Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Clement Olivier. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Clement Olivier. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Υπέροχο: Παρατηρήσεις ἑνὸς Λαϊκοῦ πάνω στὴ Μαρτυρία τῆς Πίστης

                     

 Μέρος 1-2

Γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ πληρότητα τῆς μαρτυρίας εἶναι προφανῶς ἐκείνη τῶν μαρτύρων. Ὁ μάρτυρας εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μαρτυρεῖ κατὰ τὴν πιὸ ἀκριβῆ ἔννοια μπρὸς στὸ δικαστήριο τῶν ἰσχυρῶν αὐτοῦ του κόσμου, ποὺ μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ μόνος Κύριος, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος καὶ ὄχι ὁ Καίσαρ. Ὅμως δὲν ὑπάρχει σ’ αὐτοὺς τοὺς μάρτυρες καμιὰ ἐξημμένη ἀναζήτηση τῆς αἱματηρῆς μαρτυρίας, ἡ βεβαιότητά τους δὲν εἶναι ποτὲ μία πρόκληση ἀλλὰ μία ἀπάντηση ποὺ ἡ βάση της εἶναι πάντοτε ἡ ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν (κάνω τὴ σκέψη ἑνὸς σύγχρονου δικαστῆ μίας ἀνατολικῆς χώρας : «ἐπιμένουν νὰ μᾶς ἀγαπᾶνε»). Οἱ μάρτυρες ἀφομοιώνονται μὲ τὸ ἔνδοξο σῶμα τοῦ Ἀναστάντος καὶ γίνονται κατὰ κάποιο τρόπο Εὐχαριστία: Ἔτσι καὶ ὁ ἅγιος Πολύκαρπος μέσα στὴ πυρά, «ὄχι σὰ μία σάρκα ποὺ καίγεται ἀλλὰ σὰν ἕνα ψωμὶ ποὺ ψήνεται», λέει ἡ παλιὰ διήγηση. Καὶ εἶναι μία πολὺ βαρειὰ τιμὴ καὶ ἕνα ἔργο πολὺ δύσκολο νὰ μιλᾶ κανεὶς — ὅσο λίγο καὶ ἂν εἶναι — στ’ ὄνομα μίας Ἐκκλησίας ποὺ γνώρισε στὸν 20ον αἰώνα τόσους μάρτυρες καὶ ποὺ γνωρίζει ἀκόμα καὶ σήμερα τόσους ὁμολογητές. Πέρα ἀπὸ τὸ σιδηροῦν παραπέτασμα, ἡ πίστη αὐτὴ καθ’ αὐτὴ εἶναι μία πράξη. Ὑπάρχει ἡ λειτουργικὴ προσευχὴ καὶ τὸ λειτουργικὸ χαμόγελο, «ἡ ταπεινὴ παραδοχὴ τῶν βασάνων μέσα στὴν ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν».

Εἶναι λοιπὸν ἀκόμα, γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ πληρότητα τῆς μαρτυρίας, ἐκείνη τοῦ «ἀποστολικοῦ ἀνθρώπου». Ὁ ἀποστολικὸς ἄνθρωπος, ὓστερ’ ἀπὸ χρόνια παραμερισμοῦ, ταπείνωσης, σιωπηλῆς ἐργασίας, συνεχοῦς προσευχῆς, κατὰ κάποιο τρόπο φλογίζεται ἀπὸ τὸ ἄκτιστο φῶς ποὺ ἐκρέει ἀπὸ τὴ θεία Μετάληψη, καὶ πραγματοποιεῖ τὶς ὑποσχέσεις ποὺ ἔγιναν ἀπὸ τὸ Χριστὸ στοὺς Ἀποστόλους (τὴ διάκριση τῶν πνευμάτων, τὸν ἐξορκισμό, τὴ θεραπεία), βρίσκοντας τὸ λόγο ποὺ ἀγγίζει τὴ καρδιά, μαρτυρώντας ταυτόχρονα μὲ τὸ λόγο καὶ μὲ τὴν ἰσχὺ μίας ἀνακαινισμένης ζωῆς. Ἰδού, φυσικά, τί πρέπει νὰ μᾶς κάνη μετριόφρονες. Ἂς μὴ ξεχνᾶμε ὅμως — καὶ ἐκεῖ εἶναι αὐτὸ ποὺ διαφοροποιεῖ τὴν ὀρθόδοξη θέση ἀπὸ ἐκείνη ἑνὸς Kierkegaard — ἂς μὴ ξεχνᾶμε τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας: τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὁλόκληρη εἶναι ἀποστολική, ὅτι εἶναι ὁλόκληρη αὐτόπτης μάρτυς τοῦ Ἀναστάντος. Κάθε χριστιανός, ἐφ’ ὅσον ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἕνας μάρτυρας ὑπεύθυνος τῆς ἀλήθειας, ἐφ’ ὅσον εἶναι «λειτουργικὸς ἄνθρωπος» — «εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν» ψάλλει ὁ λαὸς μετὰ τὴν Κοινωνία — εἶναι λοιπόν, κατὰ ἕνα ταπεινὸ μέρος, ἕνας αὐτόπτης μάρτυρας καὶ ἕνας ἀποστολικὸς ἄνθρωπος.

Ἡ λησμονιά τοῦ θανάτου

 

Ἡ μαθητεία στήν πολιτική καί στόν πολιτισμό μοῦ ξανάνοιγαν τόν δρόμο γιά τό θεμελιακό. Ξανά πάλι ἡ ἀγωνία. Ξανά πάλι ἡ κατάπληξη. Καί τώρα ἡ πορεία γιά τή συνάντηση τῶν προσώπων.

Μπροστά στόν θάνατο, μπροστά σ’ αὐτή τήν ἀγωνία, σ’ αὐτή τήν ἀπομόνωση, σ’ αὐτό τόν πνευματικό θάνατο, πού τό βιολογικό τέρμα δέν εἶναι παρά ἕνα σημάδι του, ὁ ἄνθρωπος εἶναι σήμερα γυμνός. Τόσο γυμνός, ὅσο δέν ἦταν ποτέ ἄλλοτε. Ὁ πολιτισμός μας εἶναι ὁ πρῶτος, φαίνεται, σ’ ὅλη τήν ἱστορία, πού πασχίζει ν’ ἀγνοήσει τόν θάνατο καί, μ’ αὐτό, ἴσως, ξεσκεπάζει τήν οὐσία… Οἱ ἐπικήδειες τελετές ἔχουν μικρύνει ὑπερβολικά ἤ καί χάνονται. Δέν ξέρουν πιά τί νά πούν καί τί νά κάνουν. Ὅταν ἤμουνα παιδί, μέσα σ’ ἕνα κύκλο στερημένο ἀπό καιρό ἀπό κάθε χριστιανική ἀναφορά, δέν ἄφηναν κανένα νά πεθάνει στό νοσοκομεῖο. Ὅταν δέν ἀπόμενε πιά ἐλπίδα, ἔφερναν τόν ἄρρωστο στό σπίτι καί τότε τόν τύλιγαν σέ περισσότερη στοργή. Ξαγρυπνούσαν ὄχι μονάχα ἐκείνους, πού πέθαιναν, ἀλλά καί τούς πεθαμένους. Ἀγρυπνία, σχεδόν ἀνυπόφορη, μπροστά στό μηδέν. Δέν προσεύχονταν – σέ ποιόν νά προσευχηθοῦν καί μέ ποιά λόγια; Δέ διάβαζαν τούς Ψαλμούς καί τά Εὐαγγέλια. Δέν εἶχαν οὔτε τή χοντροκομμένη ἀνανέωση τοῦ νεκρόδειπνου, πού σέ μερικές χριστιανικές χῶρες ἀναπτύχτηκε σέ «ἀγάπη». Δέν ἦταν πιά σέ χριστιανικές χῶρες. Ὅλα εἶχαν ξεχαστεί. Ὁ ζωντανός Θεός, ἡ ψυχή, ἡ ἀνάσταση. Ἀλλά δέν ἦταν κι ὁ παγανισμός, πού σ’ αὐτόν πεθαίνουν μέ τό «ἀπρόσωπο» τοῦ φυτοῦ ἤ σβήνουν γαλήνια μέσα στό ἄπειρο: ξαναγίνονται σπόροι, περνούν στήν ἄλλη πλευρά τῶν πραγμάτων, ἴσαμε τήν καινούργια σπορά… Ὄχι. Ἀπ’ τή βιβλική Ἀποκάλυψη κρατούσαν τή βεβαιότητα, πώς αὐτός ὁ πεθαμένος εἶναι ἕνα μοναδικό ἄτομο καί πώς ἡ ζωή του ὑπῆρξε ἡ μοναδική του ζωή. Αὐτές οἱ ἀγρυπνίες ἦταν σκέτες ἀγωνίες. Πήγαιναν στήν κουζίνα, νά πιοῦν λίγο καφέ. Ὕστερα ξαναγύριζαν νά καθήσουν κοντά στό πτώμα. Μέ σιωπή. Πάντοτε αὐτή ἡ σιωπή. Εἶναι ἀλήθεια, πώς καταπιάνονταν μέ ὑπερβολική λεπτομέρεια μ’ ὅλα ἐκείνα τά πράγματα, πού πλαισιώνουν τόν θάνατο. Τά ἀγγελτήρια τῆς κηδείας, τήν ταφή, τόν οἰκογενειακό τάφο. Κι αὐτά, ἄν δέν χρειαζόταν νά μαζέψουν τή σκόνη τῶν προηγούμενων νεκρών, γιά νά κάνουν χῶρο… Νεκροταφεία δίχως σταυρό – ὅμως, γιά τούς πιό πολλούς, ὁ σταυρός δέν σημαίνει νίκη πάνω στόν θάνατο, ἀλλά ἁπλῶς καί μόνο ἕνα νεκροταφεῖο… καί σάν καλοί ὀρθολογιστές προσπαθοῦν ν’ ἀποφύγουν αὐτή τήν ταυτολογία. Νεκροταφεία δίχως σταυρό. Βαρειές πλάκες, καλοχτισμένες, τῶν λατινικῶν νεκροταφείων. Οἰκογενειακή ὑπερηφάνεια. Προνόμια γιά τήν «αἰωνιότητα». Κι αὐτή ἡ μανία τῆς καθαριότητας τοῦ ρασιοναλισμοῦ, πού θά ξερίζωνε καί τό μικρότερο βλασταράκι καί πού, γιά χάρη της, ἡ δημοτική ἀρχή, στό χωριό, ἐξαφάνισε πεύκα καί κυπαρίσσια. Πράγμα, πού δέν ἐμποδίζει τό ἔδαφος, πολύ ἁπαλό σ’ αὐτές τίς κάτω χῶρες, νά κατακάθεται σιγά-σιγά καί τίς πέτρες νά ναυαγούν στήν ἀπεραντοσύνη της πεδιάδας. Ἀναποδογυρίζουν, σά στήν τελική κρίση, γοτθικά τύμπανα. Ἡ κόρη μοῦ σιγοτραγουδάει τό μέρα ὀργής. Τῆς τό μαθαίνουν στό κολλέγιο, στήν ἱστορία τῆς μουσικῆς.

Ἡ πνευματική νεύρωση τῆς Δύσης


 

Ἀπό τό χριστιανισμό μαθαίνουμε ὅτι τό πρόσωπο, ἀνάλογα μέ τήν πίστη του, ἀδράχνεται σέ μιὰ μεγάλη ἀναστάσιμη κίνηση. Στήν εὐχαριστηριακή καρδιά τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως καί στήν πνευματική «καρδιά» κάθε πιστοῦ, ὁ Χριστός ἐξακολουθεῖ νά νικᾶ τό θάνατο. Ἔτσι, ἡ ἀνθρωπότητα καί, δι’ αὐτῆς, τό σύμπαν εἰσάγονται σέ μιὰ πελώρια μεταμόρφωση: τήν ὁποία ἡ ἁγιότητα προλαμβάνει καί σπεύδει στήν ὁλοκλήρωσή της. Γιατί, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καί συνωδίνει ἄχρι τοῦ νῦν […] ἐλευθερωθήσεται ἀπό τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τήν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ». (Ρωμ. 8, 18-22).

Ἡ Δύση ἔμαθε ἀπό τό χριστιανισμό ὅτι τό πρόσωπο εἶναι μοναδικό. Παρά τίς φιλοσοφίες καί τίς πολιτικές πρακτικές του «θανάτου τοῦ ἀνθρώπου», ὁ χριστιανισμός ἐξακολουθεῖ νά βλέπει κάθε ἄνθρωπο ὡς κάτι τό ἀπόλυτο. Ἀλλά ἡ ἀνάσταση ἔχει λησμονηθεῖ, ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, τῶν σωμάτων, «τῆς σαρκός», ὅλης τῆς σάρκας τῆς γῆς…

Ἀπό τά τέλη τοῦ Μεσαίωνα, ὁ χριστιανισμός τῆς Δύσης τόνισε τή «μερική κρίση», ὡσάν τό πᾶν νά παιζόταν τή στιγμή τοῦ θανάτου τοῦ ἀτόμου. Ἔτσι, ἔγινε μία θρησκεία τῆς «ψυχῆς» μέ τή στενή ἔννοια, τή δυϊστική, πού ἀντιτίθεται στό σῶμα, καί ὄχι θρησκεία τοῦ προσώπου στήν ὁλότητα τῆς ἐνσαρκώσεώς του. Τό μυστήριο τοῦ Πάσχα, πού ἐγκαινιάζει τόν ὕψιστο σταθμό τῆς κοσμογένεσης, ἔχει χάσει σημασία καί σπουδαιότητα πρός ὄφελος τῶν «ἀξιομισθιῶν», πού «ἐκτήσατο ὑπέρ ἡμῶν» ὁ Ἐσταυρωμένος. Τονίστηκε ἰδιαίτερα ὁ Ἄνθρωπος τῶν πόνων, ἡ «ἱκανοποίηση» τῆς θυσίας του (σάν νά ἦταν ὁ χριστιανισμός θυσία γιά τό Θεό καί ὄχι θυσία τοῦ Θεοῦ). Οἱ λατινικοί ὁρισμοί τοῦ 14ου αἰώνα (τούς ὁποίους ἡ Μεταρρύθμιση θά σκληρύνει ἀκόμη, διακόσια χρόνια ὑστερότερα), βεβαιώνουν πώς, εὐθύς μετά τό θάνατο τοῦ ἀτόμου, εὐθύς μετά τή «μερική κρίση», μερικές ψυχές καταδικάζονται ὁριστικά, ριγμένες ἔτσι γιά πάντα στήν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἄλλες προχωροῦν στή θέαση τῆς θείας οὐσίας καί τῆς ὁλοκληρωτικῆς μακαριότητας. Εἴμαστε μακριά ἀπό τήν κοινωνική καί δυναμική ἀντίληψη τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας, πού προσευχόταν (ὅπως κάνει καί σήμερα ἀκόμη στόν ἑσπερινό τῆς Πεντηκοστῆς) ὑπέρ πάντων τῶν νεκρῶν, ἐννοώντας καί ἐκείνους πού βρίσκονται στόν Ἅδη, ἀντίληψη, σύμφωνα μέ τήν ὁποία οἱ ἅγιοι καί ὁ Χριστός ὁ ἴδιος προσμένουν καί προετοιμάζουν τήν ὁριστική καί παγκόσμια νίκη ἐπί τοῦ θανάτου. Μονάχα ἡ προσευχή, στή Δύση, ὑπέρ τῶν ψυχῶν τοῦ Καθαρτηρίου διαφύλαξε κάποιο στοιχεῖο ἀπ\’ αὐτή τήν ἀρχική δράση, ἀλλά μέ προσθῆκες ἐκτιμήσεων κάπως νομικῶν, ἔπειτα μέ ἀπαίτηση χρημάτων, πράγμα πού εἶχε ὡς συνέπεια τήν ἀπόρριψή της ἀπό τή Μεταρρύθμιση.