος λόγος τῆς ἀπουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ τὴν ἐκδήλωση γιὰ τὴν εἰρήνη στὴν Ρώμη εἶναι ἡ ἐπιδίωξη ἐκ μέρους καὶ τῶν τριῶν συμμετεχόντων, Παπισμοῦ, Ἰσραήλ, Παλαιστινίων (Μουσουλμάνων), πολιτικο-ἐκκλησιαστικῶν ἰσορροπιῶν καὶ πλεονεκτημάτων, ὄχι βέβαια στὸ πραγματικὸ πεδίο τῶν διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων, ὅπου ἐκεῖ καμμία πρόοδος δὲν παρατηρεῖται μὲ τὸ ἐκτρεφόμενο ἀνυποχώρητο μῖσος μεταξὺ Ἑβραίων καὶ Παλαιστινίων καὶ τὴν παντελῆ ἀπουσία τοῦ πνεύματος τῆς χριστιανικῆς καταλλαγῆς καὶ εἰρήνης, καρπῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλὰ περισσότερο στὸ πεδίο τῶν ἐπικοινωνιακῶν ἐντυπώσεων, ὅπου ὑποκριτικὰ καὶ φαρισαϊκά, νὰ προσθέσουμε καὶ ἰησουϊτικά, ὅλοι θέλουν νὰ ἐμφανίζονται ὡς εἰρηνοποιοί, ἐνῶ συγχρόνως ἀκονίζουν τὰ μαχαίρια καὶ ἐνισχύουν τὴν σύγκρουση. Δὲν εἶναι ἄσχετα μὲ αὐτὲς τὶς πολιτικοεκκλησιαστικὲς διεργασίες τὰ συμβαίνοντα στὴν Οὐκρανία, ὅπου ἡ ἀνάμειξη τοῦ «εἰρηνοποιοῦ» Βατικανοῦ μὲ τὴν ὑποστήριξη τῶν Οὐνιτῶν τῆς Οὐκρανίας ἐναντίον τῶν Ὀρθοδόξων Ρώσων εἶναι ἐμφανής, ὅπως συνέβη πρὶν ἀπὸ δύο δεκαετίες μὲ τὴν περίπτωση τῶν Ὀρθοδόξων Σέρβων, τοὺς ὁποίους κατακρεούργησαν ὁ Πάπας καὶ ἡ Δύση, μὲ τὴν ἀναίσχυντη ὑποστήριξη ὄχι μόνο τῶν Κροατῶν τοῦ Πάπα, ἀλλὰ καὶ τῶν Μουσουλμάνων τῆς Βοσνίας καὶ τοῦ Κοσσυφοπεδίου. Στόχος τοῦ Βατικανοῦ καὶ τῆς μασονοσιωνιστικῆς Δύσεως εἶναι πάντοτε ἡ Ὀρθοδοξία, ὅπως δὲ εὔστοχα παρετήρησε ὁ ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσίας Εὐγένιος Λαβρὸφ ἐνοχλεῖ τὴν Δύση ἡ ἀναβίωση στὴν Ρωσία τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ ὀρθοδόξου πολιτισμοῦ, καὶ δὲν θέλουν ἐπ᾽ οὐδενὶ νὰ χάσει τὴν δυναμική του ὁ σταθερὰ ἐξαπλούμενος δυτικός, ὑλιστικὸς καὶ ὀρθολογιστικός, πολιτισμός.
Κερδίζει λοιπὸν ἐπικοινωνιακὰ τὸ Βατικανὸ νὰ ἐμφανίζεται ὡς εἰρηνοποιὸς παράγων, ἐνῶ ὑπογείως ὑποθάλπει καὶ ἐνισχύει συγκρούσεις ἢ σιωπᾶ, γιὰ νὰ καλύψει τὴν ἐνοχή του; Τὶ ἐκέρδισε ὅμως ἡ ὀρθόδοξη πλευρὰ μὲ τοὺς δύο κορυφαίους ἐκπροσώπους της, τὸν οἰκουμενικὸ πατριάρχη καὶ τὸν πατριάρχη Ἱεροσολύμων; Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἰσχυρισθεῖ, ὅτι ὁ οἰκουμενικὸς πατριάρχης ἐκέρδισε, διότι ἐνώπιον πολιτικῶν καὶ θρησκευτικῶν παραγόντων καὶ ὑπὸ τὰ ὄμματα τῆς Οἰκουμένης προβάλλεται ὡς ὁ πρῶτος τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς ὁ ἡγέτης τῶν Ὀρθοδόξων καὶ ἐνισχύεται ἔτσι τὸ κῦρος τῆς πρωτόθρονης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπέναντι ὅσων τὴν ἀμφισβητοῦν, ἰδιαίτερα ἀπέναντι τῆς ἰσχυρῆς Ὀρθόδοξης Ρωσίας, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς ἐνοχλεῖται βλέπουσα τὸν Ὀρθόδοξο πρωθιεράρχη νὰ συμμαχεῖ διαχρονικά, ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἀμερικανοενθρονισθέντος Ἀθηναγόρα, μὲ τὴν παπικὴ καὶ δυτικὴ διπλωματία, ἡ ὁποία προωθεῖ πάντοτε τὰ δυτικὰ καὶ παπικὰ συμφέροντα εἰς βάρος τῶν Ὀρθοδόξων. Τὶ ἔχει ἐπιτύχει τὸ Φανάρι μέχρι τώρα μὲ αὐτὴν τὴν φιλοαμερικανικὴ καὶ φιλοπαπικὴ ἐκκλησιαστικὴ πολιτική; Τίποτε; Διαρκῶς φθίνει καὶ ἀποδυναμώνεται, διότι στηρίζει τὶς ἐλπίδες του ὄχι στὸν Θεό, ἀλλὰ στοὺς ἰσχυροὺς τῆς γῆς, ποὺ συμμαχοῦν ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας του. Ἐνδεχομένως νὰ ἐκέρδισε ἐπικοινωνιακὰ καὶ ὁ πατριάρχης Ἱεροσολύμων, ἰδιαίτερα ἀπέναντι τῶν Ἀράβων· ἤθελε ἴσως νὰ δείξει εἰς τὸν Ἀχμοὺτ Ἀμπάς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀκούει ἢ καὶ νὰ ἐνισχύει ὅσους ἐπιδιώκουν τὴν ἀραβοποίηση τοῦ ἑλληνορθοδόξου πατριαρχείου μὲ τὴν ἐνίσχυση τῆς παρουσίας Ἀράβων κληρικῶν καὶ μοναχῶν στὴν Ἁγιοταφιτικὴ Ἀδελφότητα, διότι ἔχει τὴν στήριξη καὶ τὴν βοήθεια τοῦ πάπα καὶ τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχου. Ἀπέναντι πάντως αὐτῶν τῶν ἀβεβαίων καὶ ἐπισφαλῶν προσδοκιῶν τῶν δύο ὀρθοδόξων προκαθημένων ὁ πάπας καὶ ἡ Δύση ἔδειχναν πρὸς τὴν ᾽Ορθόδοξη Ρωσία, τὸ ποίμνιο τῆς ὁποίας αἱματοκυλίουν στὴν Οὐκρανία, ὅτι ἡ οἰκουμενικὴ Ὀρθοδοξία, εἶναι μαζί τους, ἐκπροσωπουμένη ἀπὸ δύο μεγάλους ἱστορικούς θρόνους μὲ ἰδιαίτερο ἐκκλησιαστικὸ βάρος, τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα. Ἀπέναντι πάντως τῶν ἐλαχίστων, σχεδὸν μηδαμινῶν κερδῶν τῆς ὀρθοδόξου παρουσίας στὴ Ρώμη, ποὺ δὲν ἔχουν καμμία πνευματικὴ ἀφετηρία καὶ θεμελίωση, οἱ ζημιὲς καὶ οἱ ἀπώλειες εἶναι μέγιστες καὶ καταστροφικές.
Ὁ Ἰησουίτης πάπας, πιστὸς στὸ τάγμα του, ποὺ δημιούργησε τὴν Οὐνία, τὴν προωθεῖ ἄριστα. Δὲν ἔφτανε ἡ προκλητικὴ παρουσία Οὐνιτῶν κατὰ τὴν ἐνθρόνισή του καὶ κατὰ τὴν πρόσφατη συνάντησή του μὲ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη στὰ Ἱεροσόλυμα, μᾶς ἐκλαμβάνει τώρα ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους ὡς Οὐνίτες, ἀφοῦ τοῦ τὸ ἐπέτρεψαν οἱ δύο πατριάρχες μας στὴν Ρώμη. Ἡ εἰκόνα ποὺ μεταδόθηκε διαδικτυακὰ καὶ τηλεοπτικὰ σὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο εἶναι εἰκόνα οὐνιτικῆς ἐνσωμάτωσης, μὲ κυρίαρχο μοτίβο τὸ πρωτεῖο καὶ τὴν πρωτοκαθεδρία τοῦ πάπα. Ἂν κανεὶς τοῦ ἀναγνωρίσει αὐτὰ τὰ δύο, τὰ ὑπόλοιπα, ἀκόμη καὶ οἱ δογματικὲς διαφορές, ὑποχωροῦν. Καὶ οἱ πατριάρχες μας τοῦ τὰ ἀνεγνώρισαν στὰ ὄμματα ὅλης τῆς Οἰκουμένης. Αὐτὸς ἦταν ὁ πρῶτος ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν Χριστιανῶν, ποὺ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, συζητοῦσε μὲ τοὺς δύο ἀρχηγοὺς τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ τῶν Παλαιστινίων. Οἱ Χριστιανοὶ ὅλοι, καὶ οἱ Ὀρθόδοξοι, εἴχαμε στὴν συνάντηση αὐτὴ ὡς πρῶτο τὸν πάπα, ὁ ὁποῖος καθόταν μαζὶ μὲ τοὺς δύο πολιτικοὺς ἡγέτες ἐπὶ ξεχωριστοῦ καὶ ὑπερυψωμένου βάθρου, ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος παραπέρα σὲ χαμηλότερο καὶ μικρότερο βάθρο, μὲ μία μικρὴ ἀντιπροσωπεία, καὶ πιὸ πέρα ὁ πατριάρχης Ἱεροσολύμων Θεόφιλος ὁλομόναχος, ἐνσωματωμένος στὴν ὁμάδα τῶν καρδιναλίων.
Πόσο ταπεινωτικὸ γιὰ τοὺς δύο πατριάρχες, καὶ δι᾽ αὐτῶν γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, εἶναι τὸ σκηνικὸ αὐτὸ ποὺ ἔστησαν οἱ διπλωμάτες τοῦ Βατικανοῦ φαίνεται, ἂν σκεφθεῖ κανεὶς τὸν θεσμὸ τῆς πενταρχίας τῶν πατριαρχῶν στὴν πρὶν ἀπὸ τὸ σχίσμα περίοδο, κατὰ τὸν ὁποῖο οἱ πέντε πατριάρχες Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων, ὁμότιμοι καὶ ὁμόθρονοι, μὲ πλήρη ἰσότητα καὶ ἀξία, ἀποτελοῦσαν τό «πεντακόρυφον κράτος» τῆς Ἐκκλησίας, ὁ δὲ πάπας μόνον τιμητικὰ ἀναγνωριζόταν ὡς «πρῶτος μεταξὺ ἴσων» (primus inter pares), πρᾶγμα ποὺ τώρα ἰσχύει γιὰ τὸν Κωνσταντινουπόλεως μετὰ τὴν ἀπόσχιση τοῦ Παπισμοῦ.
Στὴν Ρώμη οἱ δύο κορυφὲς τῆς Ἐκκλησίας κουρεύτηκαν πολύ, γιὰ νὰ προβάλλεται μόνον ὡς κορυφὴ μοναδικὴ ὁ πάπας. Τὸ παπικὸ δὲ αὐτὸ πρωτεῖο μεταφέρθηκε εἰκονικὰ καὶ στὴν Ὀρθόδοξη πλευρά, ὅπως ἀκριβῶς γίνεται καὶ στὸ πολύκροτο καὶ ἀπαράδεκτο κείμενο τῆς Ραβέννας, ὅπου γιὰ νὰ δεχθοῦν οἱ Ὀρθόδοξοι ἕνα παγκόσμιο πρωτεῖο τοῦ πάπα μᾶς χαρίζουν οἱ παπικοὶ ἕνα πρωτεῖο ἐξουσίας καὶ γιὰ τὸν οἰκουμενικὸ πατριάρχη μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν διαφαινόμενη ἀμφισβήτηση τῆς Κωνσταντινούπολης καὶ τὶς διενέξεις μεταξὺ τῶν Ὀρθοδόξων. Ὅ,τι ἰσχύει εἰκονικὰ γιὰ τὸ βάθρο τοῦ πάπα, σὲ σχέση μὲ τὸ βάθρο τοῦ Κωνσταντινουπόλεως, ἰσχύει σὲ μεγαλύτερο βαθμὸ γιὰ τὸ ὑποβαθμισμένο βάθρο τοῦ Κωνσταντινουπόλεως σὲ σχέση μὲ τὸ ἀνύπαρκτο βάθρο τοῦ Ἱεροσολύμων. Ἡ ἰσότητα καὶ ἡ ὁμοτιμία τῶν πατριαρχικῶν θρόνων ἀπαιτοῦσε καὶ οἱ τρεῖς πατριάρχες, πάπας, οἰκουμενικὸς καὶ Ἱεροσολύμων νὰ κάθονται μαζί, καὶ ἂν αὐτὸ διπλωματικὰ ἦταν ἀκατόρθωτο, ἔπρεπε νὰ ἀποφευχθεῖ ἡ συμμετοχή. Αὐτὸ δὲ ποὺ μποροῦσε ὁ οἰκουμενικὸς νὰ διεκδικήσει, χωρὶς νὰ θίγει τὸν πάπα, σὲ περίπτωση ποὺ ἔκρινε ὅτι ἦταν ἐπιβεβλημένη ἡ συμμετοχή, ἦταν νὰ ζητήσει νὰ εἶναι στὸ ἴδιο βάθρο μὲ τὸν Ἱεροσολύμων, γιὰ νὰ δώσει ἕνα καλὸ μάθημα σεβασμοῦ τῶν ἴσων πατριαρχικῶν θρόνων στὸν μεγάλαυχο καὶ ἀδιόρθωτο ποντίφηκα, ὁ ὁποῖος ἐπικοινωνιακὰ ἔκανε κάποιες κινήσεις εὐγενείας πρὸς τὸν Βαρθολομαῖο, σὰν νὰ τοῦ ἔκανε κάποια χάρη ἀπὸ ταπείνωση, ἐνῶ αὐτὸ ἐπιβάλλεται ἀπὸ τὴν παράδοση γιὰ τὴν ἰσότητα τῶν θρόνων, τὴν ὁποία οὐδέποτε δέχθηκε, οὔτε πρόκειται νὰ δεχθεῖ ὁ μονάρχης τῆς «Καθολικῆς Ἐκκλησίας».
Ἂς ρωτήσει ὁ οἰκουμενικὸς πόσο σέβεται ὁ πάπας τοὺς Οὐνίτες πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς, καὶ ἂς σκεφθεῖ καλύτερα τὴν οὐνιτικὴ συμπεριφορά του καὶ τὴν ταπείνωση τῆς Ἐκκλησίας, πρὸς χάριν ἐλαχίστων ὠφελημάτων ἐξουσίας καὶ πρωτοκαθεδρίας. Ὁ ἐκ τῶν Οὐνιτῶν πατριάρχης Ἀντιοχείας Μάξιμος Δ´, διαμαρτυρόμενος κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Β’ Βατικανικῆς Συνόδου γιὰ τὸν ἐξευτελισμὸ τῆς πατριαρχικῆς ἀξίας καὶ τὴν ὑποτίμηση τῶν πατριαρχῶν στὰ κείμενα τῆς συνόδου εἶπε: «Δὲν ἁρμόζει νὰ καλύπτωμεν τοὺς ἀνατολικοὺς πατριάρχας διὰ τιμῶν καὶ πρωτοκαθεδριῶν, ἵνα μετὰ ταῦτα μεταχειριζώμεθα αὐτοὺς ὡς ὑποτακτικούς, τῶν ὁποίων ἡ αὐθεντία ἐξαρτᾶται καθ᾽ ὅλας τὰς λεπτομερείας αὐτῆς ἐξ ἀπείρων ἀναγκαστικῶν προσφυγῶν εἰς τὰς συνόδους τῆς ρωμαϊκῆς κουρίας διὰ μηδαμινὰ πράγματα»4.
Ἂς ξαναδιαβάσει καὶ τὸν Σίλβεστρο Συρόπουλο, γιὰ νὰ ζήσει τὴν ἀγανάκτηση τῶν Ὀρθοδόξων στὴν σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, ὅπου ἡ ταπείνωσή τους ἄρχισε μὲ τὸ νὰ τοποθετοῦν τὸν θρόνο τοῦ πάπα σὲ ὑψηλότερο ἐπίπεδο, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν θρόνο τοῦ αὐτοκράτορος Ἰωάννου Η´ Παλαιολόγου, καὶ πολὺ χαμηλότερα τὸν θρόνο τοῦ πατριάρχου Ἰωσήφ. Καὶ μόνο λόγῳ τῆς ἀνάγκης πείσθηκαν τότε οἱ Ὀρθόδοξοι νὰ δεχθοῦν τὸνὑποβιβασμὸ καὶ τὴν ταπείνωση, πλήρεις ὅμως ἀγανακτήσεως. Γράφει ὁ Συρόπουλος: «Ἐπείσθη τοίνυν ἐξ ἀνάγκης εἰς ταῦτα ὁ βασιλεύς· ὁ δὲ πατριάρχης καὶ ἔτι δυσχεραίνων ἦν καὶ μὴ ἀνεχόμενος τὸν τοσοῦτον ὑποβιβασμὸν τῆς καθέδρας...Ἀγανακτήσας ὁ βασιλεὺς ἔφη ὅτι· Νῦν ἔγνων ἀληθῶς ὡς ἡ ζήτησις τοῦ θρόνου καὶ τῆς καθέδρας οὐχὶδιὰ τὴν συνοδικὴν τάξιν, ἀλλὰ δι᾽ ὑπερηφανείαν μᾶλλον καὶ φαντασίαν ἐζητεῖτο κοσμικήν, πόρρω τῆς πνευματικῆςἡμῶν καταστάσεως»5.
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὸ ὁποῖο «συγκροτεῖ ὅλον τὸν θεσμὸν τῆς Ἐκκλησίας» ἐπὶ συνοδικῆς βάσεως, κατὰ τὸ πρότυπο τῆς Ἀποστολικῆς Συνόδου τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἀπουσίαζε ἀπὸ τὴν Ρώμη, ἡ ὁποία διαχρονικὰ τὸ ὑποτιμᾶ καὶ τὸ ὑποβιβάζει. Ἦταν μία ἐκδήλωση χωρὶς τὴν παρουσία τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ μὲ κίνητρα κοσμικὰ καὶ ἐξουσιαστικά. Μία ἐκδήλωση κατὰ τὴν ὁποία δύο ὀρθόδοξοι πατριάρχες, καὶ μάλιστα πρεσβυγενῶν καὶ μεγάλης ἀξίας πατριαρχικῶν θρόνων, ἄφησαν τὸν εὐλογημένο χῶρο τῶν τοπικῶν τους Ἐκκλησιῶν τὴν ἡμέρα τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς καὶ κατέφυγαν ὄχι ἁπλῶς ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει Πνεῦμα Ἅγιον, ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ βλασφημεῖται καὶ ὑποτιμᾶται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ τὴν αἵρεση τοῦ Filioque καὶ τὴν διδασκαλία περὶ κτιστῆς Χάριτος, αἱρέσεις ποὺ ἐπέσυραν καὶ ἐπισύρουν τὸν ἀναθεματισμὸ ὅσων τὶς υἱοθετοῦν. Ἡ συνελθοῦσα τὸ 879-80 Σύνοδος ἐπὶ Μ.Φωτίου, ποὺ θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους ὡς Η´ Οἰκουμενική, στὴν ὁποία συμμετεῖχε καὶ ἡ ὀρθοδοξοῦσα τότε Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, λέγει καὶ τὰ ἑξῆς στὶς ἀποφάσεις της σχετικῶς μὲ τὴν αἵρεση τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ: «Πάντες οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω πιστεύομεν, ἐν ταύτῃ τῇ ὁμολογίᾳ ἐβαπτίσθημέν τε καὶ τοῦ ἱερατικοῦ βαθμοῦ ἠξιώμεθα· τοὺς ἑτέρως παρὰ τοῦτο φρονοῦντας ἢ ἕτερον ὅρον ἀντὶ τούτου προβαλέσθαι τολμῶντας τῷ ἀναθέματι καθυποβάλλομεν»6. Ὁ ἴδιος ὁ Μ. Φώτιος σὲ σχετικὴ ἐπιστολή του γράφει: «Ἡ κατὰ τοῦ Πνεύματος, μᾶλλον δὲ καθ᾽ ὅλης τῆς ἁγίας Τριάδος, ὑπερβολὴν οὐ λείπουσα, βλασφημία, κἂν μηδὲν ἕτερον εἴη τῶν προειρημένων τετολμημένον, ἐξαρκεῖ, καὶ μόνον, μυρίοις αὐτοὺς ὑπαγαγεῖν ἀναθέμασιν»7. Καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς, γιὰ νὰ τονίσει τὸ βάρος τῆς αἱρέσεως τοῦ Filioque, λέγει, ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς Λατίνους, τοὺς Παπικοὺς δηλαδή, ὅτι, ἐπειδὴ πίσω ἀπὸ τὴν αἵρεση αὐτὴ βρίσκεται ὁ Σατανᾶς, τοῦ ὁποίου γνωρίζουμε τὶς μεθοδεύσεις, δὲν θὰ σᾶς δεχθοῦμε ποτὲ σὲ κοινωνία, μέχρις ὅτου ἐξακολουθεῖτε νὰ ἰσχυρίζεσθε ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ: «Ἀλλ᾽ ἡμεῖς διδαχθέντες ὑπὸ τῆς θεοσοφίας τῶν Πατέρων αὐτοῦ τὰ νοήματα μὴ ἀγνοεῖν, ἀφανῆ τὴν ἀρχὴν ὡς ἐπίπαν τοῖς πολλοῖς τυγχάνοντα, οὐδέποτ᾽ ἂν ὑμᾶς κοινωνοὺς δεξαίμεθα, μέχρις ἂν καὶ ἐκ τοῦΥἱοῦ τὸ Πνεῦμα λέγητε»8. Οἱ δύο πατριάρχες καὶ ὅσοι τοὺς ἀκολουθοῦν στὴν κοινωνία μὲ τὸν αἱρετικὸ πάπα εἶναι ἐκτὸς τῆς ὁδοῦ τῶν Ἁγίων Πατέρων, ἐκτὸς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Σημειώσεις:
1. Διάλογος 21, PG 155, 108 BC.
2. Ἐπιστολὴ περὶ τῶν Μακαρισμῶν 5, εἰς D. Balfour, Συμεὼν ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης (1416/17-1429), Ἔργα Θεολογικά, Ἀνάλεκτα Βλατάδων 34, Θεσσαλονίκη 1981, σελ. 226.
3. Β´ Κορ. 6, 14-18.
4. «Καθολική» 36 (1964), φύλ. 1412, σελ. 4. Περισσότερα βλ. εἰς Πρωτοπρεσβυτέρου ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ, Οὐνία. Ἡ καταδίκη καὶ ἡ ἀθώωση (στὸ Freising καὶ στὸ Balamand), Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 63-64).
5. V. LAURENT, Le «Memoires» du Grand Ecclesiarque de l' Eglise de Constantinople Solvestre Syropoulos sur le concile de Florence (1438-1439), Paris 1971, σελ. 244.
6. Mansi 17A καὶ 18Α, 517Α.
7. Ἐγκύκλιος ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς τῆς Ἀνατολῆς ἀρχιερατικοὺς θρόνους 33, PG 102, 736 B.
8. Λόγος πρῶτος ὅτι οὐχὶ καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ἀλλ᾽ ἐκ μόνου τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, εἰς ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, Συγγράμματα, ἔκδ. Π. ΧΡΗΣΤΟΥ, Θεσσαλονίκη 1962, τόμ. Α/, σελ. 26.

Ορθόδοξος Τύπος, 13/06/2014

Ανακρίβειες αθέλητες (π. Έπιφάνιου) ψεύδη καὶ συκοφαντίες ἠθελημένες (κ. Τελεβάντου)!

Ο κ. Παναγιώτης Τελεβάντος ἔχει ἐπανειλημμένως συλληφθεῖ νὰ ψεύδεται καὶ νὰ διαστρέφει τὶς θέσεις μας, ἰδίως ὡς πρὸς τὴν ἀποτείχιση, παρὰ τὶς διαψεύσεις τῶν ὅσων κακόβουλα γράφει ποὺ κατὰ καιροὺς  κάνουμε, μὲ εὐγενικὸ πάντα τρόπο καὶ χωρὶς νὰ ἀναφερόμαστε στὸ πρόσωπό του, λόγῳ τῆς ἐπικοινωνίας ποὺ παλαιότερα εἴχαμε.

Παλιά ΦΩΤΟ από το ιστολ. Τελεβάντος
Δυστυχῶς, ὅταν τοῦ «μπεῖ μιὰ ἰδέα στὸ μυαλὸ» δύσκολα τὴν ἀποβάλλει, ὅπως διαπιστώνω ἐδῶ καὶ μερικὰ χρόνια, ὅσον χρόνο ἐπικοινωνούσαμε μὲ e-mail, τὰ ὁποῖα διατηρῶ. Τοῦ ἔγραψα, τότε, ὅτι εἶναι λάθος (ἀποτελοῦσε φαντασίωσή του) νὰ ταυτίζει τὸν κ. Ἀθανάσιο Σακαρέλλο μὲ 3-4 ἄλλα ὑπαρκτὰ πρόσωπα (ὅπως τοῦ κ. Τσολογιάννη)!  Αὐτὸς ἐπὶ μῆνες ἀκόμα ἐπέμενε περιπαίζοντας καὶ εἰρωνευόμενος τὸν κ. Σακαρέλλο κακοηθέστατα, γιὰ κείμενα ποὺ δὲν εἶχε γράψει καὶ ἀναρτήσεις ποὺ δὲν εἶχε κάνει καί, ἀσφαλῶς, οὔτε κἂν τὶς εἶχε διαβάσει!!!
Τὸ ἴδιο συνέβη ἀργότερα ὅταν ταύτιζε τὸν π. Μελέτιο Βαδραχάνη μὲ κάποιους ἱστολόγους (καὶ πάλι μὲ τὸν κ. Τσολογιάννη!!!. Γνώριζα πολὺ καλὰ ὅτι ὁ π. Μελέτιος ὄχι μόνο δὲν ταυτιζόταν, μὰ δὲν εἶχε καμία συνεργασία μὲ τὰ πρόσωπα αὐτά. Μὲ ἕνα μάλιστα ἱστολόγο  (μὲ τὸν ὁποῖο τὸν ταύτιζε ὁ κ. Τελεβάντος) ὁ π. Μελέτιο εἶχε καὶ ἀντίθετες ἐκκλησιολογικὲς θέσεις! Ὅταν καὶ πάλι τοῦ ἔγραψα ὅτι κάνει λάθος καὶ ἐκθέτει πρόσωπα, καὶ τὸν διαβεβαίωσα γι’ αὐτό, δὲν πείστηκε, ἀλλὰ μοῦ ζήτησε ...ἀποδείξεις!!! (ἀστυνομικῆς ἢ εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς; δὲν μοῦ ἐξήγησε!). Συνέχισε δὲ ψευδέστατα νὰ τὸν ὑβρίζει (ἐνθυμοῦμαι τὶς εὐτελεῖς ὕβρεις του στὸν ἱστότοπο "ksipnistere") καὶ νὰ τὸν εἰρωνεύεται ἀφιλάνθρωπα καὶ χυδαιότατα, νὰ ταυτίζει καὶ νὰ καταφέρεται κατὰ τοῦ π. Μελετίου, ὡς νὰ ἀποτελεῖται καὶ συστεγάζει ὁ π. Μελέτιος ἐν ἑαυτῷ ...κάποια ἄλλα πρόσωπα, 2 ἢ 3 μαζί!
Καὶ ὅλα αὐτά, ἐπειδὴ δὲν τοῦ κάναμε τὴ χάρη νὰ ΜΗΝ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΤΟΥΜΕ, ὅπως φορτικὰ (ἀκόμη καὶ τηλεφωνικὰ ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ) προσπαθοῦσε νὰ μᾶς πείσει!
Ὅπως μὲ τοὺς ἀνωτέρω, ἔτσι καὶ μὲ ὅσους τελικὰ δὲν τὸν ἀκούσαμε καὶ ἀποτειχιστήκαμε, ἐπειδὴ αὐτὸς ἔχει κάνει τὶς ἀντίθετες –σὲ σχέση μὲ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας– ἐπιλογές του, μὲ ἀναπόδεικτο εἰσαγγελικὸ λόγο, καὶ στηριζόμενος σὲ παρερμηνεῖες τῶν γραπτῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ π. Ἐπιφανίου, μᾶς ὀνόμαζε αὐθαίρετα, πότε ἐν δυνάμει σχισματικοὺς καὶ πότε σχισματικοὺς λόγῳ τῆς ἀποτείχισης, χωρὶς οὐδεμία Πατερικὴ μαρτυρία (παρόλο ποὺ ἐγγράφως ὑποσχέθηκε τὸ 2010 ὅτι ἐν καιρῷ θὰ ἀποδείξει μὲ πατερικὸ λόγο τὸ ἐσφαλμένο τῆς ἀποτειχίσεως), στηριζόμενος κυρίως στὸν π. Ἐπιφάνιο.
Στὸ ἱστολόγιό μας ἔχουμε φιλοξενήσει δεκάδες κείμενα τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ (πέρα ἀπὸ δικά μας κείμενα) μὲ ἑκατοντάδες Πατερικὲς μαρτυρίες, ποὺ ἀποδεικνύουν ὅτι ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἀπαιτεῖ μέσα σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα (ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ Ἐπίσκοποι διδάσκουν ἀποδεδειγμένα κακοδοξίες) τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, εἴτε αὐτοὶ ἔχουν καταδικασθεῖ ἀπὸ Σύνοδο εἴτε ὄχι. Ὁ κ. Τελεβάντος ὅμως, στηριζόμενος στὴν δική του θεωρία καὶ αὐθεντία (καὶ θεωρῶν τὸν ἑαυτό του κάτι σὰν ἰντερνετικὸ Πάπα) συνεχίζει νὰ βάλει ἐναντίον μας συκοφαντικὰ καὶ ἀναπόδεικτα. Ἀποφύγαμε, χρόνια τώρα, νὰ ἀπαντήσουμε, ἀλλὰ εἶναι καιρὸς νὰ δοθεῖ μιὰ ἀπάντηση προσωπική. Νὰ τονίσουμε δέ, ὅτι μὲ ὅσα γράφει -πέρα ἀπὸ τὶς συκοφαντίες- καὶ ἐνῶ νομίζει ὅτι συνεισφέρει στὸν ἀντι-Οἰκουμενιστικὸ ἀγώνα, δὲν κάνει τίποτε ἄλλο (εἴτε τὸ καταλαβαίνει εἴτε ὄχι) παρὰ νὰ ρίχνει νερὸ στὸ μύλο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ!
Ὁ κ. Τελεβάντος, λοιπόν, διαγράφει τοὺς προηγούμενους Πατέρες καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἱερὸ Κανόνα καὶ μᾶς παραπέμπει σὲ σύγχρονους Πατέρες τῶν δικῶν του προδιαγραφῶν, τῶν ὁποίων μάλιστα τὸ πνεῦμα διαστρέφει. Δὲν καταλαβαίνει ὅτι στὴ βιασύνη του νὰ πολεμήσει ἐμᾶς (ποὺ τολμήσαμε νὰ μὴν ἐφαρμόσουμε τὶς ὑποδείξεις του περὶ ἀποτειχίσεως), καθίσταται θεομάχος, διαστρεβλώνοντας ἕνα Ἱερὸ Κανόνα τῆς Ἐκκλησίας, χωρὶς μάλιστα νὰ ἔχει καταφέρει νὰ ἀποδείξει μὲ Πατερικὸ λόγο ὅτι ὁ ΙΕ' Κανόνας δὲν ἐπιτρέπει τὴν ...Ἀποτείχιση(!), ὅπως περίπου ὑποσχέθηκε!!!
Στηρίζεται -ὡς εἰς αὐθεντία- στὸν μακαριστὸ καὶ σεβαστὸ γέροντα Ἐπιφάνιο Θεοδωρόπουλο, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν εἶναι Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ὁποίου τὸ βιβλίο «Τὰ Δύο Ἄκρα» (ποὺ τὸ συνιστᾶ ὁ κ. Τελεβάντος ὡς τὴν συνισταμένη τῆς Πατερικῆς σοφίας) περιέχει σημαντικὲς ἀνακρίβειες καὶ λάθη ὡς ἔχον ἄλλη στοχοθεσία, ἀφοῦ ἀπαντοῦσε σὲ προβλήματα τῶν δεκαετιῶν 1960 καὶ 1970 συνδιάζοντάς τα πάντα μὲ τὸ τότε μεγάλο πρόβλημα τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερολογίου. Δὲν καταλαβαίνει, ὅτι παραποιώντας τὴ σκέψη τοῦ ἀείμνηστου π. Ἐπιφάνιου, τὸν ἐκθέτει; Διότι τὸ βιβλίο "Τὰ Δύο Ἄκρα":
1) Δὲν γράφτηκε γιὰ τοὺς ἀποτειχισμένους, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἰδιόρυθμη ἀποτείχιση τῶν Παλαιοημερολογητῶν καὶ ὅσους προσέφευγαν σ’ αὐτούς τότε, 2) Ἔχει κάποιες λανθασμένες θέσεις ἀκριβῶς στὸ θέμα περὶ Ἀποτειχίσεως καὶ 3) Δυστυχῶς γιὰ τὸν κ. Τελεβάντο ποὺ ἄλλοτε τὸ ἀποκρύβει καὶ ἄλλοτε τὸ συσκιάζει, ὁ π. Ἐπιφάνιος  δὲν θεωροῦσε ἀντιεκκλησιαστικὴ πράξη τὴν Ἀποτείχιση, ὅταν ἐφαρμόζεται ὅπως τὴν νομοθετεῖ ὁ ΙΕ΄ Κανόνας τῆς ΑΒ΄ Συνόδου καὶ δὲν θεωροῦσε τοὺς ἀποτειχισμένους σχισματικοὺς καὶ ἐκτὸς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἐναντιωνόταν  σὲ ὅσους φλέρταραν μὲ τὶς ἰδέες τῶν Γ.Ο.Χ.
Παρουσιάζουμε κάποια σημεῖα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα φαίνεται ὅτι ὁ π. Ἐπιφάνιος ἀποδεχόταν τὴν Ἀποτείχιση, ὅπως ἐφαρμόζεται σήμερα, ἂν καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα δείχνει νὰ ὑπαναχωρεῖ ἀπ΄ αὐτὴ τὴ θέση, γεγονὸς ποὺ τὸν παρουσιάζει στὸ ἴδιο του βιβλίο νὰ φάσκει καὶ νὰ ἀντιφάσκει. 
 Δὲν ἀναφερόμαστε στὴν διαφωνία ποὺ ὑπάρχει γιὰ τὸ δυνητικὸ προαιρετικὸ τοῦ Ἱ. Κανόνος. Τὸ θέμα (ἂν καὶ ἔχει ἀποδειχθεῖ ὅτι εἶναι λυμένο ἀπὸ τοὺς Πατέρες) συζητεῖται. Ἤδη ἡ ἀπόπειρα τῆς Ἱ. Μ. Πειραιῶς (διὰ τῆς συγγραφῆς βιβλίου) νὰ ἀποδείξει τὸ δυνητικό, δὲν ἀπέδωσε, ἀντίθετα οἱ ἱερεῖς της ὑπεστήριξαν ἀντιπατερικὲς θέσεις, ὅπως ἀπέδειξε ὁ π. Εὐθύμιος, καὶ ἔκτοτε σταμάτησαν νὰ γράφουν, γιὰ νὰ μὴν ἐκτεθοῦν περισσότερο. Ὁ μόνος ποὺ ὑποστήριξε τὴν ἀποτυχημένη προσπάθεια τῆς Ι. Μ. Πειραιῶς ἦταν ὁ κ. Τελεβάντος, χωρὶς προσφυγὴ σὲ Πατερικὰ κείμενα (ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουν, ἀλλιῶς θὰ τὰ εἶχε βρεῖ ἀπὸ τὸ 2010 ποὺ ψάχνει) καὶ μὲ μοναδικὸ ἐπιχείρημα τὴν δική του ...παπικῆς ἐμβέλειας καὶ αὐθεντίας θέση!
Ἂς δοῦμε, ὅμως, τί γράφει γιὰ τὴν Ἀποτείχηση ὁ π. Ἐπιφάνιος:
"Αἱρετικοὶ (Ἐπίσκοποι) εἶναι ...καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες οὔτε καταδικάσθησαν ἀκόμη ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας οὔτε ἐξῆλθον αὐτοβούλως ἐξ αὐτῆς, ἀλλὰ διατελοῦσιν ἀκόμη ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας. Μία τοιαύτη εἶνε ἡ περίπτωσις τοῦ Πατριάρχου. Ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἔχει κηρύξει αἱρετικὰ φρονήματα (σ.σ.: πόσο μᾶλλον ὁ πατρ. Βαρθολομαῖος!)... Συνεπῶς εἶνε ἀκόμη ἀγωγὸς χάριτος. Τελεῖ μυστήρια. Ἡμεῖς τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν; α) Νὰ προσευχώμεθα ὑπὲρ ἀνανήψεως καὶ μετανοίας αὐτοῦ. β) Νὰ διαμαρτυρώμεθα κατ' αὐτοῦ καὶ νὰ ἀγωνιζόμεθα. Ἂν δὲ ἡ συνείδησίς τινος δὲν ἀνέχηται νὰ μνημονεύῃ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, ἔχει τὸ δικαίωμα, προβαίνων ἔτι περαιτέρω, νὰ παύσῃ τὸ μνημόσυνον του, συμφώνως τῶ ΙΕ΄ Κανόνι τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Τοῦτο ὅμως εἶνε τὸ ἔσχατον βῆμα, εἰς ὃ δύναται νὰ προχωρήσῃ, ἂν θέλῃ νὰ μὴ εὑρεθῆ εἰς σχίσματα καὶ εἰς ἀνταρσίας" (σελ. 89).


Κα παρακάτω: ερο Κανόνες παρέχουσι δικαίωμα παύσεως μνημοσύνου το αρετικς διδασκαλίας κηρύσσοντος πισκόπου Πατριάρχου. (σελ. 90).
Στὴ σελ. 75 βαπτίζει μὲν τὸν ΙΕ΄ Κανόνα ὡς δυνητικόν, (ἡ γνωστή του θέση ποὺ ἀμφισβητεῖται), ἀλλ’ ὅμως δέχεται, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν κ. Τελεβάντο ποὺ μᾶς συκοφαντεῖ ὡς σχισματικούς, ὅτι ὁ διακόπτων τὸ Μνημόσυνο τοῦ Ἐπισκόπου «"πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως", οὐδαμῶς παρανομεῖ, διὸ καὶ δὲν ὑπόκειται εἰς ἐπιτίμησιν, ἀλλὰ μᾶλλον ἄξιος ἐπαίνου εἶνε». Καὶ στὴν ἑπομένη σελίδα 76, γράφει: «Ὁ παύων τὸ μνημόσυνον τοῦ οἰκείου Ἐπισκόπου Κληρικός, ἀρκεῖται εἰς τοῦτο, ἀποφεύγει νὰ μνημονεύει ἑτέρου καὶ ἀναμένει ἐν ἠρεμίᾳ συνειδήσεως τὴν κρίσιν τῆς Συνόδου» (Ἡ ἀραίωση τῶν γραμμάτων τοῦ π. Ἐπιφανίου).
         Βέβαια ἔχει ἀποδειχθεῖ (κι ἂς ἀποδείξει μὲ κείμενα ὁ κ. Τελεβάντος τὸ ἀντίθετο) ὅτι οἱ Πατέρες δίνουν ἄλλο νόημα, βαθύτερο, στὴν ἀποτείχιση, ἀλλὰ εἴπαμε ἐδῶ θέλουμε νὰ καταδείξουμε τὸ ψεῦδος καὶ τὴν ἐναντίον μας συκοφαντία τοῦ κ. Τελεβάντου: Χρησιμοποιεῖ τὴν αὐθεντία τοῦ π. Ἐπιφάνιου, γιὰ νὰ μᾶς κατηγορήσει ὡς σχισματικούς, τὴν στιγμὴν ποὺ ὁ π. Ἐπιφάνιος θεωρεῖ ὡς πιστοὺς τηρητὰς Ἱ. Κανόνος τοὺς ἀποτειχισθέντας ποὺ δὲν μνημονεύουν ἄλλου Ἐπισκόπου. Ὅπως ἀκριβῶς στὴν περίπτωσή μας: ὁ π. Εὐθύμιος Τρικαμηνᾶς μνημονεύει "πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων". (Μᾶς ἔλεγε ὁ ἀείμνηστος μοναχὸς Νικόδημος Μπιλάλης, πρὶν δυὸ χρόνια περίπου, ὅταν τὸν συναντήσαμε στὸ Ἅγιον Ὄρος: "Ἐγὼ εἶχα πεῖ, πρὶν μιὰ πολλὰ χρόνια στὸν π. Εὐθύμιο, νὰ μνημονεύουν οἱ ἀποτειχισμένοι πάσης Ἐπισκοπῆς Ὀρθοδόξων").

Στὴν συνέχεια θὰ μείνουμε σὲ ἕνα ἀθέλητο λάθος τοῦ π. Ἐπιφάνιου, πάνω στὸ ὁποῖον στηρίζεται γιὰ νὰ ἀποδείξει τὴν «ἄχρι καιροῦ» ἀνοχὴ πρὸς τοὺς αἱρετικοὺς Οἰκουμενιστὲς θεωρία του. τοιμάζουμε δὲ σχολιασμὸ καὶ ἄλλων σημείων τοῦ βιβλίου του γιὰ νὰ ἐξετάσουμε παρόμοια θέματα.
Αὐτὸ τὸ κάνουμε γιὰ νὰ καταλάβει κάποτε ὁ κ. Τελεβάντος (ἢ μᾶλλον κάποιοι ποὺ τὸν διαβάζουν) ὅτι ἡ ἀσφάλεια βρίσκεται στὴ «συμφωνία τῶν Ἁγίων Πατέρων", καὶ ὄχι σὲ κάποια γνώμη σεβαστοῦ καὶ ἁγίου ἀνδρός, ὅταν αὐτὴ διαφέρει σὲ κάποιο σημεῖο ἀπὸ τὴν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἄρα, τὸ βιβλίο του "Τὰ Δύο Ἄκρα" (ποὺ μᾶς προτείνει νὰ διαβάσουμε) δὲν θὰ ἀποτελέσει «καλή μαθητεία»· κι ἀκόμα ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρεῖ τὸν ἑαυτό του ὑπερεκκλησία, κρίνοντας καὶ εἰρωνευόμενος τοὺς πάντας καὶ τὰ πάντα. Αὐτὸ δὲν δείχνει τουλάχιστον ἀγάπη.
Ἴσως μᾶς κατηγορήσει ὁ κ. Τελεβάντος γιὰ ἀσέβεια πρὸς τὸν π. Ἐπιφάνιο. Πρὶν τὸ κάνει, ἂς προσπαθήσει νὰ ἀντικρούσει τὶς θέσεις μὲ θεολογικὰ-ἱστορικὰ ἐπιχειρήματα κι ὄχι μὲ προσωπικούς του ἀφορισμούς, καὶ ἂς μάθει ὅτι δὲν ἀσεβεῖ ἐκεῖνος ποὺ ἐρευνᾶ τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει ὅτι ἔχει ἀνασκευασθεῖ ἡ ἱστορικὴ ἀνακρίβεια τοῦ π. Ἐπιφάνιου καί, παρόλα αὐτά, ὁ κ. Τελεβάντος συνεχίζει ἠθελημένα νὰ τὴν χρησιμοποιεῖ καὶ νὰ ἐκθέτει ἔτσι τὸν π. Ἐπιφάνιο.
(Ἂν δὲν ἔχει διαβάσει αὐτὰ ποὺ θὰ
παραθέσουμε στὴ συνέχεια –καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουμε δημοσιεύσει ἐδῶ καὶ πολλοὺς μῆνες στὸ ἱστολόγιό μας τότε ποιά ἠθικὴ δεοντολογία καὶ ποιά ἐντιμότητα τοῦ ἐπιτρέπει νὰ μᾶς συκοφαντεῖ χωρὶς νὰ γνωρίζει τὶ γράφουμε; Αν τὰ ἔχει διαβάσει, τότε εἶναι ἀκόμα χειρότερο, γιατί πάλι μᾶς συκοφαντεῖ συνειδητά, ἢ τέλος πάντων, πρὶν ἀποδείξει τὸ τυχὸν λάθος μας).
Παρουσιάζουμε 1) τὴν ἀνάρτηση τοῦ κ. Τελεβάντου, 2) ἀπόσπασμα ἀπὸ κείμενο τοῦ π. Ἐπιφανίου καὶ 3) ἀπόσπασμα ἀπὸ ἐργασία τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ ποὺ ἀνασκευάζει αὐτὲς τὶς θέσεις, μὲ κείμενα τοῦ Ἰωάννη Ρωμανίδη, τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτη, τῆς καθηγήτριας Δέσποινας Κοντοστεργίου κ.ἄ.


ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΙΕΡΕΜΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟΥΣ

Του Παναγιώτη Τελεβάντου
=======
Διαβάσαμε στη Romfea.gr το ακόλουθο φωτισμένο άρθρο του παραδοσιακού Μητροπολίτη Γόρτυνος Ιερεμία που νουθετεί τα πνευματικά του παιδιά για όλα τα θέματα με την λιπαρή θεολογική παιδεία, την ταπείνωση και το ομολογιακό φρόνημα που τον χαρακτηρίζουν:
“Ἀξίζει νά ἀναφέρουμε ἕνα πολύ ὡραῖο λόγο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, πού εἶπε πρός τούς Ἰουδαΐζοντες τῆς ἐποχῆς του, ὅτι καί λάθος ἀκόμη νά κάνει ἡ Ἐκκλησία (ὄχι ὅμως δογματικό λάθος ἤ παραβάσεις ἱερῶν Κανόνων), νά μήν δίνουμε σημασία σ᾽ αὐτό, ἀλλά νά προσέχουμε μόνο στό νά μήν χαθεῖ ἡ μεταξύ μας ἑνότητα.
Αὐτό εἶναι τό κύριο. Λέγει ἐπί λέξει ὁ ἅγιος πατέρας: «Πανταχοῦ τῇ Ἐκκλησίᾳ μετ᾿ ἀκριβείας ἑπώμεθα, τήν ἀγάπην καί τήν εἰρήνην προτιμῶντες ἁπάντων. Εἰ γάρ καί ἐσφάλλετο ἡ Ἐκκλησία, οὐ τοσοῦτον κατόρθωμα ἀπό τῆς τῶν χρόνων ἀκριβείας ἦν, ὅσον ἔγκλημα ἀπό τῆς διαιρέσεως καί τοῦ σχίσματος...Τό μέν γάρ τῷδε ἤ τῷδε χρόνῳ νηστεῦσαι οὐκ ἔγκλημα, τό δέ σχίσαι Ἐκκλησίαν καί φιλονεικῶς διατεθῆναι καί διχοστασίας ἐμποιεῖν, καί τῆς Συνόδου διηνεκῶς ἑαυτόν ἀποστερεῖν ἀσύγγνωστον καί κατηγορίας ἄξιον καί πολλήν ἔχει τήν τιμωρίαν».
Χριστιανοί μου, προσοχή! Θά εἴμαστε στενά ἑνωμένοι μέ τήν Ἑλλαδική μας Ἐκκλησία, ἐπειδή αὐτή εἶναι ἑνωμένη μέ ὅλες τίς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τοῦ κόσμου. Καί ἔτσι θά ἀνήκουμε στήν καθόλου Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Ὅ,τι κάνουμε θά τό κάνουμε μέσα στήν Ἐκκλησία καί γιά τήν δόξα τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν βλέπουμε παραβάσεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων μας (γιά παράδειγμα, συμπροσευχές μέ τούς Παπικούς καί Οἰκουμενιστικές κινήσεις) δέν θά σιωποῦμε, ἀλλά θά διαμαρτυρόμαστε.
Καί ἄν ἀκόμη μᾶς διώξουν, πρόθυμα θά ἀκολουθήσουμε τόν δρόμο τοῦ διωγμοῦ, χωρίς νά σιγάσουμε μάλιστα καθόλου τήν διαμαρτυρία μας. Ἀλλά αὐτή τήν διαμαρτυρία μας, ἐπαναλαμβάνω, θά τήν κάνουμε ὄντας μέσα στήν Ἐκκλησία, μνημονεύοντες τήν Ἱερά μας Σύνοδο καί τόν Οἰκουμενικό μας Πατριάρχη.

Ἀγαπητοί μου Χριστιανοί, τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως! Ἐπιθυμῶ νά εἶστε ζηλωτές τῶν πατρώων παραδόσεων, ἀλλά ὁ ζῆλος σας γιά τήν πίστη μας νά ἐνεργεῖται ταπεινά καί ἐκκλησιολογικά, ὅπως σᾶς τό εἶπα στό σημερινό μου κήρυγμα.
Θά μείνουμε στήν Ἐκκλησία μας, ἀγωνιζόμενοι γιά τήν σωτηρία μας, κλαίοντες μαζί μέ τά ἁμαρτήματά μας καί γιά τίς παρατηρούμενες παραβάσεις τῶν Ἱερῶν Κανόνων, ἀπό ἐκεῖ μάλιστα πού δέν τό περιμέναμε, καί ὡς τέκνα πιστά καί ζωντανά τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας θά διακηρύσσουμε, μαζί μέ τόν ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας π. Ἰουστῖνο Πόποβιτς, ὅτι ὁ Παπισμός εἶναι αἵρεση καί ὁ Οἰκουμενισμός παναίρεση!
Γιά καλή μαθητεία σέ ὅσα σᾶς εἶπα παραπάνω σᾶς συνιστῶ νά διαβάσετε ἕνα ὡραῖο βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ ἁγίου Γέροντος πατρός Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου ΤΑ ΔΥΟ ΑΚΡΑ («Οἰκουμενισμός» καί «Ζηλωτισμός»).
Απολύτως παραδοσιακά και ορθόδοξα όσα αναφέρει ο Σεβασμιότατος. Ο Οικουμενισμός δρα απροκάλυπτα, όπως διαπιστώσαμε πρόσφατα και από τις ασχημίες που συνέβησαν στη Ρώμη και στα Ιεροσόλυμα. Εχουμε αδήριτο χρέος έναντι του Θεού να πολεμήσουμε τον Οικουμενισμό επειδή αυτό επιτάσσει το Ευαγγέλιο ως απαραίτητο όρο για τη σωτηρία μας.
Η λύση όμως δεν είναι να προχωρήσουμε σε άκαιρες και αδιέξοδες αποτειχίσεις από την Εκκλησία, οι οποίες μόνον κατ’ όνομα είναι αποτειχίσεις, ενώ στην πραγματικότητα είναι σχίσματα.
Τέτοια αμαρτία κανένας δεν θέλει στο κεφάλι του -δηλαδή τη δημιουργία σχισμάτων-, αφού δεν υπάρχει πιο μεγάλη αμαρτία από τη δημιουργία σχίσματος.

Επίκαιροι οι λόγοι του Σεβασμιότατου επειδή ορισμένοι προσποιούνται μεν ότι δεν ευνοούν αποτειχίσεις ή σχίσματα αλλά δεν παύουν να ερωτοτροπούν με σχισματικά μορφώματα.
Πολλοί λ.χ. ερωτοτροπούν με τους σχισματικούς της Εσφιγμένου, οι οποίοι -συν τοις άλλοις- έχουν ηγούμενο και αλλους “κληρικούς” με ανυπόστατη -προσοχή ανυπόστατη όχι απλά αντικανονική- ιερωσύνη.
Ο Σεβ. Γόρτυνος όμως εκφράζει την ορθόδοξη θέση, όπως μας την κληροδότησαν ο Οσιος Ιουστίνος (Πόποβιτς) και ο Γέροντας Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, οι οποίοι κωδικοποίησαν την πατερική και κανονική παράδοση της Εκκλησίας και οι οποίοι μας διδάσκουν ότι η μάχη κατά του Οικουμενισμού δίνεται στην Εκκλησία -και όχι εκτός Αυτής- αφού η σωτηρία εκτός της Εκκλησίας είναι ακατόρθωτη.

Μετὰ τὸ ἄρθρο τοῦ κ. Τελεβάντου, ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο «Τὰ Δύο Ἄκρα» τοῦ π. Ἐπιφάνιου:
«Μὴ λησμόνει ὅτι τὰ πρωτεῖα καὶ τὸ Filioque τοῦ Πάπα δὲν ἐνεφανίσθησαν οὔτε κατὰ τὸ 1054, ὅτε ἀπεκηρύχθη ἡ Ρώμη, οὔτε κατὰ τὸ 1053, οὔτε κατὰ τὸ 1052. Ἐπὶ αἰῶνας ὅλους προηγουμένως ἐδιδάσκοντο ταῦτα ἐν τῇ Δύσει. Καὶ ὅμως ἡ Ἐκκλησία -οἰκονομίᾳ χρωμένη- ἠνείχετο καὶ τὸν Πάπαν καὶ τὰς κακοδοξίας αὐτοῦ. Ναί, π. Νικόδημε! Αὐτὸς οὗτος ὁ Μέγας Φώτιος οὐ μόνον ἠνείχετο ἐπὶ μακρὸν νὰ μνημονεύῃ, ἐν τοῖς Διπτύχοις, τοῦ κακοδόξου Πάπα, ἀλλὰ καὶ ἐν ἔτει 885 ἔγραψε περὶ τοῦ πρὸ τριετίας ἀποθανόντος Πάπα Ἰωάννου Η': «Οὗτος τοίνυν ὁ Ἰωάννης ἡμέτερος, ὁ τὸν νοῦν ἀνδρεῖος, ἀνδρεῖος δὲ τὴν εὐσέβειαν... Οὗτος ὁ κεχαριτωμένος τῆς Ρώμης Ἀρχιερεύς...» («Περὶ τῆς τοῦ Ἁγ. Πνεύματος μυσταγωγίας, κεφ. 89). Ὤ! Ἐὰν ἔζων τότε ὡρισμένοι σύγχρονοι ΥΠΕΡζηλωταὶ καὶ ΥΠΕΡορθόδοξοι! (Ὑπῆρχον, ἄλλωστε, καὶ τότε παρόμοιοι), Δὲν θὰ ἐδίσταζον, ἕνεκα τῶν ἀνωτέρω ἐκφράσεων φιλοφροσύνης, νὰ ρίψωσι κατὰ πρόσωπον τοῦ ἱεροῦ ἀνδρὸς τὴν “ρετσινιὰν” τοῦ προδότου!» (σελ. 59-60).
Καὶ εἰς τὴν σελ. 154, ἐπαναλαμβάνει ὁ π. Ἐπιφάνιος τὰ αὐτὰ λόγια τοῦ Μ. Φωτίου, ἵνα στηρίξει τὴν περὶ «ἀνοχῆς» θεωρία του καὶ καταλήγει: «Τὰ λόγια ταῦτα τοῦ ἁγίου Φωτίου κατεχώρισα, ἵνα δείξω ὅτι ὁ ἅγιος Φώτιος οὐχὶ μετ’ αὐστηρότητος, ἀλλὰ μετ’ ἀνοχῆς καὶ ἐπιεικίας, ἐν πνεύματι οἰκονομίας πάντοτε, ἔκρινε τὸν Ἰωάννην καὶ ἔγραψε περὶ αὐτοῦ φιλοφρόνως (σελ. 154).

σφαλῶς ὁ π. Ἐπιφάνιος δὲν γνώριζε τὸ 1969 τὰ στοιχεῖα ποὺ γνωρίζει σήμερα ὁ κ. Τελεβάντος. Εἶναι τὰ στοιχεῖα ποὺ ἔφερε στὸ φῶς ὁ καθηγητὴς Δογματικῆς καὶ ἱστορικὸς π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι ἐρευνητές.
Σύμφωνα μὲ αὐτά, ὁ τότε Πάπας (ποὺ ὁ π. Ἐπιφάνιος χαρακτηρίζει αἱρετικό), δὲν ἦταν κακόδοξος. Δὲν ἐδέχετο τὸ Filioque. Καὶ ἄρα δὲν τὸν ἠνήχετο ἐπὶ αἰῶνες ἡ Ὀρθόδοξος Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία σὰν αἱρετικό, ἀφοῦ ἵστατο ἐπὶ Ὀρθοδόξου ἐδάφους καὶ ἦταν ἀντίθετος μὲ τοὺς Φράγκους ποὺ ἐπεδίωκαν νὰ εἰσαγάγουν τὸ Filioque!
Τὰ στοιχεῖα αὐτὰ ἔχει συλλέξει καὶ ὑπάρχουν στὴν –ἀναρτημένη στὸ ἱστολόγιό μας– μελέτη τοῦ π. Εὐθυμίου Τρικαμηνᾶ μὲ τίτλο «ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΠΡΟΣ ΕΓΚΡΙΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ ΜΟΝΑΧΟ», 2012) καὶ εἶναι παράθεση κυρίως στοιχείων ἀπὸ βιβλίο τοῦ Ρωμανίδη (ὅλα ὅσα εἶναι μὲ πλάγια γράμματα):
«Κατά τάς Φραγκικάς πηγάς τό θέμα περί FILIOQUE κινήθη πό τινος μοναχο νόματι ωάννου τν εροσολύμων. Ες τό Ὄρος τν λαιν πῆρχε μοναστήριον τν Φράγκων, που, κατά τό μόλις τότε τ 808 εσαχθέν κε φραγκικόν θιμον, ψάλλετο τό Σύμβολον μετά τς προσθήκης. Ο Ρωμαοι (Ἕλληνες) μοναχοί κατηγόρησαν τούς Φράγκους ς αρετικούς. Ο Φράγκοι πετάθησαν ες τόν Πάπαν Λέοντα Γ', στις νημέρωσε δεόντως καί τόν Κάρολον τόν ν τ Δύσει λεγόμενον Μέγαν. Τ 809 Κάρολος συνεκρότησε μεγάλην Σύνοδον ν κυϊσγράνω τς εραρχίας τν Φράγκων, τις θέσπισεν ς δόγμα τήν γενομένην περί τ 780 προσθήκην το FILIOQUE καί φώρισε τούς μή συμφωνοντας. Παραδόξως τά πρακτικ δέν σώζονται. πό τά λεχθέντα μως τν ποκρισαρίων το Καρόλου πρός Λέοντα Γ' φαίνεται τι περί το FILIOQUE συζήτησις ν τ ν λόγ Συνόδ το θυελώδης. "Συχνας γάρ καί λλεπαλλήλοις συζητήσεως βάλλεται προσβολας καθ' μς κκλησία...". Τ 809 πεστάλη τριμελής πιτροπή, να νημερώσῃ τόν Πάπαν περί τν πεπραγμένων καί, ς φαίνεται, να ποσπάσ τήν σύμφωνον γνώμην του.
»Περί τς πισκέψεως ταύτης σζονται δύο νδιαφέροντα πρακτικά, τό μέν δημοσιευμένον ες τήν συλλογήν τν πρακτικῶν τν Ρωμαϊκν Συνόδων, τό δέ το μοναχο Σμαράγδου, νός τν τριν Φράγκων ποκρισαρίων το Καρόλου, στις κράτησε λεπτομερές πρακτικόν τν περί τς προσθήκης συζητήσεως μεταξύ το Πάπα καί τν ποκρισαρίων. Παρά τήν Φραγκικήν προέλευσιν τν πρακτικν φαίνεται σαφς δογματικά Ὀρθόδοξος θέσις το Πάπα» (Τόμ. Α΄, σελ. 316, 317).
λίγον δέ κατωτέρω ναφέρει: «δη Κάρολος τ 794 πεκήρυξε τούς Ρωμαίους, ς αρετικούς, διά τς ν τ Συνόδ τς Φραγκφούρτης καταδίκης τς Ζ' Οκουμενικῆς Συνόδου, τε μετ' πιμονς διεκήρυξαν ο Φράγκοι τ FILIOQUE ες ντίδρασιν πρός τά γραφόμενα το Κωνσταντινουπόλεως γίου Ταρασίου περί κ μόνου το Πατρόςκπορεύσεως, τό ποον εχεν ποστηρίξει καί Πάπας δριανός Α'» (σελ. 317).
Τό Filioque λοιπόν διεκηρύχθη ὡς δόγμα περί τά τέλη τοῦ Η΄ αἰῶνος ἤ ἀρχάς τοῦ Θ΄ καί μάλιστα μετά τήν Ζ΄ Οἰκουμενική. Τά περί Συνόδου λοιπόν τοῦ Τολέδο (589) πού ἀναφέρεις εἶναι προφανῶς παραπλανητικά καί μόνον οἱ Παπικοί καί κάποιοι Οἰκουμενιστές τά ἰσχυρίζονται καί τά ἐπικαλοῦνται. Ὁ ἅγ. Νικόδημος ἐν προκειμένῳ εἰς τό Πηδάλιο ἀναφέρει τά ἑξῆς ἱστορικά: «Ἀλλά γάρ καί πρό τοῦ Ἰωάννου τούτου ἡ ἐν Τολήτῳ συγκροτηθεῖσα Γ΄ Σύνοδος ἐπί Ῥικάρδου Βασιλέως Ἱσπανίας, ἐν ἔτει φπθ΄. ἄνευ τῆς προσθήκης ἐπρόσταξε νά ἀναγιγνώσκεται τό ἅγιον Σύμβολον εἰς τήν Ἰσπανίαν καί Γαλλίαν, ἀπαραλλάκτως, καθώς Ἰουστῖνος ὁ Βασιλεύς πρῶτος διέταξε τοῦτο νά ἀναγιγνώσκεται πρό τῆς Κυριακῆς εὐχῆς τοῦ Πάτερ ἡμῶν εἰς ὅλας τάς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς ἐν ἔτει φμε΄. Καί ὁ Ῥώμης δέ Λέων ὁ γ’. ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ θ’. αἰῶνος, Συνόδου ἐν Ἀκυϊσγράνοις γενομένης, καί ἐν αὐτῇ Ἰωάννου Μοναχοῦ Ἱεροσολυμίτου γενναίως κατά τῆς ἐν τῷ Συμβόλῳ προσθήκης ἠγωνισμένου, ἐρωτηθείς ἀπό τόν μέγαν Κάρολον τί περί τούτου φρονεῖ, ὄχι μόνον τήν προσθήκην ἀπεκήρυξεν, ἀλλά καί ὅλον τό ἅγιον Σύμβολον, ἄνευ ταύτης, ἐνέγλυψεν εἰς δύω πλάκας ἀργυρᾶς, εἰς τήν μίαν μέν ἑλληνικά, εἰς τήν ἄλλην δέ λατινικά, τάς ὁποίας καί ἀπέθετο εἰς τά μνημεῖα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, ὑπό ἀνάθεμα ποιήσας ἐκείνους ὁποῦ ἤθελαν τολμήσουν νά προσθέσουν, ἤ νά ἀφαιρέσουν ἀπό αὐτό, κατά τόν Καρδινάλην Βαρώνιον, καί Ἰησουΐτην Πετάβιον. Ἴδε καί τήν ἐν Φλωρεντίᾳ Σύνοδον ἀπό τῆς γ’. μέχρι ιζ΄. Συνελεύσεως, ὅπου τήν κακίστην ταύτην προσθήκην γενναιότατα οἱ καθ’ ἡμᾶς Ἕλληνες ἀπεσκοράκισαν, οἱ δέ Λατῖνοι μεμενήκασιν ἄφωνοι. Ταῦτα πάντα εἴπομεν περί τοῦ κοινοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως» (Ζ΄ Καν. τῆς Γ΄ Οἰκουμ. ὑποσ). Σαφῶς λοιπόν ἀναφέρεται ἀπό τόν ἅγ. Νικόδημο ὅτι ἡ ἐν Τολέδῳ Σύνοδος ἐδέχθη τό Σύμβολο ἄνευ τῆς προσθήκης.
Ὁ π. Ἰωάννης ὁ Ρωμανίδης, ἐπίσης, ἀναφέρει στό προμνημονευθέν ἔργο του: «Πάντως ἡ συνήθης ἐκδοχή ὅτι τό FILIOQUE  παρεισήχθη εἰς τό Σύμβολον ἤδη εἰς τήν Ἰσπανίαν κατά τήν ἐν Τολέδῳ Σύνοδον τῷ 589, διότι ἡ διπλῆ ἐκπόρευσις ἀναφέρεται εἰς τόν τρίτον ἀναθεματισμόν καί εἰς τήν πρός τήν Σύνοδον ὁμολογίαν πίστεως τοῦ ἡγεμόνος τῶν Γότθων Ρηκαρήδου, δέν εὐσταθεῖ διότι εἰς τά διασωθέντα πρακτικά τό Σύμβολον τῆς Νικαίας Κωνσταντινουπόλεως ὑπάρχει ἡ χωρίς τήν προσθήκην ἢ μετ' αὐτῆς προστεθείσης ὅμως ὑπὸ μεταγενεστέρου χειρός, ὡς ἀνέπτυξεν ἐν ἄρθρῳ τοῦ ὁ A. E. Burn τῷ 1908» (Τόμ. Α΄, σελ. 326).
Εἶναι λοιπόν ἄξιον ἀπορίας πῶς αὐτά πού ἀπορρίπτουν ὡς ἀναληθῆ καί πλαστογραφημένα οἱ ἴδιοι οἱ Δυτικοί, ἀποτελοῦν γιά μᾶς ἐπιχειρήματα, τά ὁποῖα μάλιστα ὑποβοηθοῦν τήν ἐξάπλωσι τῆς αἱρέσεως.
Οἱ Πάπες λοιπόν τῆς μετά τήν Ζ’ Οἰκουμενική περιόδου εἶχαν σχίσμα μέ τούς Φράγκους ἐξαιτίας τοῦ Filioque, τό ὁποῖο αὐτοί ἐδέχοντο, καί τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς τήν ὁποία ἀπέρριπτον. Τήν ἱστορική αὐτή πραγματικότητα ἀναφέρει πάλι ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης: «Συντελε ες τήν ν λόγ σύγχυσιν ταύτην τν Δυτικν στορικν, α) κατά καιρούς βιαία κατάληψις το θρόνου το Πάπα Ρώμης πό φραγκοφίλων Φράγκων πισκόπων, τούς ποίους ο Δυτικοί στορικοί μφανίζουν ς σωτήρας τς κκλησίας πό τήν κυριαρχίαν τν Ρωμηῶν  Λατίνων τς Μέσης ταλίας ἤ τς Ρώμης.
Πρέπει, λοιπόν, νά τονισθῇ τι πί Μεγάλου Φωτίου ὑπῆρχε μόνιμον σχίσμα καί συγχρόνως δέν γινε δογματικόν σχίσμα. Δηλαδή πρέπει νά ξεχωρίσωμεν σαφς τούς Φράγκους πό τούς Λατίνους. διάκρισις λησμονεῖται συνήθως, διότι μεταξύ λλων χρησιμοποίουν ο Φράγκοι ς πίσημον γλσσαν των τήν Λατινικν καί, ς ποτέλεσμα τς π αἰῶνας προπαγάνδας των, πεκράτησεν νιστόρητος παράδοσις ατν τι εναι οὗτοι συνέχεια τς Λατινικῆς Παραδόσεως.
Μεταξύ Φράγκων καί ρθοδόξων πῆρχεν πί Μεγάλου Φωτίου μόνιμον δογματικόν σχίσμα ξ ατίας το FILIOQUE κα τς Ζ' Οκουμενικῆς Συνόδου.
λλά μεταξύ Λατίνων καί Ἑλλήνων  Ρωμαίων οτε πῆρχεν οτε γινεν πί Μεγάλου Φωτίου δογματικόν σχίσμα, φο ες τά θέματα τατα το FILIOQUE καί τς Ζ' Οκουμενικῆς Συνόδου ὑπῆρχεν πόλυτος συμφωνία.
Ο Λατίνοι καί ο Ἕλληνες μέχρι το 1009 θεώρουν λλήλους ς μοδόξους καί μοεθνες καί τούς Φράγκους ς τεροδόξους καί τερογενες, ς φαίνεται σαφς πό τάς κατά τν Φράγκων ποφάσεις καί τά πρακτικά τς πί Μεγάλου Φωτίου Η' Οκουμενικῆς Συνόδου περί εκόνων καί FILIOQUE καί, ς φαίνεται τόσον σαφς πό τό ργον τν Ἁγίων Κυρίλλου καί Μεθοδίου, ο ποοι κήρυξαν τό ρθόδοξον Σύμβολον ν ντιθέσει πρός τό φραγκικόν, ς πηρέται καί ντιπρόσωποι τν Ὀρθοδόξων Παπῶν τς Πρεσβυτέρας Ρώμης.
Σημειωτέον τι πό τς κκλησίας τς Ρώμης ναγνώρισις, ς Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως το γνατίου καί μή ναγνώρισις το Φωτίου, εχε χαρακτρα κανονικόν καί οχί δογματικόν, ς κριβς συμβαίνει μέ τήν ν συνεχεί ναγνώρισιν το Φωτίου π τς Ρώμης.
περί FILIOQUE καί Ζ' Οκουμενικῆς Συνόδου γών το Φωτίου γένετο κατά τν ν Βουλγαρίᾳ Φράγκων εραποστόλων καί τν φραγκοφίλων Λατίνων, λλ' οχί κατά τς κκλησίας τς Ρώμης, ν τήν μεγίστην πλειοψηφίαν καί κυριαρχίαν εχον ο φιλέλληνες Λατίνοι (λατινόφωνοι Ρωμηοί), οτινες θεώρουν αυτούς φυσικά, ς Ρωμαίους, δηλαδή Ρωμῃούς, μέ ατοκράτορα ν Κωνσταντινουπόλει ἤ Νέ Ρώμ.
Οτως ν τ γκυκλίῳ πιστολ του πρός τούς τς νατολς ρχιερατικος θρόνους Μέγας Φώτιος καταγγέλλει τούς ν Βουλγαρίᾳ Φράγκους εραποστόλους καί τούς φραγκοφίλους λατινόφωνας Ρωμαίους πί αρέσει, λλά διαχωρίζει π' ατούς τόν φραγκόφιλον Πάπαν Νικόλαον τόν Α' διά τόν ποον ρκεται ες τήν κατ' ατο περί τυραννίδος καί νατροπς κκλησιαστικν θεσμν κατηγορίαν, τις φθασεν ες Κωνσταντινούπολιν ξ ταλίας» (Τόμος Α΄ σελ. 77).
Ἄν  λοιπόν, ἔτσι ἔχουν ἱστορικά τά πράγματα, ποῖο εἶναι τό πρόβλημα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπικοινωνίας τῶν τεσσάρων Πατριαρχῶν μετά τοῦ Πάπα τῆς Ρώμης, τήν στιγμή πού  κατά τήν χρονική αὐτή περίοδο ἡ Ρώμη ἦτο Ὀρθόδοξη καί εἶχε σχίσμα μέ τούς Φράγκους ἐξ αἰτίας τοῦ Filioque καί τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς;
Κατ’ αὐτόν, λοιπόν, τόν τρόπο οἱ (4) Πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς ἐπικοινωνοῦσαν ἐκκλησιαστικῶς μέ τόν Πάπα. Ὁ Πάπας δηλαδή εἶχε ὀρθόδοξο φρόνημα, δέν ἐδέχετο τό Filioque καί προσπαθοῦσε νά μεταστρέψη καί τούς Φράγκους ἀπό τήν αἵρεσι. Ὅταν ἐκ τῶν ὑστέρων τό 1009 ὁ Πάπας Σέργιος εἰς τόν ἐνθρονιστήριο λόγο του ἐξεφώνησε τό Σύμβολο τῆς Πίστεως μετά τοῦ Filioque διεγράφη ἀπό τά δίπτυχα τῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν τῆς Ἀνατολῆς καί ἀπό τότε ἄρχισε τό σχίσμα.
Αὐτά ὅλα, λοιπόν, πού γράφεις, πάτερ, «Οἱ δέ 4 Πατριάρχαι τῆς ἀνατολῆς ἐκοινώνουν μέν ἐπί τοσούτους αἰῶνας τῷ Ὀρθοδόξῳ μέν ἀλλά κοινωνοῦντι μεθ’ αἱρετικῶν Πάπα Ρώμης, στήν συνέχεια δέ ὅταν οἱ Πάπαι ἐξέκλιναν εἰς τήν αἵρεσιν, ἐμακροθύμουν καί ᾠκονόμουν ἐπ’ ἀρκετόν διάστημα τήν μετ’ αὐτῶν κοινωνίαν, εὐελπιστοῦντες –καί ὑποβοηθοῦντες διά τοῦ τρόπου αὐτοῦ– εἰς τήν ἐπιστροφήν τῆς ἐκπεσούσης Πρωτοθρόνου “Ἐκκλησίας” τῆς Ρώμης», εἶναι προφανῶς λάθος, διότι οἱ (4) Πατριάρχαι εἶχαν δικαίωμα νά κοινωνοῦν μέ τόν Πάπα, ἐφ’ ὅσον ἦτο Ὀρθόδοξος, ὅταν δέ ἐξέκλινε εἰς τήν αἵρεσι καί ἀπεδέχθη τό Filioque καί τό ὁμολόγησε δημοσίως κατά τήν χειροτονία του, πάραυτα διεγράφη ἀπό τά δίπτυχα.
(π. Εὐθύμιου Τρικαμηνᾶ, «ΑΠΑΝΤΗΣΙΣ ΠΡΟΣ ΕΓΚΡΙΤΟΝ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ ΜΟΝΑΧΟ»).
Μερικὰ ἀκόμα συμπληρωματικά.
Καὶ ἡ καθηγήτρια Α.Π.Θ. Κοντοστεργίου γράφει: «Η Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία μέχρι του Θ΄ αιώνος δεν αντέδρασεν επισήμως, διότι εξελάμβανε το Filioque ουχί ως δόγμα, αλλά ως θεολογούμενον, αφού και η Εκκλησία της Ρώμης το απέκρουεν αυτό εξ ίσου. Το πρόβλημα προέκυψε περί το 866, όταν οι απεσταλμένοι του πάπα Νικολάου Α' επεχείρησαν να εισαγάγουν αυτό εις την ορθόδοξον Βουλγαρίαν».
(Δεσποίνης Δ. Κοντοστεργίου, «Μέγας Φώτιος», Θεσσαλονίκη 1995, εἰς http://apostoliki-diakonia.gr).
Σὲ ἄλλο σημεῖο ὁ Ρωμανίδης γράφει τὸ ἑξῆς σημαντικό:
«Σημειωτέον ὅτι ἡ Η' Οἰκουμ. Σύνοδος ἀναθεματίζει 1) τοὺς μὴ ἀποδεχομένους τὴν Ζ' Οἰκουμ. Σύνοδον καὶ 2) τοὺς προσθέσαντας ἢ ἀφαιρέσαντάς τι εἰς τὸ Σύμβολον, χωρὶς ὅμως νὰ κατονομάζωνται οἱ ἐν λόγῳ αἱρετικοί, πράγμα πρωτοφανὲς ἐν τοῖς πρακτικοῖς καὶ ὅροις Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων. Τὸ φαινόμενον τοῦτο ἐξηγεῖται μόνον βάσει τῆς ἀνωτέρω περιγραφείσης γενικῆς καταστάσεως τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Κάτω Ἰταλίας καὶ τῆς ἰσχύος τοῦ Πάπα μεταξὺ τῶν ἡγεμόνων καὶ τοῦ κλήρου τῆς Εὐρώπης. Φαίνεται ὅτι πράγματι ὑπῆρχεν, ἢ ὁ Ἰωάννης ἐνόμιζεν ὅτι ὑπῆρχε, δυνατότης ἀφαιρέσεως τοῦ Filioque ἀπὸ τὸ Σύμβολον τῶν Φράγκων καὶ τῶν Λογγοβάρδων» (Ρωμανίδη Ἰω., Δογματικὴ καὶ Συμβολικὴ Θεολογία, τόμ. Α΄, σελ. 372-373).
Ἐπίσης, διασώζεται καὶ ἐπιστολὴ τοῦ Πάπα Ἰωάννη τοῦ Η’ μὲ τὴν ἑξῆς διαφωτιστικὴν ὡς πρὸς τὴν ἀποδοχὴ τοῦ Filioque διαβεβαίωσή του πρός τόν Μ. Φώτιο:
«...παραδηλοῦμεν τῇ αἰδεσιμότητί σου, ἵνα περί τοῦ ἄρθρου τούτου, δι’ ὅ συνέβη τά σκάνδαλα μέσον τῶν Ἐκκλησιῶν τοῦ Θεοῦ, ἔχῃς πληροφορίαν εἰς ἡμᾶς, ὅτι οὐ μόνον οὐ λέγομεν τοῦτο, ἀλλά καί τούς πρῶτον θαρρήσαντας τῇ ἑαυτῶν ἀπονοίᾳ τοῦτο ποιῆσαι, παραβάτας τῶν θείων λόγων κρίνομεν καί μεταποιητάς τῆς θεολογίας τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων καί τῶν λοιπῶν πατέρων, οἵ συνελθόντες συνοδικῶς παρέδωκαν τό ἅγιον Σύμβολον καί  μετά τοῦ Ἰούδα αὐτούς τάττομεν» (Δοσιθέου Ἱεροσολύμων, Τόμος Χαρᾶς σελ. 595, Φωτίῳ Πατριάρχῃ Κων/πόλεως Mansi 17A, 525 AB).
Ἔγραφε ὁ πάπας Ἰωάννης Η΄ τὸ 879 πρὸς τὸν αὐτοκράτορα, ὅτι ἀποδέχεται τὸν Φώτιο ὡς κανονικὸ Πατριάρχη. «Ἀποδέξασθε Φώτιον τὸν θαυμασιώτατον καὶ εὐλαβέστατον Ἀρχιερέα... τῶν θείων ἐντολῶν ἀνεπαίσχυντον ἐργάτην».
Ἡ δὲ ἀντιπροσωπεία τοῦ Πάπα Ἰωάννη τοῦ Η΄ ἀνεφώνησαν κατὰ τὴν σύνοδον τοῦ 879 (τὴν Η΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, δηλ.). «Εἴ τις αὐτόν (τὸν Φώτιον) οὐκ ἔχει Πατριάρχην ἅγιον καὶ τὴν μετ’ αὐτοῦ κοινωνίαν οὐκ ἀσπάζεται, ἔστω ἡ μερὶς αὐτοῦ μετὰ τοῦ Ἰούδα καὶ μὴ συγκαταλέγεται ὅλως μετὰ Χριστιανῶν».
Σημάτης Παναγιώτης