
Πάτερ μου, εἶπε ὁ Μοτοβίλωφ, μιλᾶτε πάντα γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σὰν τὸν σκοπὸ τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Πῶς ὅμως μπορῶ νὰ τὴν ἀναγνωρίσω; Οἱ καλὲς πράξεις εἶναι ὁρατές. Πῶς ὅμως μπορεῖ νὰ γίνη ὁρατὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα; Πῶς μπορῶ νὰ ξέρω, ἂν Αὐτὸ εἶναι μαζί μου ἢ ὄχι;
Στὴν ἐποχὴ ποὺ ζοῦμε, ἀπάντησε ὁ στάρετς, φθάσαμε σὲ τέτοια χλιαρότητα στὴν πίστη καὶ σὲ τέτοια ἔλλειψη εὐαισθησίας ὡς πρὸς τὴν κοινωνίαν μας μὲ τὸν Θεό, ποὺ ἔχουμε ἀπομακρυνθῇ ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ χριστιανικὴ ζωή. Διάφορα χωρία τῆς Ἁγίας Γραφῆς μᾶς φαίνονται σήμερα παράξενα. Παραδείγματος χάριν, διαβάζουμε ὅτι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐμποδίσθηκε ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ κηρύξη τὸν λόγο στὴν Ἀσίαν, ἄλλα, ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸν συνώδευσε ὅταν πῆγε στὴ Μακεδονία. Σὲ ἀρκετὰ χωρία τῆς Ἅγιας Γραφῆς ἀναφέρονται ἐμφανίσεις τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Σήμερα μερικοὶ λένε: «Εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθοῦμε, ὅτι ἄνθρωποι μποροῦν νὰ δοῦν τὸν Θεὸ μ’ ἕνα τόσο συγκεκριμένο τρόπο; Ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς μορφώσεως, τῆς ἐπιστήμης, μπλεχτήκαμε σὲ ἕνα τέτοιο σκοτάδι ἀγνωσίας, ποὺ βρίσκομε ἀδιανόητα ὅλα αὐτὰ, γιὰ τὰ ὁποῖα οἱ παλαιοὶ εἶχαν μιὰ γνώση ἀρκετὰ σαφῆ, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ μιλοῦν ἀναμεταξύ τους γιὰ τὶς ἐκδηλώσεις τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους σὰν γιὰ πράγματα πασίγνωστα καὶ καθόλου παράξενα».
«Ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰακώβ, ὁ Μωϋσὴς εἶδαν τὸν Θεό. Ἡ στήλη τῆς πύρινης νεφέλης -τὸ Ἅγιο Πνεῦμα- χρησίμευε γιὰ ὁδηγὸς στὸν Ἑβραϊκὸ λαὸ μέσα στὴν ἔρημο. Οἱ ἄνθρωποι ἔβλεπαν τὸν Θεὸ καὶ τὸ Πνεῦμα του ὄχι σὲ ὄνειρο ἢ σὲ ἔκσταση – ποὺ εἶναι καρποὶ μιᾶς ἀρρωστημένης φαντασίας – ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα. Ἔτσι ἀπρόσεκτοι ποὺ γίναμε, ἀντιλαμβανόμαστε τὰ λόγια τῆς Γραφῆς ἀλλοιώτικα ἀπ’ ὅ,τι θά ‘πρεπε. Καὶ ὅλα αὐτά, γιατί, ἀντὶ νὰ ἀναζητοῦμε τη χάρη, τὴν ἐμποδίζουμε ἀπὸ διανοητικὴ ὑπεροψία νὰ ἔλθη νὰ κατοίκηση στὶς ψυχές μας».










