Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στεφανίδου Εκκλησιαστική Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στεφανίδου Εκκλησιαστική Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πώς ξεκίνησε η Αγγλικανική εκκλησία, της οποίας κεφαλή είναι ο Κάρολος (Εκκλησιαστική Ιστορία Στεφανίδου)

                                Πώς ξεκίνησε η Αγγλικανική εκκλησία (Εκκλησιαστική Ιστορία Στεφανίδου)


Ο λουθηρανισμός λίαν ενωρίς μετεδόθη εις τας Κάτω Χώρας, Σκωτίαν, Αγγλίαν και Γαλλίαν, αλλ’ εξ επιδράσεως των επιστολών, των συγγραμμάτων και των μαθητών του Καλβίνου αντικατεστάθη υπό του καλβινισμού. Εν ταις Κάτω Χώραις τον καλβινισμόν επολέμησεν η αυτοκρατορική δυναστεία των Αψβούργων, εις την οποίαν υπήγοντο αύται. Κάρολον τον Ε' εν Ισπανία και Κάτω Χώραις διεδέχθη ο υιός αυτού Φίλιππος ο Β' (1556). Θρησκόληπτος καθολικός και δραστήριος, εδέσποσε της Ευρώπης και κατέστη η ενσάρκωσις της αντιμεταρρυθμίσεως. «Προτιμώ, έλεγε, να χάσω εκατόν χιλιάδας ανθρώπων, ή κατ’ ελάχιστον να μεταβάλω την θρησκείαν». Επεδίωκε τον εκκαθολικισμόν και την εξισπάνισιν των Κάτω Χωρών. Ούτως η άμυνα του προτεσταντισμού ενταύθα έλαβεν εθνικόν χαρακτήρα και κατέληξεν εις επανάστασιν. Οι υπέρ της ελευθερίας των Κάτω Χωρών αγώνες, διήρκεσαν, μετά διακοπής δώδεκα ετών — από του δευτέρου ημίσεως της ιστ' εκατονταετηρίδος (1566) μέχρι των μέσων της ιζ' εκατονταετηρίδος— μέχρι του τέλους του τριακονταετούς πολέμου και της συνθήκης της Βεστφαλίας (1648). Δια της συνθήκης ταύτης αι επτά βόρειοι επαρχίαι απεσπάσθησαν της Ισπανίας και απετέλεσαν την δημοκρατίαν της Ολλανδίας. Ο καλβινισμός εν αυτή κατέστη επίσημος θρησκεία του κράτους˙ αλλά και άλλαι προτεσταντικαί ομολογίαι υπό όρους ήσαν ανεκταί. Αι νότιαι επαρχίαι, αποτελέσασαι το Βέλγιον, έμειναν υπό την Ισπανίαν και απέβησαν καθολικαί.

Η εν Σκωτία επικράτησις του καλβινισμού οφείλεται εις τον Ιωάννην Κνόξ, ο οποίος είχε διαμείνει εν Γενεύη και ήλθεν εις στενήν σχέσιν μετά του Καλβίνου. Εκείθεν δι’ επιστολών, προκηρύξεων και πολεμικών έργων επέδρα επί της πατρίδος αυτού. Επανελθών εις αυτήν, έγινεν η ψυχή της επαναστάσεως κατά της καθολικιζούσης βασιλικής εξουσίας, ασκουμένης υπό της Γαλλίδος χήρας βασιλίσσης Μαρίας Γκίζη, και η ψυχή της εφαρμογής του καλβινισμού. Προυκλήθη εμφύλιος πόλεμος. Η Βουλή (1560) επισήμως ίδρυσε την καλβινικήν σκωτικήν Εκκλησίαν («πρεσβυτεριανήν»). Μετά εν έτος, επιστρέψασα εκ Γαλλίας η θυγάτηρ της Μαρίας Γκίζη, Μαρία Στούαρτ, μετά τον θάνατον του συζύγου αυτής, του βασιλέως της Γαλλίας Φραγκίσκου του Β', έχουσα ηλικίαν δέκα εννέα ετών, έγινε βασίλισσα της Σκωτίας και επανήρχισε τον αγώνα κατά του καλβινισμού. Ο γραμματεύς αυτής Ιταλός Δαυίδ Ρίκκιο, πράκτωρ της αντιμεταρρυθμίσεως, εδολοφονήθη υπό του δευτέρου συζύγου της βασιλίσσης, του Άγγλου ευπατρίδου Δάρνλεϋ˙ αλλά και ο Δάρνλεϋ εδολοφονήθη ασθενής και κλινήρης, ανατιναχθείς δι’ εκρηκτικών υλών μεθ’ όλου του οικοδομήματος. Η βασίλισσα Μαρία Στούαρτ έλαβε σύζυγον τον δολοφόνον. Ο λαός ηνωμένος εστράφη κατά της βασιλίσσης, η οποία ηναγκάσθη να παραιτηθή υπέρ του υιού αυτής και του Δάρνλεϋ (Ιακώβου του Έκτου) και έφυγεν εις την Αγγλίαν. Ο Κνόξ είχε διατυπώσει την αρχήν, ότι «εναντίον της ειδωλολατρικής εξουσίας να σύρη τις το ξίφος και αιχμαλωτίση αυτήν, δεν είναι ανυπακοή εις τους ηγεμόνας, αλλ’ ορθή υπακοή, διότι αποτελεί εκπλήρωσιν της θελήσεως του Θεού». Οι Προτεστάνται και μάλιστα οι Καλβινισταί «ειδωλολάτρας» ωνόμαζον τους καθολικούς, δια την ανεπτυγμένην εξωτερικήν λατρείαν και κυρίως δια την χρήσιν των εικόνων. Ο καλβινισμός έμεινεν οριστικώς επίσημος θρησκεία της Σκωτίας, τα δε εκκλησιαστικά κτήματα κατά το πλείστον ηρπάγησαν υπό των ευγενών.

Η Α΄ Σύνοδος του Βατικανού που θέσπισε το αλάθητο του Πάπα


                                

    (Στεφανίδου Εκκλησιαστική Ιστορία, εκδ. Παπαδημητρίου σελ. 652-653)

    Κατά τα τέλη του Μεσαιώνος η επί των καθολικών επιρροή του πάπα είχε κλονισθεί, αλλά κατά τους νεωτέρους χρόνους αύτη βαθμηδόν ηύξησε. Τα αίτια είναι κυρίως δύο. Πρώτον, οι καθολικοί όλων των χωρών, ένεκα του αγώνος κατά των Διαμαρτυρομένων, έγιναν φανατικώτεροι και περισσότερον αφωσιωμένοι εις τον πάπαν. Δεύτερον, μετά την Διαφώτισιν της ιη' εκατονταετηρίδος και τας παρεκτροπάς της μεγάλης γαλλικής επαναστάσεως (1789), οι άνθρωποι κατελήφθησαν υπό κόρου δια τας νεωτεριζούσας ιδέας και ενοστάλγησαν τον Μεσαιώνα εν όλαις ταις σχέσεσιν αυτού. Εζήτουν να επανέλθωσιν εις αυτόν, επομένως και εις την Εκκλησίαν αυτού και τον πάπαν. Εζήτουν να επανέλθωσι και εις τα μεσαιωνικά ποιήματα, όσα είχον γραφεί όχι εις την λατινικήν, αλλ’ εις τας εκ ταύτης προελθούσας ρωμανικάς γλώσσας, και ένεκα τούτου ωνομάζοντο «ρωμάν» (romans). Δια τούτο όλη η προς τον Μεσαιώνα κίνησις αύτη ωνομάσθη «ρωμαντισμός» (το πρώτον ήμισυ της ιθ' εκατονταετηρίδος)(1).
    Η αύξησις της επιρροής του πάπα επί των καθολικών κατέληξεν εις την επίσημον ανακήρυξιν του παπικού αλαθήτου εν τη συνόδω του Βατικανού (XX οικουμενική σύνοδος,1870). Ως τόπος της συνόδου εχρησίμευσεν η δεξιά κεραία του σταυροειδούς σχήματος του εσωτερικού του ναού του Αγίου Πέτρου. Παρέστησαν 767 ιεράρχαι της Δύσεως και απεκλείσθη ολοτελώς η συμμετοχή λαϊκών. Ωρίσθησαν ειδικαί επιτροπαί, αι δε γενικαί συνεδρίαι άνευ συζητήσεων εδέχοντο ή απέρριπτον τα υπό των επιτροπών αποφασισθέντα. Έκαστον μέλος έλεγε placet (αρέσκει, ναι) ή non placet (απαρέσκει, όχι). Αι αποφάσεις ελαμβάνοντο κατά πλειοψηφίαν. Μετά προηγουμένην κατά πλειοψηφίαν απόφασιν της οικείας επιτροπής το παπικόν αλάθητον εψηφίσθη υπό της τετάρτης γενικής συνελεύσεως (18 Ιουλίου).