Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πλεονεξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πλεονεξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή Θ΄ Λουκά – Ο Μέγας Βασίλειος για το χωρίο «Καθελῶ μου τάς ἀποθήκας καί μείζονας οἰκοδομήσω» (:Λουκά 12, 18) [Παραβολή του άφρονος πλουσίου]

                                       

ΟΜΙΛΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

στο χωρίο «Καθελῶ μου τάς ἀποθήκας καί μείζονας οἰκοδομήσω» (:Λουκά 12, 18)


            [Παραβολή του άφρονος πλουσίου]


1. Υπάρχουν δύο ειδών πειρασμοί. Πιο συγκεκριμένα, ή οι θλίψεις βασανίζουν τις καρδιές όπως το χρυσάφι στο καμίνι [βλ. Σοφ. Σολ. 3.6: «ὡς χρυσὸν ἐν χωνευτηρίῳ ἐδοκίμασεν αὐτοὺς καὶ ὡς ὁλοκάρπωμα θυσίας προσεδέξατο αὐτούς (:Τους δοκίμασε, όπως ο χρυσοχόος δοκιμάζει και καθαρίζει τον χρυσό δια του πυρός, και τους δέχτηκε ευάρεστα, όπως δέχεται τα προσφερόμενα ολοκαυτώματα των θυσιών)»] και δοκιμάζουν την υπομονή και την ανθεκτικότητά τους ή, πολλές φορές, οι ευλογίες και τα πλούτη της ζωής αυτής γίνονται πεδίο δοκιμασίας και πειρασμός για τους περισσότερους. Πράγματι, είναι εξίσου δύσκολο να κατορθώσει η ψυχή να μη χάσει τη δύναμή της στις μεγάλες δυσκολίες της ζωής, όσο και το να μην υπερηφανευθεί και να εκτραπεί σε αδικία όταν βιώνει ευτυχείς καταστάσεις.

   Παράδειγμα για το πρώτο είδος των πειρασμών είναι ο μέγας Ιώβ. Αυτός ο ακαταμάχητος αθλητής, αντιμετώπισε με ακατάβλητο ψυχικό σθένος και ακλόνητη γενναιότητα καρδιάς όλη τη χειμαρρώδη διαβολική επιθετικότητα και βία εναντίον του, και αναδείχθηκε τόσο ανώτερος από τους πειρασμούς, όσο ήταν μεγάλα και ανυπέρβλητα τα αγωνίσματα που του παρουσίασε ο εχθρός.

   Παραδείγματα τώρα για τους πειρασμούς, που προέρχονται από την ευημερία, υπάρχουν πολλά. Έναν απ' αυτούς αντιμετώπισε, όμως ανεπιτυχώς, και ο άφρονας πλούσιος της παραβολής του Ευαγγελίου που μόλις τώρα αναγνώσαμε.

   Ο πλούσιος αυτός, ενώ είχε πολλά πλούτη στη διάθεσή του, επιθυμούσε να αποκτήσει περισσότερα. Και ο φιλάνθρωπος Θεός δεν τον καταδίκασε από την αρχή για την αγνώμονα συμπεριφορά του, αλλά πάντοτε στον υπάρχοντα πλούτο του πρόσθετε και άλλον, μήπως τυχόν κάποτε επερχόταν κορεσμός στην ψυχή του και οδηγείτο στην ημερότητα και στην ανθρωπιά.

Κυριακή Ε΄ Νηστειών - Ερμηνεία της Αποστολικής περικοπής από τον Ιερό Χρυσόστομο

               


ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ [: Εβρ. 9, 11-14]

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

    «Χριστὸς παραγενόμενος ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς, οὐ χειροποιήτου (: ο Χριστός ήλθε ως αρχιερέας των μελλοντικών αγαθών, των αγαθών δηλαδή της Καινής Διαθήκης. Και εισήλθε στα επουράνια Άγια των Αγίων μέσα από μία ανώτερη και τελειότερη σκηνή, που δεν κατασκευάστηκε από χέρια ανθρώπων. Δηλαδή δεν εισήλθε μέσα από μία επίγεια σκηνή, όπως ήταν η Σκηνή του Μαρτυρίου, αλλά δεδομένου ότι το σώμα Του ήταν η σκηνή και κατοικία του Θεού Λόγου, ασυγκρίτως ανώτερη και τελειότερη, εισήλθε μέσα από τη σκηνή αυτή του σώματός Του)» [Εβρ. 9,11].

      Εδώ ως «μείζονα καί τελειοτέραν σκηνήν» εννοεί τη σάρκα. Και σωστά την ονόμασε και «ανώτερη» και «τελειότερη», εφόσον σε αυτήν κατοικεί ο Θεός Λόγος και όλη η ενέργεια του Πνεύματος· γιατί «οὐ γὰρ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα (: και τα διδάσκει αυτά αλάνθαστα, διότι ο Θεός δεν Του έδωσε το Άγιο Πνεύμα όπως κάποτε στους προφήτες περιορισμένα και σε ορισμένες στιγμές της ζωής τους, αλλά Του το έδωσε ολοκληρωτικά, αδιάκοπα και απεριόριστα· και συνεπώς Αυτός κατέχει την πλήρη και απόλυτη θεϊκή αποκάλυψη και διδάσκει με ακρίβεια τη διδασκαλία του Θεού)» [Ιω. 3,34]· ή το λέγει επειδή είναι τελειότερη, αφού είναι ακατάληπτη, και κατορθώνει μεγαλύτερα.

    «Τοῦτ' ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως (: ακριβώς μάλιστα το σώμα Του αυτό, επειδή συνελήφθη εκ Πνεύματος Αγίου, δεν προερχόταν από την κτίση αυτή, αλλά από νέα πνευματική κτίση)» [Εβρ. 9, 11]. Να πώς εισήλθε από σκηνή που είναι ανώτερη· γιατί δεν θα ήταν κατασκευασμένη από το Άγιο Πνεύμα, αν την κατασκεύασε άνθρωπος. «ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως (: δεν προέρχεται από αυτόν τον κόσμο)»·

Κυριακή Θ΄ Λουκά – Ο Μέγας Βασίλειος για το χωρίο «Καθελῶ μου τάς ἀποθήκας καί μείζονας οἰκοδομήσω» (:Λουκά 12, 18) [Παραβολή του άφρονος πλουσίου]

ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ [:Λουκ. 12, 13-21]                                                

ΟΜΙΛΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

στο χωρίο «Καθελῶ μου τάς ἀποθήκας καί μείζονας οἰκοδομήσω» (:Λουκά 12, 18)


           [Παραβολή του άφρονος πλουσίου]

1. Υπάρχουν δύο ειδών πειρασμοί. Πιο συγκεκριμένα, ή οι θλίψεις βασανίζουν τις καρδιές όπως το χρυσάφι στο καμίνι [βλ. Σοφ. Σολ. 3.6: «ὡς χρυσὸν ἐν χωνευτηρίῳ ἐδοκίμασεν αὐτοὺς καὶ ὡς ὁλοκάρπωμα θυσίας προσεδέξατο αὐτούς (:Τους δοκίμασε, όπως ο χρυσοχόος δοκιμάζει και καθαρίζει τον χρυσό δια του πυρός, και τους δέχτηκε ευάρεστα, όπως δέχεται τα προσφερόμενα ολοκαυτώματα των θυσιών)»] και δοκιμάζουν την υπομονή και την ανθεκτικότητά τους ή, πολλές φορές, οι ευλογίες και τα πλούτη της ζωής αυτής γίνονται πεδίο δοκιμασίας και πειρασμός για τους περισσότερους. Πράγματι, είναι εξίσου δύσκολο να κατορθώσει η ψυχή να μη χάσει τη δύναμή της στις μεγάλες δυσκολίες της ζωής, όσο και το να μην υπερηφανευθεί και να εκτραπεί σε αδικία όταν βιώνει ευτυχείς καταστάσεις.

   Παράδειγμα για το πρώτο είδος των πειρασμών είναι ο μέγας Ιώβ. Αυτός ο ακαταμάχητος αθλητής, αντιμετώπισε με ακατάβλητο ψυχικό σθένος και ακλόνητη γενναιότητα καρδιάς όλη τη χειμαρρώδη διαβολική επιθετικότητα και βία εναντίον του, και αναδείχθηκε τόσο ανώτερος από τους πειρασμούς, όσο ήταν μεγάλα και ανυπέρβλητα τα αγωνίσματα που του παρουσίασε ο εχθρός.

   Παραδείγματα τώρα για τους πειρασμούς, που προέρχονται από την ευημερία, υπάρχουν πολλά. Έναν απ' αυτούς αντιμετώπισε, όμως ανεπιτυχώς, και ο άφρονας πλούσιος της παραβολής του Ευαγγελίου που μόλις τώρα αναγνώσαμε.

   Ο πλούσιος αυτός, ενώ είχε πολλά πλούτη στη διάθεσή του, επιθυμούσε να αποκτήσει περισσότερα. Και ο φιλάνθρωπος Θεός δεν τον καταδίκασε από την αρχή για την αγνώμονα συμπεριφορά του, αλλά πάντοτε στον υπάρχοντα πλούτο του πρόσθετε και άλλον, μήπως τυχόν κάποτε επερχόταν κορεσμός στην ψυχή του και οδηγείτο στην ημερότητα και στην ανθρωπιά.

Κυριακή Ε΄ Νηστειών - Ερμηνεία της Αποστολικής περικοπής από τον Ιερό Χρυσόστομο

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ΝΗΣΤΕΙΩΝ [: Εβρ. 9, 11-14]

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

    «Χριστὸς παραγενόμενος ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς, οὐ χειροποιήτου (: ο Χριστός ήλθε ως αρχιερέας των μελλοντικών αγαθών, των αγαθών δηλαδή της Καινής Διαθήκης. Και εισήλθε στα επουράνια Άγια των Αγίων μέσα από μία ανώτερη και τελειότερη σκηνή, που δεν κατασκευάστηκε από χέρια ανθρώπων. Δηλαδή δεν εισήλθε μέσα από μία επίγεια σκηνή, όπως ήταν η Σκηνή του Μαρτυρίου, αλλά δεδομένου ότι το σώμα Του ήταν η σκηνή και κατοικία του Θεού Λόγου, ασυγκρίτως ανώτερη και τελειότερη, εισήλθε μέσα από τη σκηνή αυτή του σώματός Του)» [Εβρ. 9,11].

      Εδώ ως «μείζονα καί τελειοτέραν σκηνήν» εννοεί τη σάρκα. Και σωστά την ονόμασε και «ανώτερη» και «τελειότερη», εφόσον σε αυτήν κατοικεί ο Θεός Λόγος και όλη η ενέργεια του Πνεύματος· γιατί «οὐ γὰρ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα (: και τα διδάσκει αυτά αλάνθαστα, διότι ο Θεός δεν Του έδωσε το Άγιο Πνεύμα όπως κάποτε στους προφήτες περιορισμένα και σε ορισμένες στιγμές της ζωής τους, αλλά Του το έδωσε ολοκληρωτικά, αδιάκοπα και απεριόριστα· και συνεπώς Αυτός κατέχει την πλήρη και απόλυτη θεϊκή αποκάλυψη και διδάσκει με ακρίβεια τη διδασκαλία του Θεού)» [Ιω. 3,34]· ή το λέγει επειδή είναι τελειότερη, αφού είναι ακατάληπτη, και κατορθώνει μεγαλύτερα.

Πλεονεξία, ἡ ρίζα ὅλων τῶν κακῶν

Ο Άδης της πλεονεξίας


Ο Μέγας Βασίλειος, μέ πολλή σύνεση καί σοφία, κάνει τήν ἑξῆς παρατήρηση γιά τή σκληρή καί ἀνάλγητη πλεονεξία· «῞Οσα βλέπει ὁ ὀφθαλμός, αὐτά ἐπιθυμεῖ καί ὁ πλεονέκτης. ῾Ο ῞Αδης δέν εἶπε ποτέ, ἀρκεῖ, οὔτε ὁ πλεονέκτης εἶπε ποτέ, φτάνει. ῾Η θάλασσα γνωρίζει τά ὅριά της, ἡ νύκτα δέν ξεπερνάει τά πανάρχαια ὁροθέσιά της, ἀλλά ὁ πλεονέκτης δέν λογαριάζει χρόνο, δέν μπορεῖ νά θέσει ὅρια, δέν καταλαβαίνει ὅτι ὑπάρχουν διάδοχοι καί κληρονόμοι. Μιμεῖται τή βιαιότητα τῆς φωτιᾶς, ὅλα τά διευθετεῖ γιά ὅλα ἐγείρει ἀξιώσεις, καί ὅλα, θεωρεῖ, πώς ἀνήκουν σ᾿ αὐτόν» (Πρός τούς πλουτοῦντας, ΕΠΕ 6, 304-312).

   Ἡ πλεονεξία λοιπόν (ἀπό τό πλέον ἔχειν) εἶναι ἡ ἐμπαθής τάση νά μήν ἀρκεῖται κανείς σέ ὅ,τι ἔχει, ἀλλά νά ἐπιδιώκει περισσότερα ἀπ᾿ ὅσα κατέχει, δικαιοῦται ἤ ἔχει πραγματικά ἀνάγκη.
Στήν Καινή Διαθήκη ἡ λέξη αὐτή δηλώνει τή δίψα νά κατέχει κανείς ὅλο καί περισσότερα, χωρίς νά λαμβάνει ὑπόψη του τούς ἄλλους, καί μάλιστα συχνά τό κάνει εἰς βάρος τους.