Τὰ πρῶτα χρόνια τῆς εἰκονομαχίας ὡς παράδειγμα ἀντίστοιχο μὲ τὴν σημερινὴ κατάσταση

Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου
Τὰ τελευταῖα χρόνια ἔχει καταστεῖ πάμπολλες φορὲς σαφές, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡγεσία, διεθνὴς καὶ κρατική, κάνει τὰ πάντα γιὰ νὰ ὑποστηρίξει τὴν ἐξάπλωση καὶ ἑδραίωση τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Βαθύτερος σκοπὸς αὐτῆς τῆς ὑποστήριξης εἶναι ἡ διάβρωση καὶ τελικὰ ὑποταγὴ τῆς Ἐκκλησίας στὴν Νέα Τάξη Πραγμάτων. Πολλοὶ ἀποροῦν καὶ ἐκπλήσσονται γιὰ αὐτὴν τὴν συνεργεία αἱρέσεως καὶ ἐξουσίας. Δὲν θὰ ἔπρεπε ὅμως. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία μᾶς ἔχει διδάξει, ὅτι ποτὲ μία αἵρεση δὲν κατόρθωσε νὰ ἐπικρατήσει χωρὶς τὴν πολιτικὴ ὑποστήριξη (αὐτοκράτορας/βασιλιάς) καὶ φυσικὰ ἡ τελική της ἧττα σήμαινε αὐτόματα καὶ τὴν ἧττα τῶν πολιτικῶν προσώπων ποὺ τὴν ὑποστήριζαν. Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ γνωστὰ παραδείγματα γιὰ αὐτὰ τὰ συμπεράσματα ἀποτελεῖ ἡ περίοδος τῆς Εἰκονομαχίας, ἰδίως στὴν ἀφετηρία της. Ἐδῶ θὰ παρατηρηθεῖ, πῶς οἱ βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης (Λέων Γ΄ καὶ Κων/νος Ε΄) κατάφεραν νὰ δημιουργήσουν ἕνα εἰκονομαχικὸ ἱερατεῖο, διώκοντας παράλληλα τὸ ὀρθόδοξο καὶ πῶς ἀντέδρασαν οἱ πιστοί.

Στὶς ἀρχὲς τοῦ ὀγδόου αἰώνα κατεῖχε τὸν πατριαρχικὸ θρόνο (715-730) μία ἰσχυρὴ ἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα, ὁ πατριάρχης ἅγιος Γερμανός. Ὁ ἅγιος Γερμανὸς ἀνέλαβε τὸ πατριαρχεῖο, ἀφοῦ πρῶτα πολέμησε τὸν μονοθελητισμὸ καὶ ἀντιστάθηκε στὴν προσπάθεια τοῦ αὐτοκράτορα Φιλιππικοῦ Βαρδάνη νὰ ἀκυρώσει τὶς ἀποφάσεις τῆς ΣΤ’ Οἰκουμενικῆς. Μόλις ἀνακηρύχθηκε πατριάρχης συγκάλεσε τὸ 715 σύνοδο ποὺ ἀναθεμάτισε τοὺς μονοθελητὲς προκάτοχούς του Κῦρο καὶ Σέργιο. Στὸ σύγγραμμά του «Περὶ συνόδων καὶ αἱρέσεων», τὸ ὁποῖο ἀπηύθυνε μετὰ τὴν παραίτηση του ἀπὸ πατριάρχης τὸ 730 στὸν διάκονο Ἄνθιμο, τόνιζε, ὅτι κατὰ τὴν πατριαρχεία του ἡ Ἐκκλησία κατατρόπωσε τὶς αἱρέσεις καὶ ἐπανέφερε τὴν Ὀρθοδοξία: «τὸν ὅλον ἀπελάμβανε κόσμον, πανταχόθεν τῆς αἱρετικῆς δυσσεβείας ἐκβεβλημένης» (Περὶ συνόδων καὶ αἱρέσεων στ. 76 C).
