Μνησικακία
Στὴν Λαύρα τῶν Σπηλαίων του Κιέβου ζοῦσαν δύο μοναχοί, ὁ ἱερομόναχος Τίτος καὶ ὁ διάκονος Εὐάγριος. Ἦταν φίλοι. Καὶ ὁμόφρονες. Ἡ μεταξύ τους ἀγάπη ἦταν παράδειγμα. Οἱ ἄλλοι ἀδελφοί, ποὺ τοὺς ἔβλεπαν, ὠφελοῦντο, οἰκοδομοῦνταν καὶ τοὺς θαύμαζαν.
Ὅμως ὁ ἐχθρὸς κάθε καλοῦ, συνηθισμένος νὰ σπέρνει ζιζάνια ἀνάμεσα στὸ σιτάρι καὶ νὰ μεταμορφώνει τὸ σιτάρι σὲ ζιζάνια, τότε ποὺ οἱ ἄνθρωποι κοιμοῦνται, δηλαδὴ τότε ποὺ δὲν παρακολουθοῦν μὲ προσοχὴ τὴν πνευματική τους πορεία, καὶ δὲν φοβοῦνται μήπως τοὺς «κλέψει» ὁ διάβολος, μὲ τὸ νὰ θεωρήσουν τὴν ἀγάπη τους δεδομένη καὶ ἀναφαίρετη, προσωπικό τους ἀπόκτημα καὶ ἐπίτευγμα, τὴν μετέβαλαν σὲ ἔχθρα. Καὶ τόσο ξεχύθηκαν ὁ Τίτος καὶ ὁ Εὐάγριος, ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου, ὥστε δὲν μποροῦσαν πιά, οὔτε νὰ κοιτάζει ὁ ἕνας τὸν ἄλλον στὰ μάτια.
Οἱ ἀδελφοί τους παρεκάλεσαν πολλὲς φορὲς νὰ συμφιλιωθοῦν. Μὰ αὐτοὶ δὲν ἤθελαν, οὔτε λέξη νὰ ἀκούσουν γιὰ συμφιλίωση.
Πέρασε πολὺς καιρός. Ὁ ἱερομόναχος Τίτος ἀρρώστησε βαριά. Ἡ ἀρρώστια ἦταν τόσο δύσκολη καὶ βαριά, ὥστε ὅλοι ἀπογοητεύθηκαν, ἂν θὰ γινόταν καλά. Τότε ἄρχισε νὰ κλαίει πικρὰ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Καὶ ἔστειλε κάποιον στὸν διάκονο Εὐάγριο, ζητῶντας του νὰ τὸν συγχωρήσει, παίρνοντας μὲ πολλὴ ταπείνωση πάνω του ὅλη τὴν εὐθύνη. Ἐκεῖνος ὅμως ὄχι μόνο δὲν δέχθηκε νὰ τὸν συγχωρήσει, ἀλλὰ καὶ ξεστόμισε εἰς βάρος τοῦ ἱερομόναχου πολλὰ ἄσχημα λόγια- ἀκόμη καὶ κατάρες. Οἱ ἀδελφοὶ βλέποντας τὸν παπα-Τίτο νὰ πεθαίνει, ἐπῆραν τὸν διάκο-Ευάγριο καὶ τὸν πῆγαν κοντά του μὲ τὸ ζόρι, γιὰ συμφιλίωση. Ὁ ἄρρωστος, ὅταν τὸν εἶδε νὰ πηγαίνει πρὸς τὸ μέρος του σηκώθηκε, κατέβηκε ἀπὸ τὸ κρεβάτι, τὸν προσκύνησε καὶ ἀφοῦ ἀγκάλιασε τὰ πόδια του, τοῦ εἶπε:



