
Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΟΨΗ ΤΗΣ AL-ANDALUS
ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΗΣ ΣΥΝΥΠΑΡΞΗΣ
Ἡ εἰκόνα τῆς μεσαιωνικῆς Ἱσπανίας ὡς ἑνὸς ἐπίγειου παραδείσου ἀνοχῆς, ὅπου οἱ τρεῖς μεγάλες θρησκεῖες συναντήθηκαν ὑπὸ τὸ φῶς τῆς ἐπιστήμης καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἐπίμονα ἱστοριογραφικὰ κατασκευάσματα τοῦ καιροῦ μας. Μᾶς διδάσκουν γιὰ μία Al-Andalus* ποὺ ὑπῆρξε φάρος φωτός, ἐνῷ ἡ ὑπόλοιπη Εὐρώπη βυθιζόταν στὸ σκοτάδι. Ὡστόσο, ἡ προσεκτικὴ ἐξέταση τῶν πρωτογενῶν πηγῶν —ἀπὸ τὰ νομικὰ κείμενα τῆς ἐποχῆς μέχρι τὰ ἀρχαιολογικὰ εὑρήματα— ἀποκαλύπτει μία πραγματικότητα πολὺ πιὸ σκοτεινή, βίαιη καὶ θεσμικὰ μισαλλόδοξη. Ἡ περιβόητη «Συνύπαρξη» δὲν ἦταν μία οἰκουμενικὴ ἀδελφοσύνη, ἀλλὰ ἕνα σύστημα ἀπαρτχάιντ, θεμελιωμένο πάνω στὸ δόγμα τῆς θρησκευτικῆς ὑπεροχῆς καὶ τῆς στρατιωτικῆς ἐπιβολῆς.
Η ΒΙΑΙΗ ΕΠΙΒΟΛΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΒΗΣΙΓΟΤΘΙΚΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ
Ἡ ἀπαρχὴ τοῦ μύθου βρίσκεται στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο παρουσιάζεται ἡ ἰσλαμικὴ κατάκτηση τὸ 711 μ.Χ. Συχνὰ περιγράφεται ὡς μία σχεδὸν ἀνώδυνη μετάβαση, μία «ἀπελευθέρωση» ἀπὸ τὸν ζυγὸ τῶν Βησιγότθων. Στὴν πραγματικότητα, ἐπρόκειτο γιὰ μία κλασικὴ περίπτωση τζιχάντ, ἑνὸς ἱεροῦ πολέμου μὲ σκοπὸ τὴν ἐξάπλωση τοῦ Dār al-Islām (τοῦ Οἴκου τοῦ Ἰσλάμ). Οἱ κατακτητὲς δὲν ἔφεραν μαζί τους ἕναν ἀνώτερο πολιτισμό, ἀλλὰ ἕνα πολεμικὸ σύστημα ποὺ ἐξουθένωσε τὸν προϋπάρχοντα ἑλληνορωμαϊκὸ καὶ χριστιανικὸ πολιτισμὸ τῆς χερσονήσου.
Οἱ πόλεις ποὺ προέβαλαν ἀντίσταση ἰσοπεδώθηκαν, οἱ πληθυσμοὶ σφιάχτηκαν ἢ ἐξανδραποδίστηκαν. Ἡ καταστροφὴ τῶν ἐκκλησιῶν καὶ ἡ λεηλασία τοῦ πλούτου τῆς χώρας ἦταν ἡ πρώτη πράξη τῆς νέας τάξης πραγμάτων. Ὅπως ἀναφέρεται χαρακτηριστικά: «Ἡ ἰσλαμικὴ κατάκτηση δὲν ἦταν μία πολιτισμικὴ ἀνταλλαγή, ἀλλὰ μία βίαιη διακοπὴ τῆς ἱστορικῆς συνέχειας τῆς Ἱσπανίας». Ὁ πολιτισμὸς ποὺ θαυμάζουμε σήμερα στὴν Κόρδοβα καὶ τὴ Γρανάδα δὲν γεννήθηκε ἀπὸ τὸ μηδέν, ἀλλὰ οἰκοδομήθηκε πάνω στὰ ἐρείπια —καὶ συχνὰ μὲ τὰ ὑλικὰ— τῶν χριστιανικῶν ναῶν καὶ τῶν ῥωμαϊκῶν μνημείων.
ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΩΝ DHIMMI
Γιὰ νὰ κατανοήσει κάποιος τὴν καθημερινότητα τῶν μὴ μουσουλμάνων στὴν Al-Andalus, πρέπει νὰ γνωρίζει τὸν ὅρο «dhimmi». Ὁ ντίμμι ἦταν ὁ «προστατευόμενος» ὑπήκοος, ὁ ὁποῖος ὅμως ἀπολάμβανε αὐτὴ τὴν προστασία μόνο ὑπὸ τὸν ὅρο τῆς πλήρους ὑποταγῆς. Ἡ ἀνοχὴ εἶχε ἡμερομηνία λήξεως καὶ συγκεκριμένο τίμημα. Τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν βασιζόταν στὴν ἰσότητα, ἀλλὰ στὴν παραδοχὴ ὅτι ὁ χριστιανὸς καὶ ὁ ἑβραῖος εἶναι πνευματικὰ καὶ κοινωνικὰ κατώτεροι.
Ἡ jizya, ὁ κεφαλικὸς φόρος, δὲν ἦταν ἁπλῶς μία οἰκονομική ὑποχρέωση. Ἦταν μία τελετουργικὴ ταπείνωση. Ὑπῆρχαν συγκεκριμένες ὁδηγίες γιὰ τὸ πῶς ἔπρεπε νὰ καταβάλλεται ὁ φόρος: ὁ ντίμμι ἔπρεπε νὰ στέκεται ταπεινωμένος ἐνῷ ὁ μουσουλμάνος εἰσπράκτορας καθόταν σὲ ὑπερυψωμένο κάθισμα, καὶ συχνὰ ὁ εἰσπράκτορας χτυποῦσε τὸν φορολογούμενο στὸ σβέρκο γιὰ νὰ τοῦ ὑπενθυμίσει τὴν ὑποταγή του. Ὅπως σημειώνεται στὶς πηγές: «Ὁ σκοπὸς τῆς jizya εἶναι νὰ νιώσουν οἱ ἄπιστοι τὴν ταπείνωση (dhull) καὶ νὰ συνειδητοποιήσουν τὴν κατωτερότητά τους».
Οἱ περιορισμοὶ στὴ δημόσια ζωὴ ἦσαν στραγγαλιστικοί. Οἱ χριστιανοὶ ἀπαγορευόταν νὰ χτυποῦν καμπάνες, νὰ λιτανεύουν τὸν Σταυρό, νὰ χτίζουν νέες ἐκκλησίες ἢ νὰ ἐπισκευάζουν τὶς παλιές. Ἀκόμα καὶ ὁ ἦχος τῆς προσευχῆς τους ἔπρεπε νὰ εἶναι χαμηλός, ὥστε νὰ μὴν «μολύνει» τὰ αὐτιὰ τῶν πιστῶν τοῦ Ἰσλάμ. Σὲ πολλὲς περιπτώσεις, οἱ χριστιανοὶ ὑποχρεώνονταν νὰ φοροῦν διακριτικὰ σημάδια στὰ ροῦχα τους —μία πρακτική ποὺ πολλοὶ λανθασμένα πιστεύουν ὅτι ἐφευρέθηκε αἰῶνες ἀργότερα.




.jpg)





