
Κυριακὴ Η΄ Ματθαίου – Ο Ιερός Χρυσόστομος για το θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων

Αθανάσιος Μυτιληναίος, Πνευματικές διαστάσεις του θαύματος του χορτασμού των πεντακισχιλίων (Κυριακὴ Η΄ Ματθαίου)
ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ [:Ματθ. 14, 14-22]

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου με θέμα:
[εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 1-8-1993] [Β284]
Σήμερα, αγαπητοί μου, η Εκκλησία μας με την προβολή του θαύματος του χορτασμού των πεντακισχιλίων, όπως μας διηγείται ο ευαγγελιστής Ματθαίος, θέλει να μας διδάξει πολλά. Ο Κύριος, όταν επετέλει ένα θαύμα, πάντοτε με αυτό ήθελε να διδάξει. Έτσι το θαύμα γίνεται διδασκαλία αλλά και η διδασκαλία φανερώνεται σαν ένα θαύμα.
Φυσικά, όταν ο Κύριος επιτελεί ένα θαύμα, το πρώτο επίπεδο είναι να υπηρετηθεί ένας άμεσος σκοπός. Όπως επί παραδείγματι, ο τυφλός να δει το φως του, ο άρρωστος να θεραπευθεί, ο παράλυτος να ανορθωθεί. Έτσι και εις το σημερινό θαύμα, ο Κύριος δεν ήθελε να αφήσει αυτό το πλήθος των ανθρώπων - μόνον οι άνδρες πέντε χιλιάδες- δεν ήθελε να τους αφήσει να φύγουν πεινασμένοι και να αποκάμνουν, να ταλαιπωρηθούν. Γράφει: «Καί ἀπολῦσαι αὐτούς νήστεις οὐ θέλω (:Και να τους απολύσω νηστικούς και να φύγουν - λέγει ο Κύριος- δεν θέλω) μήπωτε ἐκλυθῶσι ἐν τῇ ὁδῷ (:μήπως στον δρόμο αποκάμνουν από την ταλαιπωρία, την κούραση, την πείνα)»· γιατί ειπώθηκε: «Πώς θα τους ταΐσουμε; Έχουμε», λέγει, μόνο πέντε ψωμιά και δύο ψάρια. Πώς θα τους ταΐσουμε;». «Δεν θέλω να αποκάμνουν εις τον δρόμον».
ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ [:Ματθ.14,14-22] Γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου «Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ» [2-8-1998] [Β381]

ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ [:Ματθ.14,14-22]
Ἀπομαγνητοφωνημένη
ὁμιλία μακαριστοῦ γέροντος Ἀθανασίου Μυτιληναίου
μὲ θέμα:
«Ἡ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ
ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ»
[ἐκφωνήθηκε στὴν Ἱερὰ
Μονὴ Κομνηνείου Λαρίσης στὶς 2-8-1998]
[Β381] [Β΄έκδοσις]
Σήμερα, ἀγαπητοί μου, μᾶς διηγήθηκε ὁ εὐαγγελιστὴς
Ματθαῖος τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων. Ἕνα θαῦμα πού μᾶς τὸ
διηγοῦνται καὶ οἱ τέσσερις Εὐαγγελισταί.
Ἄς δοῦμε ὅμως πῶς ὁ
ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος μᾶς τὸ καταγράφει, σὲ μία ἀπόδοση. «Ἐκεῖνον τὸν
καιρό, ἀνεχώρησε ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ ἐκεῖ μὲ πλοῖο σὲ ἕναν ἔρημο τόπο, μόνος μαζὶ μὲ
τοὺς δώδεκα μαθητάς Του. Ὅταν τὸ πληροφορήθῃ τὸ πλῆθος τοῦ κόσμου, τὸν ἠκολούθησαν
πεζοπορῶντες ἀπὸ διάφορες πόλεις. Τότε ὁ Ἰησοῦς, ἐβγῆκε ἀπὸ τὸ ἔρημο καταφύγιό
Του καὶ εἶδε πολὺ κόσμο. Τοὺς λυπήθηκε καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους των. Ὅταν
ἄρχισε νὰ σουρουπώνει Τὸν πλησιάζουν οἱ μαθηταὶ καὶ Τοῦ λέγουν: ''Ὁ τόπος εἶναι
ἐρημικὸς καὶ ἡ ὥρα περασμένη. Ἀπόλυσε τὸν κόσμο, γιὰ νὰ πᾶνε στὰ γύρω χωριὰ καὶ
νὰ ἀγοράσουν κάτι γιὰ νὰ φᾶνε''. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοὺς εἶπε: ''Δὲν ἔχουν ἀνάγκη νὰ
πᾶνε πουθενά. Δώσατέ τους ἐσεῖς νὰ φᾶνε''. Κι ἐκεῖνοι Τοῦ ἀπαντοῦν: ''Δὲν ἔχομε
μαζί μας παρὰ μόνον πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια''. Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοὺς λέγει:
''Φέρτε τά μου ἐδῶ''. Καὶ ἀφοῦ ἔδωσε ἐντολὴ στὸν κόσμο νὰ καθίσουν γιὰ φαγητὸ
πάνω στὸ χορτάρι, ἐπῆρε τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δύο ψάρια, ἔστρεψε τὰ μάτια Του
στὸν οὐρανό, τὰ εὐλόγησε, ἔκοψε τὰ ψωμιὰ σὲ κομμάτια καὶ τὰ ἔδωσε στοὺς μαθητάς
Του καὶ ἐκεῖνοι στὸ πλῆθος. Καὶ ἔφαγαν ὅλοι καὶ χόρτασαν. Καὶ ἐσήκωσαν τὰ
περισσεύματα ἀπὸ τὰ κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμᾶτα. Καὶ αὐτοὶ ποὺ ἔφαγαν, ἦσαν
περίπου πέντε χιλιάδες ἄνδρες, χωρὶς τίς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά».
Ἡ ὅλη περικοπή,
ἀγαπητοί, εἶναι σπουδαιοτάτη. Καὶ εἶναι γεμάτη ἀπὸ θεολογικὲς θέσεις. Θὰ
μείνομε, ὅμως, μόνο σὲ μία. Στὸ σημεῖο ποὺ λέγει: «Ἒδωκε τοῖς μαθηταῖς
τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις». Δηλαδὴ ἀφοῦ εὐλόγησε, ἔδωσε
κομμένα ψωμιά, τοὺς πέντε ἄρτους ποὺ εἶχαν, εἰς τοὺς μαθητάς Του καὶ οἱ μαθηταὶ
μὲ τὴν σειρὰ τοὺς εἰς τοὺς ὄχλους. Σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο θὰ μείνομε.
Παρατηροῦμε μία παράδοση τῆς τροφῆς. Ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ στὰ χέρια τῶν μαθητῶν. Καὶ ἀπὸ τὰ χέρια τῶν μαθητῶν στὰ χέρια τοῦ πλήθους. Δηλαδὴ μεσολαβοῦν μεταξὺ τοῦ πλήθους καὶ τοῦ Ἰησοῦ, μεσολαβοῦν οἱ μαθηταί. Ἐδῶ βλέπει κανεὶς μίαν κατὰ κυριολεξίαν παράδοσιν. Παραδίδω, σὺ παραδίδεις παρακάτω. Μίαν παράδοσιν. Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ θέμα μας σήμερα καὶ θὰ παρακαλέσω πολὺ νὰ τὸ προσέξομε.