π. Θεόκλητος Διονυσιάτης

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΜΑΚΡΑΚΗΣ

    ΠΟΙΟΣ ΔΕΝ έχει ακούσει για τον θερμουργόν αυτόν εργάτην του Ευαγγελίου; Ποιος δεν έχει διαβάσει για τον Απόστολον Μακράκην, που το όνομά του εκάλυψε την δεύτερη πεντηκοντα­ετία του 19ου αιώνος, στον Ελλαδικόν χώρον; Ποιος σήμερα δεν γνωρίζει εκείνον που, με τον ζήλον του, την ισχύν του λόγου του με την αγωνιστικότητά του, με τις θυελλώδεις επικρίσεις του, με τις ευαγγελικές ερμηνείες του και τις φιλοσοφικές ιδέες του, με τα τολ­μηρά σχέδιά του, εδημιούργησε ρεύ­ματα και αντιρρεύματα, φίλους και εχθρούς στην Ελλαδικήν Εκκλησία;

Και ποιος, που κάπως γνωρίζει την εκκλησιαστικήν ιστορία του τελευταίου αιώνος, δεν έμαθε για τα αναγεννησιακά προγράμματα και την δραστηριότη­τα του Μακράκη, για τα μέχρι σήμερα απηχήματά του στην θρησκευτική ζωή του τόπου μας, και για τις αντιλογίες που εγείρονται στο άκουσμα του ονόματός του που, τον θέλουν αιρετικόν;

Πράγματι, ο Μακράκης, αποτελεί «σημείον αντιλεγόμενον». Χριστιανός με βαθειά πίστη, με δυνατόν νουν, με θερμή ψυχή, με σχετική θεολογική και φιλοσοφική παιδεία, αυστηρός στα ήθη, ασκητικός στους τρόπους, αφιλάργυρος, εμφανιζόμενος ως φιλόχριστος, ως φι­λάνθρωπος, ως φιλόκαλος, ως διαφλεγόμενος από τον πόθον της επικρατήσεως σε όλον τον κόσμον του Ευαγγελίου, δεινός ρήτορας, ακαταμάχητος αν­τιρρητικός έναντι των αθέων, είχε μό­νον ένα περιεκτικόν ελάττωμα: την αυτοπεποίθηση. Κατείχετο από το ψυχικόν και διανοητικόν εκείνο πάθος, που α­μαυρώνει όλες τις αρετές, που απωθεί την χάρη του Θεού, γυμνώνει τον άν­θρωπον από κάθε καλόν και προκαλεί συσκότιση στον νου· την οίηση που γεννά τα συγγενή πάθη της υπερηφανείας, της κενοδοξίας και της επάρσεως.

Τα πάθη αυτά ανακαλύπτει κανείς αμέσως στον εικοσαετή Ιεροκήρυκα εν Κωνσταντινουπόλει Απόστολον, υπό μορφήν νεανικού ζήλου και τα συναντά, στην πλέον τραχεία μορφή τους, καθ’ όλην την δράση του μέχρι του τέ­λους της ζωής του, στον Μακράκη. Κατά τους Πατέρας, η υπερηφάνεια αναπληρώνει όλα τα πάθη.

Ο υποφαινόμενος οφείλει ενταύθα μια εξήγηση: δεν ανακινεί το θέμα από Αντιμακρακισμόν. Δεν επιθυμεί να αναξέση πάθη και να προκαλέση την μήνιν των οπαδών του. Δεν αποβλέπει στην μείωση του ανδρός και του έργου του. Απλώς, αισθάνεται την υποχρέωση να παρουσιάση συνοπτικά τον άνθρωπον όπως, κατά την γνώμη του, ήταν, εξ α­φορμής του γεγονότος, ότι ο Μακράκης έχει δημιουργήσει ένα είδος παραδόσεως, που τελευταία αναβιούται από κάποιες χριστιανικές κινήσεις, ένα ολέθριον είδος ψευδοπαραδόσεως. Αν η Εκκλησία έχη την παγίαν πνευματική της παράδοση, αν η παρά­δοση αυτή είναι το υπέρτατον κριτήριον αληθείας και γνώσεως και Ορθοδό­ξου ήθους, και αν είναι, εκ των ων ουκ άνευ, απαραίτητον να διασωθή η παρά­δοση και το κύρος της, κάθε πιστός εί­ναι υποχρεωμένος να επισημάνη τις δι­άφορες μορφές νοθείας, που προκαλούν εκτροπή και σύγχυση και ανατρέπουν την παράδοση.