Η πραότητα, λοιπόν, κτίζει τον τρίτο όροφο της πυραμίδας του Παραδείσου. Η πραότητα είναι εγγονή της ταπεινοφροσύνης και θυγατέρα των δακρύων. Οι καλύτερες προσωπικότητες της Παλαιάς Διαθήκης, ο Σαμουήλ, ο Ιωάννης ο Βαπτιστής και η Παρθένος Μαρία, με προσευχές δακρύων ήρθαν από τον Θεό. Η ίδια η πραότητα είναι αρετή του θρήνου. Γι’ αυτό, σε κάθε περίπτωση, η πραότητα είναι στάλα δακρύων από καρδιάς τόσο αδιαχώριστη από τα προαναφερόμενα πρόσωπα. Η πραότητα μπορεί να έρθει μόνο στην τρίτη θέση και ο τρίτος όροφος μπορεί να οικοδομηθεί μόνο μετά τον πρώτο και τον δεύτερο. Όταν τα σύννεφα ρίξουν και την τελευταία σταγόνα, επικρατεί σιωπή: έτσι κι η πραότητα έρχεται μετά τα δάκρυα. Η πραότητα δεν ήταν άγνωστη στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης. Αναφέρει για παράδειγμα ότι ο Μωυσής ήταν πολύ πράος άνθρωπος, περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο πάνω στη γη (Αρ. 12, 3). Μιλά για την πραότητα του προπάτορα Ιακώβ και του βασιλιά Δαυΐδ (θυμήσου Κύριε, τον Δαυΐδ κι όλη την πραότητα του). Μόλις με τον Χριστό η πραότητα απαριθμείται ως αναγκαίο υλικό στην οικοδόμηση των ανθρώπινων ψυχών. Επειδή εγώ είμαι πράος, είπε ο Υιός του Θεού. Και όπως είναι Αυτός, τέτοιοι πρέπει να είναι και οι δικοί Του. Η πραότητα είναι η πρώτη αρετή του Χριστού την οποία οι άνθρωποι πρόσεξαν. Ιδού ο αμνός του Θεού! φώναξε ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος όταν είδε τον Μεσσία στον Ιορδάνη. Άλλοι σπρώχνονταν για να πλησιάσουν όσο το δυνατόν νωρίτερα τον Ιωάννη, να τον ακούσουν και να βαπτιστούν. Αλλά ο Ιησούς δεν έσπρωχνε˙ βάδιζε και περιδιάβαινε πράος. Όπως ο αμνός που κανέναν δε σπρώχνει. Όπως ο αμνός βαδίζει και περιδιαβαίνει.