
Ο Μηδενισμός – η πίστη ότι δεν υπάρχει Απόλυτη Αλήθεια, ότι ή αλήθεια είναι σχετική -, αποτελεί, κατά τη δήλωση του Ευγένιου, τη βασική φιλοσοφία του 20ου αιώνα: «Στην εποχή μας έχει διαχυθεί και επικρατήσει σε τέτοιο βαθμό, έχει εισχωρήσει βαθειά στο νου και την καρδιά του σύγχρονου ανθρώπου, ώστε δεν υπάρχει πλέον μέτωπο αντίστασης». «Ό πυρήνας αυτής της φιλοσοφίας», αναφέρει, «εκφράστηκε καθαρότατα από τον Νίτσε, καθώς και από έναν χαρακτήρα του Ντοστογέφσκυ στη φράση: Ό Θεός είναι νεκρός. Ό ορισμός του Μηδενισμού έχει γίνει από τον Νίτσε: «Οτι δεν υπάρχει αλήθεια, το απόλυτο δεν υφίσταται, δεν έχουμε «υπόσταση». Αυτό και μόνον συνιστά το Μηδενισμό και μάλιστα στην ακραία, μορφή του.». Άρα, ό άνθρωπος γίνεται Θεός και όλα είναι δυνατά». Ο Ευγένιος, βασισμένος στα βιώματά του, πίστευε ότι ό άνθρωπος δεν μπορεί να προσεγγίσει τον Χριστό εάν δεν συνειδητοποιήσει πόσο απομακρυσμένοι είναι ό ίδιος και ή κοινωνία από Αυτόν, δηλαδή εάν δεν έρθει αντιμέτωπος με τον ίδιο το Μηδενισμό. «Ό Μηδενισμός ενυπάρχει σε όλους στην εποχή μας», έγραψε, «και αυτοί, οι όποιοι δεν επιλέγουν να τον αντιμάχονται με τη βοήθεια του Θεού στο όνομα της πληρότητας της εν Χριστώ ζωής, πνίγονται οι αυτόν. Οδηγηθήκαμε στην άκρη της μηδενιστικής αβύσσου και, είτε αναγνωρίζουμε τη φύση της είτε όχι, θα εγκολπωθούμε σε αυτήν λόγω της αεί ενυπάρχουσας μηδαμινότητας. Μόνη ελπίδα λύτρωσης παραμένει ή στροφή μας προς τη μόνη και αληθινή πίστη στο Χριστό (τη μη αμφίβολη εν αμφιβολία), χωρίς τον οποίο είμαστε στην πραγματικότητα μηδέν».
«…Ο νέος θεός δεν είναι Ον αλλά ιδέα, δεν αποκαλύπτεται μέσα στην πίστη και την ταπείνωση αλλά κατασκευάζεται από υπερήφανα μυαλά πού αισθάνονται ακόμη την ανάγκη για «εξήγηση» αφού απολέσουν τον πόθο για σωτηρία. Αυτός είναι ό νεκρός θεός των φιλοσόφων πού αποζητούν μόνον μια «πρωταρχική αιτία» για να συμπληρώσουν τα συστήματα τους, ό θεός των «θετικιστών» και άλλων σοφιστών περί της θρησκείας πού εφευρίσκουν έναν θεό διότι τον «χρειάζονται» και στη συνέχεια σκέπτονται να τον «χρησιμοποιήσουν» κατά βούληση. Είτε «δεϊστής», «ιδεαλιστής», είτε «πανθεϊστής» ή «παγκοσμιϊστής», κάθε σύγχρονος θεός αποτελεί παρόμοιο νοητικό κατασκεύασμα, δομημένο από ψυχές πού έχουν νεκρωθεί αφού έχασαν την πίστη στον αληθινό Θεό. Τα αθεϊστικά επιχειρήματα εναντίον αυτών των θεών είναι τόσο ακαταμάχητα όσο και άτοπα. "Ένας τέτοιος θεός είναι, στην πραγματικότητα, ένας μη θεός. Αδιάφορος προς τον άνθρωπο, αδύναμος να δράσει εν τω κόσμω (εκτός της δυνατότητας να εμπνεύσει παγκόσμια «αισιοδοξία»), αισθητώς αδυνατότερος των ανθρώπων πού τον εφηύραν. Περιττεύει να σημειώσουμε ότι, με αφετηρία έναν τέτοιο θεσμό, δεν μπορεί να οικοδομηθεί κάτι ασφαλές…»
«…Η πίστη γεννά τη συνοχή. Ο κόσμος της πίστης, πού κάποτε ήταν ό φυσιολογικός κόσμος, είναι υπέρτατα συνεκτικός, διότι καθετί μέσα σε αυτόν προσανατολίζεται στο Θεό για την αρχή και το τέλος του και νοηματοδοτείται από αυτόν τον προσανατολισμό. Ο Μηδενιστής επαναστάτης, καταστρέφοντας αυτόν τον κόσμο, εμπνέει έναν καινούριο: τον κόσμο του «παραλόγου». Αυτή ή λέξη, η οποία χρησιμοποιείται ευρέως στον παρόντα χρόνο για να περιγράψει τη δύσκολη θέση του συγχρόνου άνθρωπου, έχει βαθύτερη έννοια, εάν κατανοηθεί με τρόπο ορθό. Εάν το μηδέν είναι το κέντρο του κόσμου, τότε ό κόσμος, τόσο στην ουσία του όσο και στις επιμέρους λεπτομέρειες, είναι ασυνεχής, αποτυγχάνει να συγκρατεί, είναι παράλογος. Ό Νίτσε, περισσότερο από κάθε άλλον, με τρόπο καθαρό και ακριβή περιέγραψε αυτόν τον κόσμο, τον «προφήτη» του και το ίδιο το πέρασμα όπου για πρώτη φορά διατυπώνεται η κύρια αρχή του, ο «θάνατος του Θεού».