ΙΒΑΝ ΜΙΧΑΗΛΟΒΙΤΣ ΑΝΤΡΕΕΒΣΚΙ
Ανακρίσεις στις φυλακές της NKVD
(Ἀπὸ τὶς σημειώσεις ἑνὸς πρώην κρατουμένου στὰ Σολόβκι)
Ἡ ἀνάκριση στὴν ΕΣΣΔ ἔχει δύο πλευρές. Ἡ μία εἶναι ἡ προφορικὴ συνομιλία τοῦ ἀνακριτῆ μὲ τὸν κρατούμενο. Ἡ ἄλλη εἶναι τὸ ἐπίσημο γραπτὸ ἔγγραφο, τὸ πρωτόκολλο τῆς ἀνάκρισης, ὑπογεγραμμένο ἀπὸ τὸν κατηγορούμενο.
Τυπικὰ ἡ νομικὴ πλευρὰ στὴν ΕΣΣΔ παρουσιάζεται συχνὰ ἄψογη. Ἀπὸ τὰ πρωτόκολλα τῶν ἀνακρίσεων φαίνονται τὰ πάντα: καὶ ὁ χαρακτήρας τῆς κατηγορίας, καὶ ὁ χαρακτήρας τῆς ἔρευνας, καὶ τὸ περίπλοκο δίκτυο τῶν μαρτυρικῶν καταθέσεων, καὶ τέλος, ἡ ἀποκάλυψη, ἡ ἐνοχοποίηση τοῦ κατηγορουμένου, ἡ ὁμολογία του, ἐπικυρωμένη μὲ τὴν ὑπογραφή του. Μετὰ ἡ καταδίκη καὶ ἡ ποινή. Ὅλα εἶναι αὐστηρὰ νόμιμα, βάσει τοῦ Ποινικοῦ Κώδικα καὶ τοῦ Συντάγματος.
Τίποτε ἄλλο δὲν φαίνεται. Δὲν ὑπάρχουν οὔτε ἴχνη συνομιλιῶν, οὔτε ἴχνη βασανιστηρίων. Οἱ συνομιλίες γίνονται κατ’ ἰδίαν· τὰ βασανιστήρια – χωρὶς μάρτυρες. Οἱ «σοβαροὶ» ἐγκληματίες στὶς σοβιετικὲς φυλακὲς πεθαίνουν πάντα. Κρατοῦνται σὲ κελιά ἀπομόνωσης, ἀνακρίνονται τὴ νύχτα, «ἐκκαθαρίζονται» πρὶν τὴν αὐγή. Οἱ σκοτεινοὶ διάδρομοι τοῦ DPZ (Σπίτι Προσωρινῆς Κράτησης) τῶν «Κρεστὺ» καὶ τῶν «Μπουτύρκα» (φυλακὲς στὸ Λένινγκραντ καὶ τὴ Μόσχα) – σιωποῦν. Τὸ βοηθητικὸ προσωπικὸ τῶν δεσμοφυλάκων εἶναι προσεκτικὰ ἐπιλεγμένο καὶ ἐπίσης γνωρίζει πῶς νὰ σιωπᾷ.
Γιὰ μένα, ὡς ψυχίατρο, εἶχε ἐξαιρετικὸ ἐνδιαφέρον νὰ παρατηρῶ τοὺς τύπους τῶν ἀνακριτῶν καὶ τῶν δεσμοφυλάκων. Εἶναι αὐστηρὰ ἐπιλεγμένοι. Μεταξύ τους ἡ πλειονότητα εἶναι ψυχοπαθεῖς: ἐπιληπτοειδεῖς, παρανοϊκοί, σχιζοειδεῖς. Πολλοὶ εἶναι σαδιστὲς καὶ ἠθικὰ ὑπολειμματικοί.
Ἡ ἀνάκριση στὴν ΕΣΣΔ εἶναι ἕνα ἐντελῶς ἰδιαίτερο εἶδος ἀθλήματος γιὰ τὸν ἀνακριτὴ καὶ πάντα ἕνα βασανιστήριο (σωματικὸ ἢ ψυχικὸ) γιὰ τὸν κατηγορούμενο.
…Ὁ ξαφνικὸς κρότος καὶ τὸ γδούπισμα τῆς κλειδαριᾶς ποὺ ἀνοίγει, συνήθως τὴ νύχτα, τὰ δυνατὰ βαριὰ βήματα τοῦ δεσμοφύλακα ποὺ εἰσέρχεται, τὶς περισσότερες φορὲς μὲ ἕνα κομμάτι χαρτὶ στὸ χέρι, ἡ σκόπιμη σιωπὴ γιὰ μερικὰ δευτερόλεπτα, μετὰ τὸ κάλεσμα μὲ τὸ ἐπώνυμο καὶ ἡ πρόσκληση: «ἔλα, ἔλα»… Ποῦ, γιατί, γιὰ ποιὸν λόγο – ποτὲ δὲν λέγεται… Καὶ ἔπειτα, τὸ βιαστικὸ ντύσιμο, ὑπὸ τὸ ἀνυπόμονο κέντρισμα: «ἔλα, ἔλα», καὶ ἡ πορεία τοῦ δεσμοφύλακα μπροστὰ μέσα ἀπὸ ἀτέλειωτα μακριοὺς διαδρόμους καὶ σκάλες, ὅλο καὶ πιὸ κάτω, ὅλο καὶ πιὸ κοντὰ στὰ ὑπόγεια καὶ… στὴν κόλαση.
Μπαίνεις στὸ γραφεῖο τοῦ ἀνακριτῆ, κάθεσαι στὴν καρέκλα. Ἀρχίζει ἡ «κουβέντα». Στὴν ἀρχὴ ἀπὸ μακριά. Συχνὰ γιὰ οὐδέτερα θέματα. Μὲ χαμηλή, «ἐγκάρδια» φωνή. Ἡ ὄρεξη ἔρχεται τρώγοντας. Ὁ ἀνακρινόμενος βρίσκεται στὴν πλήρη ἐξουσία τοῦ ἀνακριτῆ. Καὶ οἱ δύο τὸ γνωρίζουν: ὁ ἕνας μὲ τρόμο, ὁ ἄλλος μὲ εὐχαρίστηση.










