

η ιστορία, όπως την διηγείται ο Άγιος:


πρωτοπρεσβύτερος π. Αντώνιος Χρήστου, Θεολόγος – ΜΑ (Ορθόδοξη Θεολογία) ΕΑΠ
Αγαπητοί Αναγνώστες μας, πριν ξεκινήσουμε επιτρέψτε μου να σας ευχηθώ τις καλύτερες και θερμότερες ευχές μου για την είσοδο στο νέο έτος, καθότι είναι το πρώτο άρθρο μας μέσα στη νέα χρονιά!
Είναι γεγονός ότι η Εορτή των Θεοφανείων, ή αλλιώς της Βαπτίσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, αποτελεί μία από τις λαμπρότερες εορτές της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Αποτελεί την εμφαντικότερη φανέρωση της Αγίας Τριάδος στον κόσμο, ένα γεγονός που αποκάλυψε το μυστήριο της Θεότητος τόσο φανερά (μέχρι τότε περισσότερο με προτυπώσεις) και της σωτηρίας του ανθρώπου μέσα από το Μυστήριο του Βαπτίσματος. Σήμερα, όμως, σε μια εποχή που οι άνθρωποι προσπαθούν να ζήσουν χωρίς Θεό, το μήνυμα και το περιεχόμενο της εορτής αυτής είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.
Λίγο να ανατρέξει κανείς στο Ευαγγέλιο και στην υμνολογία της Εορτής πληροφορούμαστε ότι στον Ιορδάνη ποταμό, όταν ο Χριστός βαπτίστηκε από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, άνοιξαν οι ουρανοί, το Άγιο Πνεύμα κατέβηκε «εν είδει περιστεράς» και ακούστηκε η φωνή Του Θεού Πατέρα: «Ούτος εστιν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ω ηυδόκησα» (Ματθ. 3,17). Αυτό το γεγονός είναι η αποκάλυψη του Θεού ως Τριάδος: Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Η φανέρωση αυτή έδειξε ότι ο Θεός δεν είναι απλά ένας απόμακρος Δημιουργός που ζει στη μακαριότητά Του, αλλά Πατέρας που αγαπά και σώζει το πλάσμα Του, στη Γέννηση ως Βρέφος ενώ τώρα στη Βάπτιση στον Ιορδάνη Ποταμό ως ώριμος άνδρας.
Το γεγονός της Βαπτίσεως του Κυρίου δεν είναι μόνο ένα ιστορικό γεγονός αλλά και θεολογικά αποτελεί καθοριστικό και κοσμοσωτήριο για την κτίση ολόκληρη η οποία αγιάζεται στη κυριολεξία. Ο Χριστός, αν και αναμάρτητος, εισέρχεται στα νερά του Ιορδάνη για να αγιάσει την ανθρώπινη φύση και τη δημιουργία. Η φωνή του Πατέρα και η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος μαρτυρούν τη θεϊκή Του αποστολή και μας καλούν να δούμε τη ζωή μας υπό το φως της Αγίας Τριάδος. Αυτή η τριαδική Θεολογία του ενός μοναδικού Θεού σημαίνει πρακτικά και τριαδολογική προοπτική του ανθρώπου, δηλαδή άνοιγα προς τον Θεό, τον συνάνθρωπο και την υπόλοιπη κτίση και δημιουργία μαζί με τον ευατό μας που αποτελούμε μέρος της και εμείς!




Φουντούλης Ἰωάννης
Συνήθως λέγεται ὅτι ἡ νηστεία τῆς παραμονῆς τῶν Θεοφανίων ἀφορᾶ στὴν πόση τοῦ μεγάλου ἁγιασμοῦ καὶ ἑπομένως ὅτι ἡ προϋπόθεση γιὰ τὴν κοινωνία ἀπὸ αὐτὸν ἀποτελεῖ ἡ νηστεία μίας ἡμέρας. Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ θὰ ἦταν σκόπιμο νὰ λεχθοῦν δύο λόγια, γιατί εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ συζητούμενα θέματα ἀπὸ αὐτὰ ποῦ σχετίζονται μὲ τὸν ἁγιασμὸ τῶν Θεοφανείων καὶ γιὰ τὰ ὁποία ζητοῦν οἱ πιστοὶ τὴ συμβουλὴ τῶν ἱερέων.
Ὅτι ὁ μέγας ἁγιασμὸς «τὰ δευτερεῖα ἐπέχει τῶν Θείων Μυστηρίων» (Εὐχολόγιον, κώδ. Βατοπεδίου 134 [745] τοῦ ἔτους 1538), εἶναι δηλαδὴ τὸ δεύτερο μετὰ τὴ Θεία Κοινωνία ἱερώτατον «Μυστηριακὸν εἶδος» (κατὰ τὴ σχολαστικὴ ὁρολογία), κανεὶς δὲν ἀμφιβάλλει. Εἶναι τὸ «ὕδωρ τῆς ἀναγεννήσεως» τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, πού διὰ τῆς ἐπικλήσεως καὶ ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «ἀναστοιχειοῦται» (ἢ «μεταστοιχειοῦται»), κατὰ τὸν ἅγιο Κύριλλο Ἀλεξανδρείας (Εἰς Ἰωάννην Β΄ 1), καὶ γίνεται «ἀφθαρσίας πηγή, ἁγιασμοῦ δῶρον, ἁμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων ἀλεξιτήριον» γιὰ τοὺς πιστοὺς πού μεταλαμβάνουν ἢ χρίονται ἀπὸ αὐτό, πάροχο ἁγιασμοῦ καὶ εὐλογίας σ’ ὁλόκληρη τὴν κτίση.
Ὅτι τὸ ὕδωρ τοῦ μεγάλου Ἁγιασμοῦ εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὸ ὕδωρ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος εἶναι καταφανὲς καὶ ἀπὸ τὴν ταυτότητα τῶν καθαγιαστικῶν εὐχῶν, καὶ ἀπὸ τὴν παλαιά, καὶ τὴ σύγχρονη ἀκόμα, πράξη τῆς Ἐκκλησίας, πού βάπτιζε καὶ βαπτίζει σ’ αὐτὸ τοὺς κατηχουμένους, καὶ ἀπὸ ὅσα γράφει ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης, πού θεωρεῖ μάλιστα ἀντιστρόφως τὸ ὕδωρ τοῦ Βαπτίσματος «κὰτ΄ οὐδὲν ἐλαττούμενον τοῦ τῶν ἁγίων Θεοφανίων» (Διάλογος, κέφ. 70). Ὡς τέτοιο δίδεται ἀντὶ τῆς Θείας Κοινωνίας στοὺς πιστούς, πού γιὰ κάποιο λόγο κωλύονται νὰ προσέλθουν σ’ αὐτήν.
Αὐτὸ ἀκριβῶς προκάλεσε δύο εὐλαβεῖς παρεξηγήσεις: ὅτι δηλαδὴ ὑποκαθιστᾶ τὴ Θεία Μετάληψη, ὡς κατὰ κάποιο τρόπο ἴσο μὲ αὐτήν, καὶ ὅτι κατ’ ἀναλογίαν προηγεῖται τῆς πόσεώς του νηστεία. Τὸ πρῶτο δὲν θὰ ἔπρεπε κὰν νὰ συζητεῖται, γιατί εἶναι σαφὲς ὅτι ὁ μέγας Ἁγιασμὸς εἶναι μὲν γιὰ τοὺς λόγους πού εἴπαμε τὸ ἱερότερο μετὰ τὴ Θεία Κοινωνία εἶδος, ἀλλὰ ἐπ’ οὐδενὶ εἶναι κοινωνία τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Κυρίου, οὔτε ποτὲ τὴν ἀντικαθιστᾶ. Παρὰ ταῦτα ὑπάρχει ἡ λαϊκὴ ἀντίληψη ὅτι τὰ Θεοφάνεια δὲν κοινωνοῦμε, γιατί θὰ πάρουμε ἁγιασμὸ καὶ «εἶναι τὸ ἴδιο».

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Ὁμότιμος Καθηγητής Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.
Τὸ νόημα τῆς εὐχῆς τῶν Θεοφανείων
1. Χριστὸς ἐτέχθη, Χριστὸς ἐφάνη, Χριστὸς ἀνέστη.
Κάθε χρόνο κατὰ τὴν ἑορτὴ τῶν Θεοφανείων ἢ τῶν Φώτων συνηθίζουμε μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία καὶ τὸν Μεγάλο Ἁγιασμὸ νὰ εὐχόμαστε ὁ ἕνας στὸν ἄλλο «Καλὴ Φώτιση», ἀκόμη καὶ ὅσοι ἀγνοοῦν τὸ νόημα τῆς εὐχῆς. Ποιὰ ὅμως εἶναι ἡ καλὴ φώτιση; Μήπως ὑπάρχει καὶ κακὴ φώτιση, ποὺ κρύβεται κάτω ἀπὸ τὴν εὐχὴ γιὰ καλὴ φώτιση, καὶ οὐσιαστικὰ πρόκειται γιὰ σκότιση; Μήπως τὸ ἴδιο δὲν συνέβη μὲ τὸν περίφημο εὐρωπαϊκὸ Διαφωτισμὸ ὁ ὁποῖος ἀποδείχθηκε εὐρωπαϊκὸς Διασκοτισμός;
Σὲ ἄλλες ὁμιλίες καὶ ἄρθρα μας ἐξηγήσαμε γιατὶ ὀνομάζουμε τὴν ἑορτὴ Θεοφάνεια καὶ γιατὶ θὰ ἦταν καλὸ ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς (6 Ἰανουαρίου) μέχρι τὴν ἀπόδοσή της (14 Ἰανουαρίου), ἐπὶ ἐννέα ἡμέρες δηλαδή, τὴν ἑόρτια καὶ τὶς μεθέορτες, νὰ χρησιμοποιοῦμε ὡς χαιρετισμὸ καὶ ἀντιχαιρετισμὸ τὶς φράσεις «Χριστὸς ἐφάνη-Ἀληθῶς ἐφάνη», ἀντίστοιχες μὲ τοὺς ἄλλους χαιρετισμούς, τὸν παλαιὸ τοῦ Πάσχα «Χριστὸς ἀνέστη-Ἀληθῶς ἀνέστη» καὶ τὸν νεώτερο τῶν Χριστουγέννων «Χριστὸς ἐτέχθη-Ἀληθῶς ἐτέχθη»[1]. Ὅσο οἱ ἐχθροὶ τοῦ Χριστοῦ, οἱ Ἑβραῖοι καὶ οἱ Μουσουλμάνοι, ἀρνοῦνται ὅτι ὁ Χριστός, ὁ Μεσσίας, ἦλθε, καὶ οἱ μὲν πρῶτοι περιμένουν ἀκόμη νὰ ἔλθει ὁ Χριστός, ποὺ θὰ εἶναι ὁ Ἀντίχριστος, οἱ δὲ δεύτεροι τὸν ἀντικατέστησαν μὲ τὸν Μωάμεθ, τόσο περισσότερο ἐμεῖς πρέπει νὰ διακηρύσσουμε συχνότερα καὶ ἐντονώτερα ὅτι «εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν», ὅπως θριαμβευτικὰ καὶ μὲ χαρὰ ἀνήγγειλε ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας στὸν ἀδελφό του Ἀπόστολο Πέτρο[2], καὶ κατὰ τὶς τρεῖς μεγάλες ἑορτὲς τῶν Χριστουγέννων, τῶν Θεοφανείων καὶ τοῦ Πάσχα νὰ φωνάζουμε καυχώμενοι καὶ εὐχαριστημένοι Χριστὸς ἐτέχθη, Χριστὸς ἐφάνη, Χριστὸς ἀνέστη.
Όταν ο Θεός με την άπειρη σοφία Του δημιουργούσε τον κόσμο μάζεψε τα νερά όλα μέσα σε μια τεράστια δεξαμενή, την θάλασσα, λέγοντας: «Συναχθήτω το ύδωρ το υποκάτω του ουρανού εις συναγωγήν μίαν, και οφθήτω η ξηρά. Και εγένετο ούτως, και συνήχθη το ύδωρ το υποκάτω του ουρανού εις τας συναγωγάς αυτών, και ώφθη η ξηρά. Και εκάλεσεν ο Θεός την ξηράν, γην, και τα συστήματα των υδάτων εκάλεσε θαλάσσας (Γεν. 1, 9-10). Αυτό το νερό, το τόσο απαραίτητο στην ζωή του ανθρώπου, όχι μόνο μας διατηρεί ζωντανούς, αλλά και μας καθαρίζει και μας αγιάζει.
Το νερό συντελεί στην σωστή και ομαλή λειτουργία του ανθρωπίνου οργανισμού, αλλά και στην σωματική καθαριότητα και υγιεινή. Περίπου τα δύο τρίτα του ανθρωπίνου σώματος αποτελούνται από νερό, το οποίο συμβάλλει σημαντική στην ζωή και στην παραγωγή των κυττάρων μας. Επίσης, αυτό αποτελεί το κύριο μέσο για την μεταφορά των θρεπτικών ουσιών στα κύτταρα και τα όργανα του σώματος, αλλά και το μέσο απομακρύνσεως των τοξικών και αχρήστων ουσιών. Χωρίς νερό, τα νεφρά δεν θα μπορούσαν να επιτελέσουν το έργο τους. Ζητούμε νερό, γιατί καθημερινά αποβάλλουμε μεγάλη ποσότητά του από την εφίδρωση και την αναπνοή. Από αυτές ένας ενήλικας μπορεί να χάσει περίπου δέκα φλιτζάνια νερού καθημερινά. Αν δεν έχουμε αποθέματα νερού τότε αισθανόμαστε κόπωση, δίψα, αδυναμία και τελικά παθαίνουμε αφυδάτωση που μπορεί να μας οδηγήσει στον θάνατο. Άρα το νερό είναι απαραίτητο στην ζωή μας.
Δεύτερο μέρος

Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας

TA AΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ [: Τίτ. 2, 11-14 και 3, 4-7]
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
[Υπομνηματισμός των εδαφίων Τίτ. 2, 11-15 και Τίτ. 3, 1-7]
«᾿Επεφάνη γὰρ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἡ σωτήριος πᾶσιν ἀνθρώποις, παιδεύουσα ἡμᾶς ἵνα ἀρνησάμενοι τὴν ἀσέβειαν καὶ τὰς κοσμικὰς ἐπιθυμίας σωφρόνως καὶ δικαίως καὶ εὐσεβῶς ζήσωμεν ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, προσδεχόμενοι τὴν μακαρίαν ἐλπίδα καὶ ἐπιφάνειαν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὃς ἔδωκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν, ἵνα λυτρώσηται ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀνομίας καὶ καθαρίσῃ ἑαυτῷ λαὸν περιούσιον, ζηλωτὴν καλῶν ἔργων (: διότι με την ενανθρώπηση του Υιού του Θεού φανερώθηκε η χάρις του Θεού, η οποία σώζει όλους τους ανθρώπους. Και μας παιδαγωγεί η χάρις του Θεού ώστε, αφού αρνηθούμε την ασέβεια και τις επιθυμίες του μάταιου και αμαρτωλού αυτού κόσμου, να ζήσουμε στη ζωή αυτή με εγκράτεια στον εαυτό μας, με δικαιοσύνη προς τους γύρω μας ανθρώπους και με ευσέβεια προς τον Θεό. Και να ενισχυόμαστε στην ενάρετη ζωή, περιμένοντας με χαρά τη μακαριότητα που ελπίζουμε και τη φανέρωση της δόξας του μεγάλου Θεού και Σωτήρος μας, του Ιησού Χριστού, ο Οποίος έδωσε τον εαυτό Του σε θάνατο για χάρη μας, για να μας εξαγοράσει από κάθε παράβαση του νόμου, να μας καθαρίσει και να μας κάνει έτσι δικό Του εκλεκτό λαό, λαό γεμάτο ζήλο για καλά έργα)» [Τίτ. 2, 11-14].
Αφού ζήτησε από τους υπηρέτες πολλή αρετή -γιατί πραγματικά είναι μεγάλη αρετή το να κοσμεί κανείς σε όλα τη διδασκαλία του Θεού και Σωτήρα μας και να μη δίνει καμία αφορμή στους κυρίους, ούτε και για το παραμικρό πράγμα-, προσθέτει και τη δίκαιη αιτία για την οποία οφείλουν οι υπηρέτες να είναι ενάρετοι. Και ποια είναι αυτή; «Διότι με την ενανθρώπηση του Υιού του Θεού», λέγει, «φανερώθηκε η χάρις του Θεού, η οποία σώζει όλους τους ανθρώπους)». Αυτοί που έχουν τον Θεό διδάσκαλο, πώς δεν θα είναι λογικά τέτοιοι, όπως πριν από λίγο είπα, αφού βρήκαν άφεση των απείρων αμαρτημάτων τους; Γιατί γνωρίζετε ότι μαζί με τα άλλα και αυτό ελέγχει και συγκρατεί όχι λίγο την ψυχή, το να μην τιμωρηθεί, ενώ είναι υπεύθυνη για άπειρα αμαρτήματα, αλλά να επιτύχει συγνώμη και άπειρα αγαθά. Αν λοιπόν κάποιος, πες μου, αφού πάρει υπηρέτη εκείνον που έκαμε άπειρα σφάλματα, δεν τον βασανίζει με μαστίγιο, αλλά του δώσει για εκείνα συγνώμη και του ζητήσει ευθύνες για τα μελλοντικά, παραγγέλλοντας τον να φυλάγεται, ώστε να μην πέσει στα ίδια, και τον τιμήσει με μεγάλα δώρα, ποιον νομίζετε ότι δεν θα μεταβάλει αυτό ακούοντας την τόσο μεγάλη χάρη;

ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ [: Ματθ. 3, 13-17]
Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΒΑΠΤΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
«Τότε παραγίνεται ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας εἰς τὸν Ἰορδάνην πρὸς τὸν Ἰωάννην, τοῦ βαπτισθῆναι ὑπ' αὐτοῦ (: τότε ήλθε ο Ιησούς απ’ τη Γαλιλαία στον Ιορδάνη ποταμό προς τον Ιωάννη για να βαπτισθεί απ’ αυτόν)» [Ματθ. 3, 13].
Μαζί με τους δούλους ο Δεσπότης, μαζί με τους υπόδικους ο Κριτής έρχεται για να βαπτισθεί. Αλλά μη θορυβηθείς· μεταξύ των ταπεινών αυτών περισσότερο λάμπει το υψηλό μεγαλείο Του. Πραγματικά, Αυτός ο οποίος καταδέχθηκε να κυοφορηθεί για τόσο χρόνο σε μήτρα παρθενική και να γεννηθεί από εκεί, σύμφωνα με τους νόμους της ανθρώπινης φύσεως, και επιπλέον να ραπισθεί, να σταυρωθεί και να πάθει τα άλλα παθήματα, τα οποία υπέστη, γιατί παραξενεύεσαι, εάν καταδέχθηκε να βαπτισθεί και να έλθει μαζί με τους άλλους ανθρώπους προς τον δούλο Του; Διότι εκείνο ήταν που προκαλούσε μεγάλη κατάπληξη, το ότι δηλαδή, ενώ ήταν Θεός, θέλησε να γίνει άνθρωπος· τα άλλα λοιπόν κατά λογική ακολουθία έπονται όλα γενικώς. Γι’ αυτό τον λόγο και ο Ιωάννης πρόφθασε και έλεγε, εκείνα ακριβώς που είπε, ότι δηλαδή, δεν είναι άξιος να λύσει τα λουριά των υποδημάτων του Ιησού και όλα τα άλλα· για παράδειγμα είπε ότι ο Ιησούς είναι κριτής και θα αποδώσει δικαιοσύνη σύμφωνα με την αξία του καθενός και ότι θα χορηγήσει σε όλους ανεξαιρέτως το Άγιο Πνεύμα με αφθονία, ώστε όταν Τον δεις να έρχεται προς το βάπτισμα να μην υποψιαστείς τίποτε το ταπεινό.
Επίσης, για τον ίδιο λόγο, όταν Αυτός ήταν παρών εκεί, Του προβάλλει ταπεινή αντίρρηση, λέγοντας: «ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με; (: Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένα τον αναμάρτητο, και συ έρχεσαι σε μένα για να δεχθείς το βάπτισμα;)» [Ματθ. 3, 14]. Επειδή δηλαδή, το βάπτισμα ήταν ενδεικτικό της μετανοίας και οδηγούσε σε κατηγορία για τα αμαρτήματα που είχε διαπράξει ο κάθε βαπτιζόμενος, για να μη νομίσει κανείς ότι και ο Ιησούς με μια τέτοια διάθεση έρχεται στον Ιορδάνη, ο Ιωάννης διορθώνει την πιθανή αυτή εκτίμηση εκ των προτέρων, με το να Τον αποκαλέσει και «Αμνό» [Ιω. 1, 29: « ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου (: Να εκείνος που προφήτευσε ο Ησαΐας και μας Τον απέστειλε ο Θεός για να θυσιασθεί ως αρνί και να σηκώσει με τη σφαγή και τη θυσία Του ολόκληρη την αμαρτία και την ενοχή του κόσμου, και έτσι να την εξαλείψει)»] και Λυτρωτή από όλη γενικά την αμαρτία που έχει διαπραχθεί στην οικουμένη.

του αειμνήστου Ιωάννου Μ. Φουντούλη
Συνήθως λέγεται ότι η νηστεία της παραμονής των Θεοφανείων αφορά στην πόση του μεγάλου αγιασμού και επομένως ότι η προϋπόθεση για την κοινωνία από αυτόν αποτελεί η νηστεία μιας ημέρας. Για το θέμα αυτό θα ήταν σκόπιμο να λεχθούν δυο λόγια, γιατί είναι από τα πιο συζητούμενα θέματα από αυτά που σχετίζονται με τον αγιασμό των Θεοφανείων και για τα οποία ζητούν οι πιστοί τη συμβουλή των ιερέων.
Ότι ο μέγας αγιασμός «τα δευτερεία επέχει των θείων μυστηρίων» (Ευχολόγιον, κώδ. Βατοπεδίου 134 [745] του έτους 1538), είναι δηλαδή το δεύτερο μετά τη θεία κοινωνία ιερώτατον «μυστηριακόν είδος» (κατά τη σχολαστική ορολογία), κανείς δεν αμφιβάλλει. Είναι το «ύδωρ της αναγεννήσεως» του αγίου βαπτίσματος, που διά της επικλήσεως και επιφοιτήσεως του αγίου Πνεύματος «αναστοιχειούται» (ή «μεταστοιχειούται»), κατά τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας (Εις Ιωάννην Β΄ 1), και γίνεται «αφθαρσίας πηγή, αγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων αλεξιτήριον» για τους πιστούς που μεταλαμβάνουν ή χρίονται από αυτό, πάροχο αγιασμού και ευλογίας σ’ ολόκληρη την κτίση.
