
1. Ποιός εἶναι ὁ Ἅγιος Ἱλάριος Ἐπίσκοπος Πικταβίου (c. 310 – c. 367)
Ἡ παροῦσα περιδιάβασή μας στίς ὁδούς τῆς πρώιμης ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας μᾶς ὁδηγεῖ στόν ἱερό Ἱλάριο, Ἐπίσκοπο Πικταβίου (τοῦ σημερινοῦ Πουατιέ, Poitiers, τῆς Δυτ. Γαλλίας), καί στίς ἔνδοξες ἐκκλησιαστικές σελίδες τῶν μαρτυρικῶν ἀγώνων τῶν Ὀρθοδόξων κατά τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρειανισμοῦ τόν 4ο αἰῶνα [1].
Φοβερός ἐχθρός τῆς αἱρέσεως σέ λόγους καί ἔργα, ὁ Ἱλάριος ἀπεκλήθη «Ἀθανάσιος τῆς Δύσεως» καί «Σφύρα [κατά] τῶν Ἀρειανῶν» (“malleus Arianorum”)· τούς ὁποίους πράγματι σφυροκόπησε τόσον ἐπίμονα, ὥστε ἐπανειλημμένως νά ὑποστεῖ διωγμούς καί τετραετῆ ἐξορία χάριν τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί αὐτῆς ἀνεδείχθη στήν Δύση στήριγμα, «Στῦλος Ὀρθοδοξίας» θά λέγαμε, ὅπως καί ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στήν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή. Λίγο μετά τόν θάνατό του ἤδη ἐθεωρεῖτο, ὅτι ὁ Ἅγιος Ἱλάριος, μαζί μέ τούς Ἁγίους Κυπριανό καί Ἀμβρόσιο, συναριθμεῖται στούς τρεῖς ἐπιφανεῖς τετελειωμένους «μάρτυρες καί Ὁμολογητές» τῆς Ἐκκλησίας τῆς Δύσεως [2]. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στήν Δύση στίς 13 Ἰανουαρίου (ἀλλά πρό τῆς δεκαετίας τοῦ 1970, στίς 14 τοῦ μηνός). Στά παλαιότερα ἑλληνικά Συναξάρια (καί τίς Πατρολογίες καί Ἐγκυκλοπαιδεῖες κ.ἄ.), ὅσο καί ἄν ἐρευνήσαμε ἀρχικῶς, δέν εὑρήκαμε νά μνημονεύεται ἑορτασμός τῆς μνήμης του ἀπό τούς Ἀνατολικούς Ὀρθοδόξους· σέ ἀνάλογες νεότερες συναξαριστικές ἐκδόσεις, ὡστόσο, ἔντυπες καί ψηφιακές, οἱ ὁποῖες ἔχουν συμπεριλάβει ἀκόμη περισσοτέρους παλαιούς Ὀρθοδόξους Ἁγίους τῆς Δύσεως, ἔχει ἐνταχθεῖ καί ὁ Ἅγιος Ἱλάριος στίς 13 Ἰανουαρίου [3]. Ἅλλωστε ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος (c. 342-420) σέ δύο τοὐλάχιστον σημεῖα τῶν ἔργων του ὀνομάζει τόν Ἱλάριο «ἅγιο» καί πολλές φορές «Ὁμολογητή», τόν ἔχει δέ συμπεριλάβει στό ἔργο του De Viris Illustribus (Περί τῶν Ἐπιφανῶν Ἀνδρῶν), ἐνῷ καί ὁ δυτικός ἐκκλησιαστικός ἱστορικός καί θεολόγος Ρουφῖνος (345-411) ἐπίσης τόν χαρακτηρίζει ὡς «ἅγιο ἄνδρα» καί «Ὁμολογητή». [4] Ἀκόμηκαί στήν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή ὁ ἱερός Θεοδώρητος Κύρου (c. 393 – c. 457) στόν Ἐρανιστή του παραθέτει ἐκτενῆ θεολογική γνώμη τοῦ «Ἁγίου Ἱλαρίου Ἐπισκόπου καί Ὁμολογητοῦ» [5].
Ὁ Ἅγιος, λοιπόν, Ἱλάριος, Γέροντας τοῦ Ἁγίου Μαρτίνου τῆς Τουρώνης, δηλ. τῆς Tours (316/336 – 397), ὑπῆρξε ὄχι μόνον ὁ πρῶτος ἐκκλησιαστικός ὑμνογράφος τῆς Δύσεως, ἀλλά κυρίως ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μέ τά τριαδολογικά καί πολεμικά κατά τῶν Ἀρειανῶν ἔργα του κατέστησε κατανοητή στήν Δύση τήν θεολογία τῆς συγκρούσεως στήν Ἀνατολή μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἀρειανῶν. Σέ αὐτό συνετέλεσε ἡ καλή γνώση του τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, ἡ ὁποία τοῦ κατέστησε προσιτή τήν γραμματεία τῶν δικῶν μας, Ἀνατολικῶν, ἑλληνοφώνων Ἁγίων Πατέρων.












