
Η εντολή του Χριστού «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών» δε συναντάται σε καμία άλλη θρησκεία του κόσμου. Είναι αποκλειστικότητα του Χριστιανισμού. Η «καινή εντολή» του Κυρίου υπερβαίνει το Μωσαϊκό νόμο και αποτελεί την πλήρωσή του:
«Ηκούσατε ότι ερρέθη, αγαπήσεις τον πλησίον σου και μισήσεις τον εχθρόν σου. Εγώ δε λέγω υμίν, αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς» (Ματ. Ε΄, 43-44). Δηλ. τους αληθινούς μαθητές του Χριστού τους χαρακτηρίζει η αγάπη προς τους εχθρούς. Για να τονίσει την σπουδαιότητα της εντολής αυτής ο Κύριος, έδωσε το προσωπικό Του παράδειγμα επάνω στο Σταυρό: «Πάτερ, άφες αυτοίς∙ ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. Κγ’, 34).
Αυτό το παράδειγμα μιμήθηκαν οι Άγιοι της Εκκλησίας μας κατά τους διωγμούς, όπως ο Άγιος Στέφανος την ώρα του λιθοβολισμού του: «Κύριε, μη στήσεις αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην» (Πρ. ζ΄, 60), αλλά και ο Άγιος Διονύσιος Ζακύνθου, που προστάτευσε το φονιά του αδελφού του και τον φυγάδευσε για να μην τον συλλάβουν. «Τέτοιες είναι οι ψυχές των Αγίων∙ αγαπούν τους εχθρούς περισσότερο από τον εαυτό τους, για να αρέσουν στον Ευεργέτη και να μιμηθούν όσο μπορούν τη φιλανθρωπία Του» (Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός, Φιλοκαλία Γ΄, σελ. 154).
Η «καινή εντολή» μας προστάζει, εφόσον έχουμε συναίσθηση, ότι είμαστε τέκνα Θεού, να προσευχόμαστε για τους εχθρούς μας και να τους αγαπούμε! Και τους αντικειμενικά εχθρούς μας, αυτούς δηλ. που μας διέρρηξαν το σπίτι, αυτούς που ως άθεοι ή αλλόθρησκοι με τα ΜΜΕ προσβάλλουν την ορθόδοξη πίστη μας, αυτούς που μας οδηγούν στα δικαστήρια, ή αυτούς που επιβουλεύονται την Πατρίδα μας. Και τους υποκειμενικά «εχθρούς» μας, αυτούς, δηλαδή, τους οποίους στην καθημερινή πράξη και ζωή οι αδυναμίες μας, πολλές φορές, μας οδηγούν στο να τους τους δούμε ως «εχθρούς»: μέλη π.χ. της οικογενείας μας, συγγενείς, γείτονες ή συνενορίτες, συμμαθητές, φίλους ή συμφοιτητές μας, συναδέλφους ή συνεργάτες, προϊσταμένους ή υφισταμένους μας. Το να βλέπουμε κάποιους ως εχθρούς ή «εχθρούς» και να επηρεαζόμαστε από αυτούς δυσμενώς, οφείλεται κυρίως στην κακή μας πνευματική κατάσταση και στον εγωϊσμό μας, που μας αναγκάζει να «επαναστατήσουμε» εναντίον τους. Εάν μπορούσαμε να σηκώσουμε την προσβολή ή να κάνουμε υπομονή και να ταπεινωθούμε (ο Χριστός ταπεινώθηκε και υπάκουσε μέχρι θανάτου), θα ήταν ευκολότερο να τους ανεχθούμε, να τους δικαιολογήσουμε, να προσευχηθούμε γι’ αυτούς και να τους αγαπήσουμε. Και όταν λέμε αγαπώ, δε σημαίνει ότι απλώς ανέχομαι τον πλησίον μου, δεν ασκώ βία ή δεν αποδίδω κακό αντί κακού. Αγαπώ δε σημαίνει μια ουδέτερη στάση ή την απουσία μίσους. Αλλά αγαπώ τον εχθρό μου σημαίνει την πρόθεσή μου να κάνω καλό σ’ αυτόν που με μισεί. Η αγάπη μου αυτή αποδεικνύεται αληθινή, όταν ενσταλάζει ειρήνη στις ψυχές και των δύο. Αυτή είναι το γνήσιο σημάδι της αγάπης. Και αυτό επιτυγχάνεται όχι τυπικά ή με δώρα, αλλά με μετριοπάθεια, με ταπεινή συμπεριφορά και με απλά και ειλικρινή λόγια.