(ένα από τα πρώτα άρθρα του Φώτη Κόντογλου στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 28/4/1948)
Το τροπάρι της Κασσιανής είναι πολύ αγαπημένο από τον Ορθόδοξο λαό μας· πάνε να το ακούσουνε και άνθρωποι που δεν πηγαίνουνε στην εκκλησία. Σε τούτο συντελεί η έμπνευση με την οποία είναι γραμμένο και το πάθος της αμαρτωλής που μετανιώνει, καθώς και η ιστορία της Κασσιανής που το συνέθεσε. Αλλά προπάντων κατά την ιδέα μου, συγκινούσε τον κόσμο η μουσική του, πού ΄ναι αργή και μεγαλοπρεπής· γιατί οι δάσκαλοι της εκκλησιαστικής μουσικής μας το τονίσανε με ξεχωριστή αγάπη και φροντίδα. Πλην αυτό μπορεί να το πει κανένας για τα περασμένα χρόνια· τώρα, δεν μπορώ να καταλάβω τι ακούνε στις περισσότερες εκκλησίες που το ψέλνουνε, ή καλύτερα το τραγουδούνε με κάποιον τρόπο αυτοσχέδιο, με μια μουσική τάχα ευρωπαϊκή, που τη φτιάνουνε άνθρωποι χωρίς χριστιανική κατάνυξη και χωρίς κανένα μουσικό αίσθημα, αλλά με κείνη τη νεκρή και ψεύτικη αντίληψη της μουσικής, που θαρρούνε πως είναι η μουσική που ταιριάζει στην εποχή μας. Πρώτα πρώτα άλλο είναι ψαλμωδία κι άλλο είναι το τραγούδισμα. Ούτε αυτό δεν έχουνε καταλάβει αυτοί οι μαέστροι, που έχουνε σε όλα για ιδεώδες τους τη σκάλα του Μιλάνου.