
Τo βιβλίο του Ιώβ αποτελεί, σχετικά με το ζήτημα του πόνου, έναν από τους βαθύτερους και δυνατότερους στοχασμούς που έχουν ποτέ γραφτεί. Το συγκεκριμένο βιβλίο με το πνεύμα που το διατρέχει τοποθετείται στο μεταίχμιο Παλαιάς και Καινής Διαθήκης.
Ο Θεός δεν είναι η αιτία των δεινών που συμβαίνουν ξαφνικά στον Ιώβ
Αποτελεί διδαχή του βιβλίου του Ιώβ το ότι ο Θεός δεν είναι η αιτία των δεινών που συμβαίνουν ξαφνικά στον Ιώβ, και πέρα από αυτόν, στους ανθρώπους.
Ο Ιώβ, βέβαια, σε όλο το βιβλίο, φαίνεται να βλέπει στον Θεό τον δημιουργό αυτών που του έχουν συμβεί. Αυτό μαρτυρεί τη βαθιά πίστη του στον Θεό, την αφοσίωσή του σ’ Αυτόν, τον σεβασμό στην παντοδυναμία Του, την ελπίδα του στο πρόσωπό Του. Η συγκεκριμένη στάση μαρτυρείται και από το γεγονός ότι ο Ιώβ, ενώ θεωρούσε ότι ο Θεός βρίσκεται στην αρχή αυτών που του συμβαίνουν, αρνείται να Τον κατηγορήσει, να αμφισβητήσει τη δικαιοσύνη και την αγαθότητά Του, και να ξεσηκωθεί εναντίον Του.
Θα σημειώσουμε, ωστόσο, ότι ο Ιώβ βλέπει στο πρόσωπο του Θεού Εκείνον που του έχει δώσει όλα τα προηγούμενα αγαθά του. Στη δυστυχία του, εξακολουθεί να Τον δοξολογεί για αυτά, και θεωρεί φυσιολογικό ότι εκείνα τα αγαθά, που δεν τα άξιζε και του δόθηκαν από τον Θεό δωρεάν, του αφαιρέθηκαν επίσης χωρίς λόγο: «Γυμνός απ’ την κοιλιά βγήκα της μάνας μου, γυμνός και θα γυρίσω πίσω στη μάνα γη. Ο Κύριος όλα τα έδωσε, ο Κύριος και τα πήρε πίσω. Ευλογημένο να είναι το όνομά Του στους αιώνες» (Ιώβ 1, 21). Όπως παρατηρεί ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος στο Υπόμνημά του για το συγκεκριμένο χωρίο, ο Ιώβ, μακράν από το να κατηγορήσει τον Θεό ότι του έχει αφαιρέσει αυτά τα αγαθά, θεωρεί ότι δεν του ανήκαν, και Τον δοξολογεί ιδιαίτερα για το γεγονός ότι του τα προσέφερε. Την ίδια στάση τηρεί ο Ιώβ και απέναντι στη γυναίκα του, όταν αυτή έρχεται να του προτείνει να καταραστεί τον Θεό• και πραγματικά τής απαντάει: «Μόνο τα καλά θα δεχόμαστε από τον Θεό; Δεν πρέπει να δεχτούμε και τα άσχημα;» (Ιώβ 2, 10). Και ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος σχολιάζει αυτούς τους λόγους ως εξής: «Για ποιο λόγο έδωσε τα αγαθά; Όχι επειδή το άξιζαν. Ούτε λοιπόν και τώρα να θλιβόμαστε, επειδή ταλαιπωρούμαστε ενώ δεν αξίζουμε κάτι τέτοιο. Όταν μάλιστα εκείνος ήταν κυρίαρχος και μπορούσε να δώσει μόνο τα κακά. Αφού όμως έδωσε και αγαθά, γιατί στενοχωριόμαστε;».











