Πηγή
Δεν υπήρξε ποτέ διαίρεσις της Εκκλησίας, και δεν είναι δυνατόν να υπάρξη.
Πηγή
ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ [:Α΄ Κορ. 3, 9-17] ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«Θεοῦ γάρ ἐσμεν συνεργοί· Θεοῦ γεώργιον, Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε(:Είμαστε και οι δύο [:και ο Παύλος και ο Απολλώς] ένα, διότι και εκείνοι που φυτεύουν και εκείνοι που ποτίζουν, είμαστε συνεργάτες του Θεού στο έργο Του που αποβλέπει στην σωτηρία σας. Είστε αγρός που ανήκει στον Θεό και καλλιεργείται από Αυτόν. Είστε οικοδομή του Θεού που κτίζεται από Αυτόν με όργανά Του και κτίστες Του εμάς)»[Α΄Κορ.3,9].
Πρόσεξε ότι αποδίδει και σε αυτούς έργο όχι μικρό, αφού προηγουμένως απέδειξε ότι το παν είναι έργο του Θεού. Επειδή δηλαδή πάντοτε συμβουλεύει πειθαρχία στους άρχοντες, για τον λόγο αυτόν δεν υποτιμά απόλυτα τους διδασκάλους. «Θεοῦ γεώργιον (:Είστε αγρός που ανήκει στον Θεό και καλλιεργείται από Αυτόν)». Επέμεινε δηλαδή στη μεταφορά, επειδή είπε «φύτεψα» [βλ. Α΄Κορ. 3,6: «Ἐγὼ ἐφύτευσα, Ἀπολλὼς ἐπότισεν, ἀλλ᾿ ὁ Θεὸς ηὔξανεν( :Εγώ ο Παύλος φύτεψα σε σας την πίστη με το κήρυγμά μου, ο Απολλώς πότισε τη νεοφυτεμένη πίστη σας, αλλά ο Θεός την αύξανε. Χωρίς όμως την αύξηση αυτή, η σπορά ούτε θα φύτρωνε, ούτε θα ριζοβολούσε, ούτε θα καρποφορούσατε)»]. «Εφόσον είστε αγρός του Θεού, είναι δίκαιο να ονομάζεστε όχι από το όνομα αυτών, που τον καλλιεργούν, αλλά από το όνομα του Θεού· διότι ένας αγρός δεν παίρνει το όνομά του από αυτόν που το καλλιεργεί, αλλά από τον ιδιοκτήτη».
«Θεοῦ οἰκοδομή ἐστε (:Είστε οικοδομή του Θεού που κτίζεται από Αυτόν με όργανά Του και χτίστες Του εμάς)». Επίσης η οικοδομή δεν είναι του τεχνίτη, αλλά του ιδιοκτήτη. «Και αν είστε οικοδομή, δεν πρέπει να έχετε διάσπαση, διότι τούτο δεν θα ήταν οικοδομή. Εάν είστε αγρός, δεν πρέπει να έχετε διαιρέσεις, αλλά να περιτειχίζεστε με ένα φράκτη, τον φράκτη της ομόνοιας».
«Κατὰ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ τὴν δοθεῖσάν μοι ὡς σοφὸς ἀρχιτέκτων θεμέλιον τέθεικα (:Σύμφωνα με την χάρη του Θεού που μου δόθηκε για να θεμελιώνω εκκλησίες ανάμεσα στα έθνη, σαν έμπειρος αρχιτέκτονας έχω βάλει θεμέλιο στερεό)»[Α΄Κορ.3,10]. Σοφό αποκάλεσε εδώ τον εαυτό του, όχι από έπαρση, αλλά δίνοντας σε αυτούς πρότυπο και δείχνοντας ότι τούτο είναι χαρακτηριστικό του σοφού, το να θέτει ένα θεμέλιο. Πρόσεξε λοιπόν πώς ομιλεί με μετριοφροσύνη. Αφού δηλαδή είπε τον εαυτό του σοφό, δεν άφησε να εννοηθεί ότι η σοφία είναι δική του, αλλά αφού προηγουμένως απέδωσε όλο τον εαυτό του στον Θεό, τότε αποκάλεσε σοφό τον εαυτό του· διότι λέγει «κατά τη χάρη του Θεού που μου δόθηκε». Δηλαδή δείχνει συγχρόνως ότι και το παν είναι του Θεού και ότι τούτο προπαντός είναι χάρις, το να μη γίνονται διαιρέσεις, αλλά το όλο έργο να στηρίζεται σε ένα θεμέλιο.
ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ [:Ματθ. 14, 22-34] ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος κατ᾿ ἰδίαν προσεύξασθαι. ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ. Τὸ δὲ πλοῖον ἤδη μέσον τῆς θαλάσσης ἦν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων· ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος (:Καὶ ἀμέσως ὁ Ἰησοῦς, γιὰ νὰ μὴν παρασυρθοῦν οἱ μαθητὲς Του ἀπὸ τὸν ἐνθουσιασμὸ τοῦ πλήθους ποὺ ἤθελε νὰ Τὸν ἀνακηρύξει βασιλιᾶ [μετὰ ἀπὸ τὸ θαῦμα τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων] τοὺς ἀνάγκασε νὰ εἰσέλθουν στὸ πλοῖο καὶ νὰ περάσουν πρὶν ἀπὸ Αὐτὸν στὸ ἀπέναντι μέρος τῆς λίμνης, ὡσότου Αὐτὸς διαλύσει τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ. Καὶ ἀφοῦ διέλυσε τὰ πλήθη, ἀνέβηκε στὸ ὄρος, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ μόνος καὶ ἀπερίσπαστος. Καὶ ὅταν ἄρχισε νὰ νυκτώνει, ἦταν μόνος Του ἐκεῖ. Τὸ πλοῖο ὅμως βρισκόταν πλέον στὸ μέσο τῆς λίμνης καὶ κλυδωνιζόταν πολὺ ἀπὸ τὰ κύματα, διότι ἦταν ἀντίθετος ὁ ἄνεμος)»[Ματθ. 14,22-27]·[ἑρμην. ἀπόδοση Παν. Τρεμπέλα].
Γιὰ ποιόν λόγο ἀνεβαίνει στὸ ὄρος; Γιὰ νὰ μᾶς διδάξει ὅτι εἶναι καλὸ πρᾶγμα ἡ ἐρημιὰ καὶ ἡ μόνωση ὅταν πρέπει νὰ ἐπικοινωνήσουμε μὲ τὸν Θεό. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν βέβαια καταφεύγει συχνὰ στὶς ἐρήμους καὶ ἐκεῖ πολλὲς φορὲς διανυκτερεύει προσευχόμενος γιὰ νὰ μᾶς διδάξει νὰ ἐπιδιώκουμε τὴν ἀπόλυτη ἡσυχία κατὰ τὴν προσευχὴ καὶ ἀπὸ τὸν χρόνο καὶ ἀπὸ τὸν τόπο· διότι ἡ ἔρημος εἶναι μητέρα τῆς ἡσυχίας καὶ τόπος γαλήνης καὶ λιμάνι ποὺ μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ κάθε θόρυβο.
Καὶ ὁ μὲν Ἰησοῦς γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν ἀνέβαινε ἐκεῖ στὸ ὄρος, οἱ μαθητές Του ὅμως κλυδωνίζονται καὶ πάλι ἀπὸ τὴ θαλασσοταραχὴ καὶ ὑποφέρουν ἀπὸ τὴν κακοκαιρία ὅπως καὶ σὲ κάποια προηγούμενη φορά [πρβλ. Ματθ. 8,23-27: «Καὶ ἐμβάντι αὐτῷ εἰς τὸ πλοῖον ἠκολούθησαν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ. καὶ ἰδοὺ σεισμὸς μέγας ἐγένετο ἐν τῇ θαλάσσῃ, ὥστε τὸ πλοῖον καλύπτεσθαι ὑπὸ τῶν κυμάτων· αὐτὸς δὲ ἐκάθευδε. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἤγειραν αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, σῶσον ἡμᾶς, ἀπολλύμεθα. καὶ λέγει αὐτοῖς· τί δειλοὶ ἐστε, ὀλιγόπιστοι; τότε ἐγερθεὶς ἐπετίμησε τοῖς ἀνέμοις καὶ τῇ θαλάσσῃ, καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη. οἱ δὲ ἄνθρωποι ἐθαύμασαν λέγοντες· ποταπὸς ἐστιν οὗτος, ὅτι καὶ οἱ ἄνεμοι καὶ ἡ θάλασσα ὑπακούουσιν αὐτῷ; (: Καὶ ὅταν μπῆκε στὸ πλοῖο, Τὸν ἀκολούθησαν οἱ δώδεκα μαθητές Του. Καὶ ἰδοὺ ἔγινε θύελλα ἰσχυρή, ἀναταραχὴ καὶ τρικυμία μεγάλη στὴ θάλασσα, ὥστε τὸ πλοῖο νὰ σκεπάζεται ἀπὸ τὰ κύματα. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως κοιμόταν. Καὶ προσῆλθαν ἔντρομοι οἱ μαθητὲς κοντά Του καὶ Τὸν ξύπνησαν λέγοντας· "Κύριε σῶσε μας, χανόμαστε". Καὶ λέγει πρὸς αὐτούς: "Ὦ ὀλιγόπιστοι, γιατί εἶστε τόσο δειλοί;" Τότε, ἀφοῦ σηκώθηκε ὄρθιος, διέταξε μὲ ἐξουσία καὶ αὐστηρότητα καὶ ἐπέπληξε τοὺς ἀνέμους καὶ τὴν θάλασσα καὶ ἀμέσως ἔγινε γαλήνη μεγάλη. Καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ εἶδαν καὶ ἄκουσαν τὸ καταπληκτικὸ αὐτὸ γεγονός, θαύμασαν καὶ ἔλεγαν μὲ ἔκσταση· τί ἄνθρωπος εἶναι αὐτός, ἀφοῦ καὶ οἱ ἄνεμοι καὶ ἡ θάλασσα ὑποτάσσονται σὲ αὐτόν;'')»].
Τότε ὅμως τὸ εἶχαν πάθει αὐτὸ ἔχοντας τὸν Ἰησοῦ μαζί τους μέσα στὸ πλοῖο, ἐνῶ τώρα ἦσαν τελείως μόνοι τους· διότι ἤρεμα καὶ σιγά - σιγά τοὺς εἰσάγει καὶ τοὺς καθοδηγεῖ στὰ μεγάλα πνευματικὰ θέματα καὶ στὸ νὰ ἀντιμετωπίζουν τὰ πάντα μὲ γενναιότητα. Καὶ ἀκριβῶς γιὰ τὸν λόγο αὐτόν, ὅταν συνέβῃ γιὰ πρώτη φορὰ νὰ κινδυνεύσουν, ἦταν μὲν παρών, ἀλλὰ ὅμως κοιμόταν, ὥστε ἀμέσως νὰ τοὺς προσφέρει τὴν βοήθειά Του. Τώρα ὅμως γιὰ νὰ τοὺς κάνει νὰ δείξουν μεγαλύτερη ὑπομονή, δὲν κάνει οὔτε αὐτό, ἀλλὰ φεύγει ἀπὸ κοντά τους καὶ ἐνῶ βρίσκονται στὸ μέσο τῆς θαλάσσης, ἐπιτρέπει νὰ σηκωθεῖ ἡ θαλασσοταραχή, ὥστε νὰ μὴν ἐλπίζουν ἀπὸ πουθενὰ νὰ σωθοῦν, καὶ ὅλη τὴ νύκτα τοὺς ἀφήνει νὰ θαλασσοδέρνονται, γιὰ νὰ διεγείρει, κατὰ τὴ γνώμη μου, τὴν καρδιά τους ποὺ ἦταν πνευματικῶς νεκρή, εὑρισκόμενη ἀκόμη σὲ νάρκη· διότι τέτοιος εἶναι ὁ φόβος τὸν ὁποῖο δημιουργεῖ ἡ θαλασσοταραχὴ μαζὶ μὲ τὴ νύκτα. Μαζὶ ὅμως μὲ τὴ σύγχυση στὴν ὁποία τοὺς ἄφησε γιὰ λίγο νὰ βρίσκονται, αὔξησε καὶ τὴν ἐπιθυμία τους ἀκόμη περισσότερο γιὰ τὸν Ἴδιο ποὺ καὶ ἄλλη φορά τοὺς εἶχε σώσει, καθὼς ἐπίσης καὶ νὰ Τὸν ἐνθυμοῦνται συνεχῶς.
Στους Αγίους Μακκαβαίους και στην μητέρα τους

Ποτὲ ἄλλοτε δὲν χρειάστηκαν Μακκαβαῖοι ὅσο σήμερα
«Εὔχομαι ὁ Θεὸς νὰ ἀναστήσει Μακκαβαίους» (ἅγ. Παΐσιος)
Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου
Ζοῦμε μία ἐποχὴ γενικῆς κατάπτωσης καὶ παρακμῆς. Μία ἐποχὴ ποὺ τὸ ἐγὼ ἀντικατάστησε τὸ ἐμεῖς, τὸ ἔχω τὸ εἶμαι, ἡ μανία τὴν σωφροσύνη, ἡ ἀνευθυνότητα τὴν εὐθύνη, ἡ σχετικότητα τὴν ἀκρίβεια. Μία ἐποχὴ ποὺ ἡ πίστη, οἱ ἀξίες καὶ τὰ ἤθη βάλλονται ἀπὸ παντοῦ καὶ κυρίως ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ὑποτίθεται θὰ τὰ ὑπεράσπιζαν. Μία ἐποχὴ ποὺ ἔχει ὡς κύριο χαρακτηριστικό της τὴν λειψανδρεία. Δὲν λείπουν οἱ ἄνδρες ἀλλὰ ἡ ἀνδρεία. Δὲν λείπουν τὰ ὑψηλὰ καὶ τ’ ἀγαθά, ἀλλὰ οἱ φύλακες καὶ οἱ ἐπισκοπῶντες. Δὲν λείπουν οἱ διαμαρτυρόμενοι, ἀλλὰ οἱ ἀγωνιστές. Δὲν λείπουν οἱ γνῶμες, ἀλλὰ ἡ συνέπεια καὶ ἀκρίβεια τῶν γνωμῶν.
Εὐθύνη, ἀκρίβεια, ἀγωνιστικότητα, καὶ κυρίως τὸ πνεῦμα θυσίας καὶ ἡ ἀνδρεία εἶναι οἱ πεποιθήσεις ποὺ ἀναδεικνύουν τὰ ἔθνη, ἰσχυροποιοῦν καὶ προστατεύουν τὶς πολιτεῖες, δοξάζουν τοὺς λαούς. Οἱ πρόγονοί μας ὑπεράσπισαν καὶ διαφύλαξαν αὐτὲς τὶς πεποιθήσεις ὡς προϋπόθεση γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς πολιτείας καὶ τῶν κοινῶν ἀγαθῶν. Ἐὰν ὅμως αὐτὴ ἡ διαφύλαξη τῶν πεποιθήσεων ἴσχυε γιὰ τοὺς πρόγονούς μας γιὰ τὴν ἐπίγεια πατρίδα, ἂς ἀναλογιστοῦμε πόσο ἰσχύει αὐτὸ γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς Πίστεως καὶ τῆς προσωπικῆς σωτηρίας, ποὺ πρέπει νὰ ἔχουν τὴν πρώτη θέση στὴν ζωή μας. Χριστιανὸς καὶ δειλὸς δὲν νοεῖται. Διότι ὁ δειλὸς δὲν ὁμολογεῖ οὔτε ὑπερασπίζεται τὴν πίστη του. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, στὴν «Ἀποκάλυψή» του, εἶδε φρικτὸ θέαμα: Εἶδε τοὺς δειλοὺς νὰ καίγονται στὰ κύματα μίας φλεγομένης λίμνης μαζὶ μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ τοὺς κάθε εἴδους ἁμαρτωλούς (Ἀπ. 21, 8).