
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ [:Ματθ. 4, 18-22]
ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς. καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ (:Ἐνῶ λοιπὸν περπατοῦσε κοντὰ στὴ θάλασσα τῆς Γαλιλαίας, εἶδε δυὸ ἀδελφούς· τὸν Σίμωνα, τὸν ὁποῖο κατόπιν ὀνόμασε Πέτρο, καὶ τὸν Ἀνδρέα τὸν ἀδελφό του, οἱ ὁποῖοι ἔριχναν δίχτυα στὴ θάλασσα, διότι ἦταν ψαρᾶδες. Καὶ τοὺς λέει: ''Ἀκολουθῆστε με καὶ θὰ σᾶς κάνω ἱκανοὺς νὰ ἁλιεύετε ἀντὶ γιὰ ψάρια ἀνθρώπους· αὐτοὺς θὰ τοὺς ἑλκύετε στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μὲ τὰ πνευματικὰ δίχτυα τοῦ κηρύγματος''. Καὶ αὐτοὶ ἀμέσως ἄφησαν τὰ δίχτυα τους καὶ Τὸν ἀκολούθησαν)» [Ματθ.4,18-20].
Βέβαια ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης λέγει ὅτι διαφορετικὰ προσκλήθηκαν αὐτοὶ οἱ δύο μαθητὲς ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἑπομένως, εἶναι φανερὸ ὅτι ἡ παραπάνω πρόσκληση ποὺ τοὺς ἀπηύθυνε ὁ Κύριος καὶ ποὺ ἀναφέρει ἐδῶ ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος εἶναι ἡ δεύτερη στὴ σειρά. Αὐτὸ ἐπίσης μπορεῖ νὰ τὸ διαπιστώσει κανεὶς ἀπὸ πολλὰ σημεῖα. Στὸ εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννη λοιπὸν ἀναφέρεται ὅτι ὁ Ἀνδρέας καὶ ὁ Πέτρος προσκλήθηκαν γιὰ πρώτη φορά, προτοῦ κλειστεῖ στὴ φυλακὴ ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής [βλ. Ἰω.1,35-36: «Τῇ ἐπαύριον πάλιν εἱστήκει ὁ Ἰωάννης καὶ ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο, καὶ ἐμβλέψας τῷ Ἰησοῦ περιπατοῦντι λέγει· ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. καὶ ἤκουσαν αὐτοῦ οἱ δύο μαθηταὶ λαλοῦντος, καὶ ἠκολούθησαν τῷ Ἰησοῦ (:τὴν ἄλλη μέρα ὁ Ἰωάννης στεκόταν πάλι στὸ συνηθισμένο μέρος ποὺ κήρυττε, καὶ μαζί του ἦταν καὶ δύο ἀπὸ τοὺς μαθητές του. Καὶ ἀφοῦ παρατήρησε μὲ εὐλάβεια τὸν Ἰησοῦ, ποὺ τὴ στιγμὴ ἐκείνη περπατοῦσε, εἶπε: "Αὐτὸς εἶναι τὸ Ἀρνίο ποὺ παρέδωσε ὁ Θεὸς Πατέρας του νὰ θυσιαστεῖ γιὰ χάρη μας". Οἱ δύο μαθητές τον ἄκουσαν νὰ τὸ λέει αὐτὸ καὶ ἀκολούθησαν τὸν Ἰησοῦ)»], ἐνῶ ἐδῶ στὸν Εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο ἀναφέρεται ὅτι προσκλήθηκαν μετὰ τὴ φυλάκιση τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ [Ματθ. 4,12: «Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι Ἰωάννης παρεδόθῃ, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν (:ὅταν ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς ὅτι ὁ Ἰωάννης παραδόθηκε στὴ φυλακὴ κατὰ διαταγὴ τοῦ βασιλιᾶ Ἡρώδη Ἀντύπα, ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν Ἰουδαία καὶ πῆγε στὴ Γαλιλαία)» -βλ. παραπάνω Ματθ. 4,18-19: «Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς. καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων»].
Ἐπίσης, στὸ κατὰ Ἰωάννη Εὐαγγέλιο ὁ Ἀνδρέας καλεῖ τὸν Πέτρο [Ἰω. 1,41-42: «ἦν Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου εἷς ἐκ τῶν δύο τῶν ἀκουσάντων παρὰ Ἰωάννου καὶ ἀκολουθησάντων αὐτῷ. εὑρίσκει οὗτος πρῶτος τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον Σίμωνα καὶ λέγει αὐτῷ· εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν· ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον Χριστός· καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν (:ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο αὐτοὺς μαθητὲς ποὺ ἄκουσαν ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὰ ὅσα εἶπε γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ Τὸν ἀκολούθησαν, ἦταν ὁ Ἀνδρέας, ὁ ἀδελφὸς τοῦ Σίμωνος Πέτρου. Πρὶν ὅμως ἀκόμη βρεῖ ὁ ἄλλος μαθητὴς τὸν ἀδελφό του, βρίσκει ὁ Ἀνδρέας πρῶτος τὸν ἀδελφό του τὸν Σίμωνα καὶ τοῦ λέει: "Βρήκαμε τὸν Μεσσία"-ὄνομα ποὺ στὰ ἑλληνικὰ σημαίνει Χριστός-. Καὶ ἐνῶ εἶχε ἀρχίσει πιὰ νὰ νυχτώνει, τὸν ἔφερε τὴν ἴδια αὐτὴ μέρα στὸν Ἰησοῦ)»], ἐδῶ ὅμως καὶ τοὺς δύο τοὺς καλεῖ ὁ Χριστός.







