

Δείτε το βίντεο:


Δείτε το βίντεο:
"πέφτοντας από πλάνης σε πλάνη, έφθασε στο σημείον να πιστεύη ακλόνητα, ότι το χωρίον της «Αποκαλύψεως» 11, 11 – 13 ανεφέρετο στον ίδιον και στους ολίγους οπαδούς του!"
Μια απόδειξη πόσο ανεύθυνα γράφουν σήμερα πολλοί παρουσιάζοντας ως πηγές πλανεμένους και παρασέρνοντας έτσι το ποιμνιο.
π. Θεόκλητος Διονυσιάτης
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΑΚΡΑΚΗΣ
ΠΟΙΟΣ ΔΕΝ έχει ακούσει για τον θερμουργόν αυτόν εργάτην του Ευαγγελίου; Ποιος δεν έχει διαβάσει για τον Απόστολον Μακράκην, που το όνομά του εκάλυψε την δεύτερη πεντηκονταετία του 19ου αιώνος, στον Ελλαδικόν χώρον; Ποιος σήμερα δεν γνωρίζει εκείνον που, με τον ζήλον του, την ισχύν του λόγου του με την αγωνιστικότητά του, με τις θυελλώδεις επικρίσεις του, με τις ευαγγελικές ερμηνείες του και τις φιλοσοφικές ιδέες του, με τα τολμηρά σχέδιά του, εδημιούργησε ρεύματα και αντιρρεύματα, φίλους και εχθρούς στην Ελλαδικήν Εκκλησία;
Και ποιος, που κάπως γνωρίζει την εκκλησιαστικήν ιστορία του τελευταίου αιώνος, δεν έμαθε για τα αναγεννησιακά προγράμματα και την δραστηριότητα του Μακράκη, για τα μέχρι σήμερα απηχήματά του στην θρησκευτική ζωή του τόπου μας, και για τις αντιλογίες που εγείρονται στο άκουσμα του ονόματός του που, τον θέλουν αιρετικόν;
Πράγματι, ο Μακράκης, αποτελεί «σημείον αντιλεγόμενον». Χριστιανός με βαθειά πίστη, με δυνατόν νουν, με θερμή ψυχή, με σχετική θεολογική και φιλοσοφική παιδεία, αυστηρός στα ήθη, ασκητικός στους τρόπους, αφιλάργυρος, εμφανιζόμενος ως φιλόχριστος, ως φιλάνθρωπος, ως φιλόκαλος, ως διαφλεγόμενος από τον πόθον της επικρατήσεως σε όλον τον κόσμον του Ευαγγελίου, δεινός ρήτορας, ακαταμάχητος αντιρρητικός έναντι των αθέων, είχε μόνον ένα περιεκτικόν ελάττωμα: την αυτοπεποίθηση. Κατείχετο από το ψυχικόν και διανοητικόν εκείνο πάθος, που αμαυρώνει όλες τις αρετές, που απωθεί την χάρη του Θεού, γυμνώνει τον άνθρωπον από κάθε καλόν και προκαλεί συσκότιση στον νου· την οίηση που γεννά τα συγγενή πάθη της υπερηφανείας, της κενοδοξίας και της επάρσεως.
Τα πάθη αυτά ανακαλύπτει κανείς αμέσως στον εικοσαετή Ιεροκήρυκα εν Κωνσταντινουπόλει Απόστολον, υπό μορφήν νεανικού ζήλου και τα συναντά, στην πλέον τραχεία μορφή τους, καθ’ όλην την δράση του μέχρι του τέλους της ζωής του, στον Μακράκη. Κατά τους Πατέρας, η υπερηφάνεια αναπληρώνει όλα τα πάθη.
Ο υποφαινόμενος οφείλει ενταύθα μια εξήγηση: δεν ανακινεί το θέμα από Αντιμακρακισμόν. Δεν επιθυμεί να αναξέση πάθη και να προκαλέση την μήνιν των οπαδών του. Δεν αποβλέπει στην μείωση του ανδρός και του έργου του. Απλώς, αισθάνεται την υποχρέωση να παρουσιάση συνοπτικά τον άνθρωπον όπως, κατά την γνώμη του, ήταν, εξ αφορμής του γεγονότος, ότι ο Μακράκης έχει δημιουργήσει ένα είδος παραδόσεως, που τελευταία αναβιούται από κάποιες χριστιανικές κινήσεις, ένα ολέθριον είδος ψευδοπαραδόσεως. Αν η Εκκλησία έχη την παγίαν πνευματική της παράδοση, αν η παράδοση αυτή είναι το υπέρτατον κριτήριον αληθείας και γνώσεως και Ορθοδόξου ήθους, και αν είναι, εκ των ων ουκ άνευ, απαραίτητον να διασωθή η παράδοση και το κύρος της, κάθε πιστός είναι υποχρεωμένος να επισημάνη τις διάφορες μορφές νοθείας, που προκαλούν εκτροπή και σύγχυση και ανατρέπουν την παράδοση.


Ὁ πέμπτος ἀγῶνας μας ἑστιάζεται στὴν ἀντίσταση ποὺ πρέπει νὰ προβάλλουμε ἐναντίον τοῦ πάθους τῆς λύπης. Γιατί, ἂν ἀφήσουμε τὴ λύπη νὰ κυριεύει λίγο-λίγο τὴν ψυχή μας, αὐτὴ ἀμέσως, μόλις θὰ δίδεται κάποια ἀφορμή, θὰ μᾶς ἀποσπᾷ ἀπὸ τὴ Θεία Θεωρία καὶ θὰ καταθλίβει τὸ πνεῦμα μας. Ὅταν ἡ λύπη καταλάβει τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, δὲν τοῦ ἐπιτρέπει νὰ προσεύχεται μὲ τὴν ἴδια χαρά, οὔτε νὰ καταφεύγει στὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὥστε νὰ βρεῖ σ’ αὐτὴ φάρμακο καὶ νὰ θεραπευθεῖ.
Ἡ λύπη μᾶς ἐμποδίζει ἐπίσης ἀπὸ τὸ νὰ εἴμαστε εἰρηνικοὶ καὶ πρᾶοι πρὸς τοὺς ἀδελφούς μας. Μᾶς κάνει ἀνυπόμονους καὶ σκληρούς, μᾶς δυσκολεύει καὶ δρᾷ ἀνασταλτικὰ στὴν προσπάθειά μας γιὰ τὴν ἐκτέλεση τῶν πνευματικῶν καθηκόντων καὶ ὑποχρεώσεων μας.
Ἂν ἀφήσει ὁ μοναχὸς τὴν ψυχή του νὰ παραδοθεί στὴ λύπη, αὐτὴ τὸν κάνει σιγά-σιγά ἀνίκανο νὰ ἀντιδρᾷ πνευματικὰ καὶ νὰ ἀντιστέκεται στὶς ἐπιθέσεις της. Γιατί αὐτὸς θὰ ἔχει πλέον στερηθεῖ τὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς του καὶ θὰ καταντήσει σὰν τὸν τρελλὸ ἢ σὰν τὸν μεθυσμένο. Καὶ τελικά, αὐτὴ θὰ τὸν συνθλίψει καὶ θὰ τὸν ρίξει σὲ ὀδυνηρὴ ἀπελπισία.
Πῶς θὰ θεραπεύσουμε τὴν ἀρρώστια τῆς λύπης καὶ τῆς ἀθυμίας
Γι’ αὐτό, ἂν θέλουμε νὰ διεξάγουμε τὸν πνευματικό ἀγῶνα, ὅπως μᾶς ὑποδεικνύει ὁ Ἀπόστολος, δηλαδὴ «σύμφωνα μὲ τοὺς κανόνες της ἀθλῆσεως» (Β’ Τίμ. 2, 5), πρέπει νὰ φροντίσουμε νὰ θεραπεύσουμε αὐτὴ τὴν ἀρρώστια μὲ τὴν ἴδια προσοχὴ καὶ ἐπιμέλεια ποὺ καταβάλλουμε γιὰ νὰ νικήσουμε καὶ τὰ ἄλλα πάθη. Πράγματι, «ὥσπερ σὴς ἐν ἱματίῳ καὶ σκώληξ ξύλῳ, οὕτως λύπη ἀνδρὸς βλάπτει κάρδίαν, σὰν τὸ σκόρο ποὺ τρυπάει τὸ ροῦχο καὶ τὸ σαράκι ποὺ κατατρώει τὸ ξύλο, ἔτσι καὶ ἡ λύπη βλάπτει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου» (Παροιμ. 25, 20α). Μ’ αὐτὸν τὸ λόγο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκφράζει, ξεκάθαρα καὶ μὲ πολλὴ ἀκρίβεια, τὴ βιαιότητα αὐτοῦ τοῦ τόσο ἐπικίνδυνου πάθους.
Μὲ τί μποροῦμε νὰ συγκρίνουμε τὴν ψυχὴ ποὺ εἶναι θῦμα τῶν ἐπιθέσεων τῆς λύπης.

(Λουκ. στ’ 31-36)
Όταν οι άνθρωποι έχουν παντοτινή επίγνωση της φιλανθρωπίας του Θεού προς αυτούς, θα είναι φιλάνθρωποι κι ο ένας προς τον άλλον. Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο που να κάνει τους ανθρώπους άσπλαχνους προς τους άλλους, όσο η πεποίθηση πως κανένας δε θέλει να δώσει και στους ίδιους. Κανένας; Και πού είναι ο Θεός τότε; Δε μας αποζημιώνει κάθε μέρα και κάθε νύχτα ο Θεός με την ευσπλαχνία Του, σε αντίθεση μ’ εμάς που είμαστε άσπλαχνοι; Δεν είναι πιο σπουδαίο για μας να μας ευεργετήσει ο Βασιλιάς στην αυλή Του με την ευσπλαχνία Του, αντί να μας ευεργετούν οι δούλοι Του; Τί μας ωφελεί αν μας ευεργετούν όλοι οι δούλοι Του, αλλά ο Βασιλιάς είναι συγκρατημένος απέναντι μας;
Οι άνθρωποι γίνονται ανελεήμονες όταν περιμένουν από τους άλλους να τους ελεήσουν, ενώ οι άλλοι περιμένουν το ίδιο απ’ αυτούς. Σ’ αυτήν την αμοιβαία αναμονή, στο να περιμένει δηλαδή ο ένας από τον άλλον να τον ελεήσει, όλοι οι άνθρωποι, σαν ένας γενικός κανόνας, γίνονται άσπλαχνοι κι ανελεήμονες. Η ελεημοσύνη όμως δεν είναι παθητική αρετή, αλλά ενεργητική. Πώς θα γνώριζαν οι άνθρωποι τη φιλανθρωπία, αν ο Θεός δεν την είχε πρώτος ασκήσει σ’ αυτούς; Η φιλανθρωπία του Θεού απαιτεί τη φιλανθρωπία των ανθρώπων. Αν ο Θεός δεν είχε πρώτος δείξει τη φιλανθρωπία Του, ο κόσμος δε θα ήξερε τι ήταν.



Εκοιμήθη εν Κυρίω την Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026, σε ηλικία 85 ετών, ο Αγιοταφίτης Αρχιμανδρίτης Ιουστίνος Μάμαλος, ανακαινιστής του Ιερού Προσκυνήματος του Φρέατος του Ιακώβ και κτίτορας του Ιερού Ναού της Αγίας Φωτεινής της Σαμαρείτιδος, στη Νεάπολη (Νάμπλους) της Σαμάρειας, όπως ανακοινώνει με βαθύτατη θλίψη το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων.
Ο μακαριστός Γέροντας Ιουστίνος νοσηλευόταν το τελευταίο διάστημα στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών «Άγιος Ανδρέας», όπου εκοιμήθη έπειτα από μακρά ασθένεια.
Η ζωή και η πολυετής διακονία του εκλιπόντος συνδέθηκαν άρρηκτα με την εκ βάθρων ανακαίνιση και ανάδειξη της Ιεράς Μονής Φρέατος του Ιακώβ.
Με βαθιά πίστη και θερμή αγάπη προς την Αγία Σιών, Μητέρα των Εκκλησιών, και τα Πανάγια Προσκυνήματα, αφιέρωσε τις δυνάμεις, τους κόπους και μεγάλο μέρος της ζωής του στην ανακαίνιση, την ευπρέπεια και τη διαφύλαξη της Ιεράς Μονής, αφήνοντας πολύτιμη παρακαταθήκη και ένα σημαντικό έργο, το οποίο θα διατηρεί ζωντανή τη μνήμη της προσφοράς του.
Ἡ δαιμονικὴ βία, στὴ λανθάνουσα λειτουργία της μέσα στὸν ἀνθρώπινο ψυχισμό, δείχνει ἕνα ἄλλο πρόσωπο, πολὺ διαφορετικὸ ἀπὸ ἐκεῖνο, ποὺ ἡ πρώτη ἐντύπωση μᾶς δίνει νὰ ἀντιληφθοῦμε, ὅταν ἡ βία αὐτὴ εἶναι ἔκδηλη καὶ ἐμφανὴς καὶ ἄμεσα καταστροφική.
Ἡ λανθάνουσα βία, δηλ. ὁ ἀφανὴς καὶ ἀνύποπτος καὶ ἀθόρυβος τρόπος λειτουργίας τῆς βίας, στὰ πρῶτα της βήματα, μέσα στὸν παραδείσιο χῶρο, σφραγίζει πολὺ βαθειὰ καὶ σχεδὸν ἀνεξίτηλα(;) τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο μὲ τὸν πιὸ ἀπατηλὸ χαρακτήρα της· τὴ ραθυμία!
Στὴν κοινὴ λογικὴ ἡ ραθυμία, ἡ νωχέλεια, ἡ ἀβελτηρία καὶ γενικὰ ἡ παραλυτικὴ ἀδράνεια τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, φαίνεται σὰν μία συμπεριφορὰ ἢ ἐνέργεια ἐντελῶς ἀντίθετη μὲ τὴν ἔννοια τῆς δυναμικῆς ἢ ἔντονα ἐπιθετικῆς συμπεριφορᾶς τῆς βίας. Βία καὶ ραθυμία φαίνονται σὰν δύο ἀντίθετες καὶ ἐντελῶς διάφορες, μεταξύ τους, συμπεριφορὲς καὶ λειτουργίες τοῦ ἀνθρώπινου ψυχισμοῦ.
Κι ὅμως! Ἡ ραθυμία καὶ μάλιστα στὴν ὑπαρξιακή της ποιότητα καὶ ἐκδοχή, εἶναι τὸ ἄλλο, ἀπατηλό, πρόσωπο τῆς δαιμονικῆς βίας. Κι αὐτὸ εἶναι αὐτονόητο. Ἐὰν εἶναι στὴ φύση καὶ στὸν λειτουργικὸ-δυναμικὸ χαρακτήρα τῆς βίας νά… βιάζει, δηλαδὴ νὰ καθηλώνει σὲ δουλεία καὶ αἰχμαλωσία, σὲ ἀλύτρωτη ὑποταγὴ καὶ σὲ ἀθεράπευτη παγίωση, τὸν ἀνθρώπινο ψυχισμό, τὸ ἀποτέλεσμα αὐτοῦ τοῦ εἴδους βιασμοῦ τοῦ ψυχισμοῦ αὐτοῦ, εἶναι ἀκριβῶς ἡ κατάσταση τῆς ὑπαρξιακῆς ἀδράνειας καὶ νωθρότητας, δηλ. τῆς ραθυμίας.

Αν κάποιοι προσβάλουν τον επισκοπικό θεσμό, αυτοί είναι οι επίσκοποι οι ίδιοι.
Ὁ «Νέος Ἀρχιμανδρίτης»: Ἐκκλησιολογικὴ ἔκπτωσις τῶν θεσμῶν
Τοῦ κ. Δημητρίου Λογοθέτου, θεολόγου
Καθὼς πλησιάζει ἡ τακτικὴ σύγκληση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τὸ παρασκήνιο βρίθει ἀπὸ ἔντονες ζυμώσεις καὶ διαρροές. Στὸ ἐπίκεντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος δὲν βρίσκονται μείζονα θεολογικὰ προβλήματα, οὔτε ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας σὲ μιὰ ραγδαῖα ἐκκοσμικευμένη κοινωνία, ἀλλὰ ὁ συνήθης, πλὴν νοσηρός, διαμοιρασμὸς ὀφφικίων καὶ προαγωγῶν. Ἡ φημολογία ποὺ κυκλοφορεῖ στοὺς ἐκκλησιαστικοὺς διαδρόμους προαναγγέλλει ἕνα ἀκόμη καταιγισμὸ ἐκλογῶν βοηθῶν ἐπισκόπων — φῆμες μάλιστα κάνουν λόγο γιὰ διψήφιο ἀριθμὸ νέων τιτουλαρίων.
Ὁ θεσμὸς τῶν βοηθῶν ἐπισκόπων ἀποτελεῖ μιὰ θεολογικὴ καὶ κανονικὴ ἀνωμαλία, μιὰ σοβαρότατη ἐκκλησιολογικὴ ἀλλοίωση, ποὺ δὲν ἐξυπηρετεῖ καμία οὐσιαστικὴ ποιμαντικὴ ἀνάγκη στὶς ἡμέρες μας. Ἀντίθετα, λειτουργεῖ ἀποκλειστικὰ ὡς ὄχημα ἱκανοποίησης τῆς προσωπικῆς ματαιοδοξίας ἀρχιμανδριτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνυπομονοῦν νὰ φορέσουν στὸ κεφάλι τους τὴν ἀρχιερατικὴ μίτρα, μετατρέποντας τὸν τρίτο βαθμὸ τῆς ἱερωσύνης σὲ ἐπαγγελματικὸ ἔπαθλο.
Γιὰ νὰ κατανοηθεῖ τὸ μέγεθος τῆς στρέβλωσης, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐπιστρέψουμε στὶς αὐθεντικὲς ρίζες τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιολογίας. Στὴν πρώιμη Ἐκκλησία, ὅπως τὴν συνόψισε ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος, ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ἡ ὁρατὴ κεφαλὴ τῆς Εὐχαριστιακῆς Συνάξεως, «εἰς τύπον καὶ τόπον Χριστοῦ». Ἡ ἔννοια τοῦ Ἐπισκόπου εἶναι ἀδιαχώριστη ἀπὸ τὴν Τοπικὴ Ἐκκλησία. Δὲν ὑπάρχει «ἀπόλυτος» ἢ «περιπλανώμενος» ἐπίσκοπος.