Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρωτοκαθεδρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρωτοκαθεδρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τό «μοναρχιανικό» πνεῦμα τῆς «Συνόδου» τοῦ Κολυμπαρίου ὡς κατ’ἐξοχήν διασπαστικό στοιχεῖο στήν ἑνότητα τῆς Όρθοδόξου Ἐκκλησίας

                             

Ἰωάννης Μαρκάς
Μ.Δ.Ε. Δογματικῆς Θεολογίας Α.Π.Θ.

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΗΜΕΡΙΔΑ ΜΕ ΘΕΜΑ: ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ
ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ - ΚΥΡΙΑΚΗ 3 ΜΑΪΟΥ 2026
ΕΣΤΙΑ ΠΑΤΕΡΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ

Σεβαστοὶ Πατέρες,

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοὶ καὶ φίλοι τῆς Ε. Π. Μ. ,

Χριστὸς Ἀνέστη!

Ὅταν τὸ 2007, ὁ πρὸ τριετίας ἀποθανὼν Μητροπολίτης Περγάμου, Ἰωάννης Ζηζιούλας, συνέταξε καὶ παρουσίασε γιὰ λογαριασμὸ τῆς «Μικτῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Θεολογικοῦ Διάλογου μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ Παπικῶν», τὸ γνωστὸ «Κείμενο τῆς Ραβέννας» (ἕνα κείμενο ποὺ εἶχε ἀναιρέσει ἐπιτυχῶς μεταξὺ πολλῶν ἄλλων ἔγκριτων θεολόγων κι ὁ μακαριστὸς πατὴρ Σαράντης[1] - αἰωνία του ἡ μνήμη!), οὐσιαστικὰ ἐρχόταν σὲ μία κρίσιμη καμπὴ τοῦ «θεολογικοῦ διαλόγου» νὰ κατοχυρώσει σὲ πρῶτο βαθμὸ τὴν (ἀποδεχθεῖσα ἀπὸ τὴ «Β΄ Βατικανὴ Σύνοδο») θεωρία του π. Νικολάου Afanassieff, περὶ «εὐχαριστιακῆς ἐκκλησιολογίας»[2]καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ καλύψει τὸ κενὸ ποὺ εἶχε ἀφήσει στὴν οἰκουμενιστικὴ θεολογία του ὁ Afanassieff, ποὺ ἀφοροῦσε τὸ «παγκόσμιο πρωτεῖο» τοῦ Πάπα. Τούτη τὴν ἐργολαβικὴ διεκπεραίωση, τῆς νομιμοποίησης τοῦ παπικοῦ «πρωτείου ἐξουσίας», τὴν ἐπέτυχε ὁ Ζηζιούλας ἐνεργῶντας σαφῶς κατὰ τρόπο ἀντικανονικό, καθὼς μὲ μιὰ ἔξοχη «μεταπατερική», ἢ μᾶλλον «μετά - ἀποστολικὴ» μαεστρία, παρερμήνευσε σκοπίμως τὴ διάταξη τοῦ 34ου Ἀποστολικοῦ Κανόνα ποὺ κάνει λόγο γιὰ «πρῶτο τῇ τάξει σὲ ἐπαρχιακὸ (τοπικὸ) ἐπίπεδο»[3] , καὶ τὴν ἐπέκτεινε αὐθαίρετα σὲ διοίκηση «παγκοσμίου ἐπιπέδου».

Ὡς «θεολογικὴ» τεκμηρίωση αὐτῆς τῆς ἀντικανονικῆς ἀβελτηρίας προέταξε τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία τῆς «ἐνδοτριαδικῆς μοναρχίας», ποὺ προβάλλει τὴν κυριαρχικὴ καὶ ὑπεροχικὴ θέση τοῦ Θεοῦ Πατέρα εἰς βάρος τῶν δύο ἄλλων Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδας, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ βολικοῦ ἀρειανικοῦ ἀφηγήματος, ὁ Ζηζιούλας διατύπωσε τὴν ἄποψη πώς, ὅπως ὁ Θεὸς Πατέρας εἶναι «πρῶτος τῇ τάξει» στὴν Ἁγία Τριάδα, ἔτσι καὶ ὁ ἐπίσκοπος εἶναι «πρῶτος τῇ τάξει» στὴν Ἐκκλησία. Στὸ «Κείμενο τῆς Ραβέννας», αὐτὴ ἡ τριαδολογικὴ αἵρεση ποὺ καταλήγει σὲ βαρύτατη ἐκκλησιολογικὴ ἐκτροπή, ἀποτυπώθηκε ξεκάθαρα καὶ προβλήθηκε θεσμικὰ ἐκ μέρους του τότε Περγάμου, πλὴν ὅμως, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ σχετικῶς ὁ ὁμότιμος καθηγητὴς τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Α.Π.Θ., Γεώργιος Μαρτζέλος, τὸ ἀρειανικὴς φύσεως σκεπτικό του, δὲν ἦταν μία καινοφανὴς σύλληψη τῆς στιγμῆς, ἀλλὰ μᾶλλον ἀποτέλεσε τὴν κορύφωση τῆς ἐκκλησιολογικῆς του σκέψης, ἡ ὁποία διέτρεξε καὶ τὰ τέσσερα κοινὰ κείμενα τοῦ θεολογικοῦ αὐτοῦ διαλόγου, ἤτοι ἀπὸ τὸ «Κείμενο τοῦ Μονάχου» (1982) μέχρι καὶ τὸ «Κείμενο τῆς Ραβέννας» (2007)[4] .

Καθιερώνοντας ἐπισήμως λοιπόν, στὸ πλαίσιο τῶν διμερῶν θεολογικῶν διαλόγων Ὀρθοδόξων-Παπικῶν, τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία περὶ «μοναρχίας τοῦ Πατρὸς» (ἑρμηνεύοντας ἐσφαλμένα τὸν ὅρο «μοναρχία», οὐχὶ ὡς ἀρχὴ καὶ αἴτιο ὑπάρξεως τῶν δύο ἄλλων Προσώπων -ὁ Πατὴρ ὡς πηγὴ τῆς Θεότητας, γεννᾶ τὸν Υἱὸ καὶ ἐκπορεύει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον- ποὺ εἶναι τὸ ὀρθόν, ἀλλὰ ὡς χρονικὴ ἀρχὴ προϋπάρξεως καὶ δεσποτείας σὲ βάρος τῶν ἄλλων δύο), ὁ θεολογικὸς παραβάτης Ζηζιούλας θέλησε νὰ πετύχει τὴν «θεολογικὴ» κατοχύρωση ἑνὸς παγκόσμιου πρωτείου (ἐξουσίας), μὲ δύο συνιστῶσες: ἕνα «γενικὸ» γιὰ τὸν Πάπα Ρώμης, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ ὑποταχθεῖ σύμπασα ἡ χριστιανικὴ οἰκουμένη, καὶ ἕνα «εἰδικὸ» γιὰ τὸν Πατριάρχη, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ ὑποταχθοῦν ὅλες οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες κάτω ἀπὸ τὸν δικό τους «πρῶτο», κάτω ἀπὸ ἕναν «Πάπα τῆς Ἀνατολῆς» δηλαδή!

Ἡ πρωτοκαθεδρία. +Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης.

"Αἰτία ποὺ σήμερα δὲν ἔχουμε οὔτε θεόκλητους οὔτε δημόκλητους ἐπισκόπους εἶνε ἡ λήθη τῶν νόμων τῆς Ἐκκλησίας, τῶν λόγων τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· ἔλειψε πιὰ ἡ ταπεινοφροσύνη καὶ βασιλεύει τὸ δαιμόνιο τῆς ὑπερηφανείας καὶ κενοδοξίας".                  


                               

«Δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου και εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου» (Μάρκ. 10,37)

Ἄκουσαν οἱ μαθηταὶ τὸν Κύριο νὰ ὑπόσχεται ὅτι, ἐὰν μείνουν πιστοί, θὰ καθίσουν σὲ δώδεκα θρόνους κρίνοντας τὶς δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ (βλ. Ματθ. 19,28). Ἀλλὰ δὲν εἶχαν ἀκόμη φωτιστῆ ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, ὥστε νὰ καταλάβουν σωστὰ τὸ νόημα τῶν λόγων του. Ἡ φαντασία τους φούντωσε. Πίστεψαν ὅτι πλησιάζει ὁ καιρὸς τῆς ἐθνικῆς παλιγγενεσίας, ὅτι θὰ φύγουν οἱ ῾Ρωμαῖοι, ἡ Ἰερουσαλὴμ νὰ καθαριστῇ ἀπὸ τὰ εἰδωλολατρικὰ μιάσματα καὶ θὰ ἐγκατασταθῇ ἐκεῖ νέος βασιλιᾶς, βασιλιᾶς δικός τους. Καὶ ποιός ἄλλος θά ᾽νε αὐτὸς ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Διδάσκαλό τους, ποὺ κάνει τόσα θαύματα!

Ὁ Κύριος ὅμως κατ᾽ ἐπανάληψιν προεῖπε, ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου θὰ ὑποστῇ τὰ πάνδεινα καὶ τέλος θὰ σταυρωθῇ. Πῶς δὲν κατάλαβαν ὅτι ἡ βασιλεία του δὲν θά ᾽νε ἔτσι ὅπως τὴ φαντάζονται τώρα; Βαυκαλίζονταν μὲ τὴν πίστι ὅτι νά, πάλι κάποιο θαῦμα θὰ κάνῃ καὶ στὸ τέλος θ᾽ ἀποφύγῃ αὐτὰ τὰ δυσάρεστα.

Ὅλων τῶν μαθητῶν ἡ φαντασία εἶχε ἐξαφθῆ· ἡ κενοδοξία εἶνε βλέπετε κοινὸ ἀνθρώπινο πάθος. Μὰ πιὸ πολὺ οἱ δύο γυιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου, ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Ἰάκωβος, εἶχαν ἠλεκτρισθῆ ἀπὸ τὸ ὅραμα τῆς δόξης τοῦ Ἰησοῦ· ὁ νοῦς τους πῆγε σ᾽ ἐκείνους ποὺ θὰ περιστοιχίσουν τὸν αὐριανὸ βασιλέα. Ἐπιθύμησαν λοιπὸν νὰ ἐξασφαλίσουν ἀπὸ τώρα τὶς πρῶτες θέσεις.

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ [:Ματθ. 20,20-28] Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΩΝ ΥΙΩΝ ΤΟΥ ΖΕΒΕΔΑΙΟΥ... ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΟΜΟΙΩΝ ΤΟΥΣ

                                            

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ [:Ματθ.20,20-28]

Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΩΝ ΥΙΩΝ ΤΟΥ ΖΕΒΕΔΑΙΟΥ

Σὲ τόσο μεγάλο βαθμὸ ἔφθασε ἡ ἀδυναμία τῶν μαθητῶν νὰ ἀντιληφθοῦν καθαρὰ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου γιὰ τὸ ἐπικείμενο Πάθος καὶ τὴν Ἀνάστασή Του, ὥστε εὐθὺς ἀμέσως νὰ Τὸν πλησιάσουν οἱ υἱοὶ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ νὰ συζητήσουν μαζὶ Του γιὰ τὴν πρωτοκαθεδρία ποὺ θὰ ἤθελαν νὰ τοὺς παραχωρήσει στὸ μέλλον· διότι, ὅπως ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος, εἶπαν τότε στὸν Κύριο: «Δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου(:Ὅταν ἔλθεις στὴ δόξα σου καὶ ἀνεβεῖς στὸν ἐπίγειο βασιλικὸ θρόνο τοῦ Δαβίδ, βάλε μας νὰ καθίσουμε ὁ ἕνας στὰ δεξιά σου κι ὁ ἄλλος στ᾿ ἀριστερά σου)»[Μᾶρκ.10,37].

Πῶς τότε λοιπὸν ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος λέγει ὅτι πλησίασε τὸν Κύριο ἡ μητέρα τους καὶ τὸ ζήτησε αὐτὸ καὶ ὄχι οἱ ἴδιοι οἱ μαθητές; «Τότε προσῆλθεν αὐτῷ ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου μετὰ τῶν υἱῶν αὐτῆς προσκυνοῦσα καὶ αἰτοῦσὰ τί πάρ᾿ αὐτοῦ (: Τότε Τὸν πλησίασε ἡ μητέρα τῶν παιδιῶν τοῦ Ζεβεδαίου μὲ τοὺς γιούς της, ἡ ὁποία Τὸν προσκύνησε καὶ ἔδειξε ὅτι σκόπευε νὰ Τοῦ ζητήσει κάτι)»[Ματθ.20,20]. Φυσικὸ ἦταν καὶ τὰ δύο νὰ συνέβησαν· διότι παρέλαβαν τὴ μητέρα τους, μὲ σκοπὸ νὰ μεγαλώσουν τὴν παράκλησή τους, καὶ κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ συγκινήσουν τὸν Χριστό. Τὸ ὅτι λοιπὸν εἶναι ἀληθινὸ αὐτὸ ποὺ εἶπα καὶ ὅτι ἡ παράκληση ἦταν μᾶλλον δική τους, ἀλλὰ παρουσιάζουν ἀπὸ ντροπὴ τὴ μητέρα τους, πρόσεξε πὼς ὁ Χριστὸς ἀπευθύνει πρὸς αὐτοὺς τὸν λόγο. Καλύτερα ὅμως ἂς προσπαθήσουμε νὰ γνωρίσουμε κατὰ πρῶτον τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ζητοῦν, μὲ ποιά διάθεση τὸ ζητοῦν καὶ τί ἦταν ἐκεῖνο ποὺ τοὺς ὁδήγησε νὰ ἐνεργήσουν κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο.

Ἀπὸ τί λοιπὸν παρακινούμενοι ἔφθασαν σὲ αὐτὴν τὴν ἐνέργειά τους; Ἔβλεπαν ὅτι ἔχαιραν ἐκτιμήσεως ἐκ μέρους τῶν ἄλλων ἀνθρώπων καὶ ἤλπισαν ὅτι ἐξαιτίας αὐτοῦ θὰ ἐπιτύχουν νὰ ἐκπληρωθεῖ καὶ αὐτὴ ἡ αἴτησή τους. Ἀλλὰ τί τέλος πάντων εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖο ζητοῦν; Ἄκουσε ἄλλον εὐαγγελιστή, τὸν Λουκᾶ, ὁ ὁποῖος ἀποκαλύπτει αὐτὸ πολὺ καθαρά. Διότι, λέγει, ζητοῦσαν αὐτὰ «διὰ τὸ ἐγγὺς αὐτὸν εἶναι Ἱερουσαλὴμ καὶ δοκεῖν αὐτοὺς ὅτι παραχρῆμα μέλλει ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀναφαίνεσθαι (:διότι πλησίαζε στὰ Ἱεροσόλυμα κι αὐτοὶ νόμιζαν ὅτι θὰ φανερωνόταν ἀμέσως ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μὲ λαμπρότητα καὶ δόξα)» [Λουκ.19,11]. Νόμιζαν δηλαδὴ ὅτι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρίσκεται κοντά τους καὶ ὅτι εἶναι αἰσθητή καὶ ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ ὑποστοῦν τίποτε τὸ δυσάρεστο, ἐὰν ἤθελαν νὰ ἐπιτύχουν αὐτὸ ποὺ ζητοῦσαν. Διότι δὲν ζητοῦσαν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μόνο γι᾿ αὐτὴν καθ᾿ ἑαυτήν, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ ἀποφύγουν τὰ δυσάρεστα. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν καὶ ὁ Χριστὸς κατ᾿ ἀρχήν τοὺς ἀπαλλάσσει ἀπὸ αὐτὲς τίς σκέψεις, λέγοντάς τους ὅτι πρέπει νὰ ἀναμένουν σφαγές, κινδύνους καὶ τὰ πιὸ φοβερὰ κακά. Διότι, λέγει, «δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ μέλλω πίνειν; (:Μπορεῖτε νὰ πιεῖτε τὸ ποτήρι τοῦ θανάτου ποὺ πρόκειται ἐγὼ σὲ λίγο νὰ πιῶ;)».

ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ: ΠΩΣ Ο ΠΑΠΑΣ ΕΞΕΘΕΜΕΛΙΩΣΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ


             

«Θεμέλιον ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστι Ἰησοῦς Χριστὸς» (Α΄ Κορ. γ΄11). «ἐποικοδομηθέντες τῷ θεμελίῳ τῶν ἀποστόλων καὶ προφητῶν». «Τῷ θεμελίῳ», λέγει, “τῶν Ἀποστόλων” καὶ οὐχὶ τοῦ Πέτρου, καθὼς παραφρονεῖ ἡ Παπικὴ Ἐκκλησία. Ἐὰν ὁ Κλήμης Ρώμης εἶναι διάδοχος τοῦ Πέτρου, διότι ἐχειροτονήθη ἀπὸ τὸν Πέτρο, τότε ὅσοι ἐπίσκοποι χειροτονήθησαν ἀπὸ τὸν Πέτρο εἶναι διάδοχοί του, καὶ ὄχι μόνο ὁ Κλήμης. Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἐχειροτόνησε τὸν Πάπα Κλήμεντα ἐπίσκοπο Ρώμης μόνο, καὶ ὄχι τῆς οἰκουμένης ὅλης. Ἐὰν ὁ θάνατος τοῦ Πέτρου ἔδωσε τέτοιο προνόμιο στὸν Πάπα νὰ εἶναι κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μονάρχης ἐπάνω σὲ ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ εἰς τὰς Συνόδους, πολὺ περισσότερον πρέπει νὰ ἔχει αὐτὰ τὰ προνόμια ὁ Ἱεροσολύμων διὰ τὸν θάνατον τοῦ Χριστοῦ. Λέγοντας ὁ Πάπας πὼς εἶναι ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἐξώρισε ἀπὸ τὴν δυτικὴ Ἐκκλησία τὸν Δεσπότη πάντων Χριστόν, καὶ ἔτσι ἔμεινε ἡ δυτικὴ Ἐκκλησία χήρα ἀπὸ τὸν Χριστό.
Ὅταν οἱ υἱοὶ τοῦ Ζεβεδαίου ζήτησαν ἀπὸ τὸν Χριστὸ πρωτοκαθεδρία, νὰ καθήσουν ὁ ἕνας δεξιά του καὶ ὁ ἄλλος ἀριστερά του (Μάρκ.ι´35-38), ὁ Κύριος δὲν τοὺς εἶπε ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον, διότι τὴν πρωτοκαθεδρία τὴν ἔχω δώσει στὸν Πέτρο, ἀλλά, ὅτι «ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται διάκονος ὑμῶν, καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι πρῶτος, ἔστω πάντων δοῦλος». Ὅταν οἱ ἀπόστολοι κατὰ τὸν μυστικὸν Δεῖπνον ἔπεσαν σὲ φιλονικία, διὰ τὰ πρωτεῖα, ὁ Κύριος δὲν τοὺς εἶπε πὼς ὁ Πέτρος εἶναι ὁ μεγαλύτερος, ἐπειδὴ αὐτὸν ἀφήνω ἐπίτροπον εἰς τὸ ποίμνιον, αὐτὸς εἶναι ἡ κεφαλὴ ὅλων σας (Λουκ. κβ’ 24-26). Ἀλλὰ τοὺς εἶπε ὅτι “οἱ βασιλεῖς τῶν ἐθνῶν κυριεύουσιν αὐτῶν, καὶ οἱ ἐξουσιάζοντες αὐτῶν εὐεργέται καλοῦνται, ὑμεῖς δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλ᾽ ὁ μείζων ἐν ὑμῖν γενέσθω ὡς ὁ νεώτερος καὶ ὁ ἀνακείμενος ὡς ὁ διακονῶν”. Ἔφερε καὶ παράδειγμα ὁ Κύριος τοὺς Φαρισαίους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους νὰ λέγονται Ραββί, ὅμως ἐσεῖς, οἱ δικοί μου μαθηταὶ μὴν πέσετε στὸ πάθος αὐτό, μὴ ζητεῖτε τὸ πρωτεῖον αὐτό, ὑμεῖς μὴ κληθῆτε καθηγηταί, «εἷς γάρ ἐστιν ὁ καθηγητὴς Χριστός, καὶ πατέρα μὴ καλέσητε ἐπὶ τῆς γῆς. Εἷς ἐστιν ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ὑμεῖς δὲ πάντες ἀδελφοὶ ἐστέ».