MINDFULNESS ΚΑΙ ΕΝΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ – ΔΥΟ ΛΕΞΕΙΣ, ΜΙΑ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ
Ἡ λέξη «ἐνσυναίσθηση» ἀκούγεται σήμερα παντοῦ. Στήν ἐκπαίδευση, στήν ψυχολογία, στή δημόσια συζήτηση, ἀκόμη καί στόν ἐκκλησιαστικό λόγο. Παρουσιάζεται ὡς ἡ ὕψιστη ἀνθρώπινη ἀρετή, ὡς προϋπόθεση εἰρηνικῆς συνύπαρξης καί ὡς θεραπευτικό κλειδί γιά τίς ἀνθρώπινες σχέσεις. Πολλοί τήν ταυτίζουν ἀβασάνιστα μέ τή χριστιανική ἀγάπη — καί ἡ Ἐκκλησία, πού κατέχει τόν πληρέστερο λόγο γιά τόν ἄνθρωπο καί τίς σχέσεις του, ἔχει τόσο τή δυνατότητα ὅσο καί τήν εὐθύνη νά διακρίνει μέ σαφήνεια.
Ἡ ταύτιση αὐτή δέν εἶναι ἁπλῶς ἀνακριβής. Πίσω ἀπό αὐτή τή φαινομενικά ἀθώα ἔννοια κρύβεται μιά βαθύτερη πολιτισμική καί πνευματική μετατόπιση· καί εἶναι ἀκριβῶς ἡ πλούσια ἀνθρωπολογική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἐκείνη πού μπορεῖ νά τήν ἀναγνωρίσει καί νά ἀπαντήσει μέ ἐπάρκεια.
Ἡ ἱστορία
Ὁ ὅρος «ἐνσυναίσθηση» ἐμφανίζεται στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα καί καθιερώνεται μέσα ἀπό τή θεραπευτική προσέγγιση τοῦ ψυχολόγου Carl Rogers. Κατά τή θεωρία του, ἡ θεραπεία ἐπιτυγχάνεται ὅταν ὁ θεραπευτής βιώνει βαθιά συναισθηματική κατανόηση τοῦ ἄλλου, χωρίς κρίση καί χωρίς ἀναφορά σέ ἠθικές κατηγορίες. Αὐτό σημαίνει στήν πράξη ὅτι τό κέντρο τῆς ἀνθρώπινης θεραπείας μετακινήθηκε ἀπό τήν ἀλήθεια καί τήν ἠθική μεταμόρφωση πρός τήν ἐσωτερική ἐμπειρία καί τό συναίσθημα. Ἡ κατανόηση τοῦ ἀνθρώπου ἄρχισε νά ὁρίζεται ἀποκλειστικά ψυχολογικά — καί ἡ ἠθική κρίση ἀντιμετωπίστηκε ὡς ἐμπόδιο στή θεραπεία.
