Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εικονομαχία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εικονομαχία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Οι νέοι εικονομάχοι είναι εδώ

Φυσικά για το ισλάμ οι άθεοι ποιούν κοινώς την νήσσαν.

Οι χριστιανικές εικόνες σε δημόσια κτήρια «δικάζονται» από το ΕΔΑΔ ύστερα από προσφυγή της «Ένωσης Αθέων»!

Με την ευθύνη της γραφικής «Ένωσης Αθέων» η Ελλάδα κινδυνεύει να γίνει το δεδικασμένο που θα εξαλείψει τις χριστιανικές εικόνες σε όλη την Ευρώπη!

Συντάκτης: Ελευθέριος Ανδρώνης

Στην εξοργιστική είδηση που θα μεταφέρουμε εδώ, θα γίνει ολοφάνερη για τον κάθε αναγνώστη η παρασιτική δράση των στρατευμένων αθέων στη χώρα μας και πόσο μεθοδικά την υπονομεύουν, σαν εργατικά σαράκια που τρώνε αθέατα τον ιστό της Πολιτείας. Κομμάτι – με το κομμάτι, σαν ψυχαναγκαστικοί θεομάχοι ζητούν να απογυμνώσουν το ελληνικό κράτος από κάθε χριστιανικό στοιχείο.

Σε μια Ελλάδα που κλονίζεται συθέμελα από το σαθρό κράτος Δικαίου, και που το αίτημα για πραγματική δικαιοσύνη ώθησε εκατομμύρια Ελλήνων να πλημμυρήσουν τις πλατείες σε όλον τον κόσμο, το μοναδικό πρόβλημα που εντοπίζει η Ένωση Αθέων (Atheist Union of Greece) στα ελληνικά δικαστήρια είναι οι χριστιανικές εικόνες εντός τους!

Αντώνιος ο Ομολογητής: Αντιρρητικός λόγος ενώπιον του εικονομάχου αυτοκράτορα Λέοντος Ε’ περί της Ορθοδόξου πίστεως και σεβασμού των αγίων εικόνων

Κυριακή της Ορθοδοξία – Αναστήλωση των εικόνων

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)


Έτσι λοιπόν, αφού ανήλθε στον αρχιεπισκοπικό θρόνο ο μακάριος [ο Αντώνιος ο Ομολογητής1 αρχιεπίσκοπος Δυρραχίου και μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης] και κατηύθυνε το λαό που εποίμαινε σε σωτήριες βοσκές, ξαφνικά αναζωπυρώθηκε επικίνδυνα, σα φλόγα, η βδελυρή νεοφανείσα εκείνη αίρεση [η εικονομαχία], και όλος ο λαός των ορθοδόξων τρομοκρατήθηκε, σύγχυση και αναταραχή κατέλαβε την οικουμένη.

Όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως ηλικίας και γένους, κακοποιούμενοι σκληρά από τους υπερασπιστές της ασεβείας, αναγκάζονταν να βλασφημούν το Θεό και Κύριό μας Ιησού Χριστό, καταπατώντας την άξια σεβασμού και προσκυνήσεως εικόνα Του.

Και γνωρίζετε βέβαια ότι εννοώ τον διωγμό που έγινε πάλι κατά τη βασιλεία εκείνου του θηριώνυμου και θεομίσητου, του θρασύτατου Λέοντος του Αμαληκίτη, εναντίον της αγίας και προσκυνητής εικόνος του Χριστού που η οικουμενική Εκκλησία κληρονόμησε από τους αγίους Αποστόλους και Πατέρες να ζωγραφίζει και να προσκυνεί με ευσέβεια και θεάρεστο τρόπο κατά ομοιότητα του εμψυχωμένου σώματος που έλαβε ο Χριστός από την αγία Παρθένο.

Και μόνο η μνήμη αυτού του διωγμού εγείρει ποταμό δακρύων, διότι ήταν φοβερός και αφόρητος. Μ’ αυτά μάλιστα συμφωνούν και λόγοι, που δεν είναι χωρίς νόημα και περιεχόμενο, που δεν έχουν ως βάση τους συλλογιστικούς ισχυρισμούς, αλλά τα ίδια τα μεγάλα κατορθώματα των αγίων Πατέρων που έζησαν εκείνο τον καιρό.

Όταν λοιπόν ο αλιτήριος αυτός Λέων [ο εικονομάχος αυτοκράτορας Λέων ο Ε’ ο Αρμένιος] κατέλαβε τα σκήπτρα της εξουσίας από «παράβλεψη» του Θεού, ξαναδημιουργήθηκε με ένταση και ξεσηκώθηκε φοβερός πόλεμος κατά της αγίας Εκκλησίας· ο τύρρανος επεδίωκε με μεγάλη ασέβεια και σκληρή πολεμική να κλονίσει και να παρασύρει κάθε ορθόδοξη και φιλόθεη ψυχή, να καταρρίψει με τη δύναμη της ασεβείας του κάθε ευσεβή παράταξη, προσπαθώντας μάλιστα να μη φανεί σ’ αυτά από κανένα κατώτερος.

Λόγος απολογητικός προς όσους διαβάλλουν τις Άγιες Εικόνες.

Του αγίου Πατρός και Διδασκάλου της Εκκλησίας μας, Ιωάννη του Δαμασκηνού

ΛΟΓΟΣ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣ OΣΟΥΣ ΔΙΑΒΑΛΛΟΥΝ ΤΙΣ ΑΓΙΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

   1. Θα έπρεπε βέβαια εμείς, συναισθανόμενοι πάντοτε την αναξιότητά μας, να σιωπούμε και να εξομολογούμαστε στον Θεό τις αμαρτίες μας, αλλά όταν όλα στον καιρό τους είναι καλά· επειδή όμως βλέπω την Εκκλησία, την οποία ο Θεός έκτισε πάνω στο θεμέλιο των αποστόλων και των προφητών με ακρογωνιαίο λίθο τον Χριστό τον Υιό Του, να βάλλεται, σαν σε θαλάσσια φουρτούνα που υψώνεται με αλλεπάλληλα κύματα, και να ανακατώνεται και να αναταράσσεται από τη βίαιη πνοή των πονηρών πνευμάτων, και τον χιτώνα του Χριστού, τον υφασμένο με τη χάρη του Θεού, Αυτόν που οι απόγονοι των ασεβών θέλουν με αυθάδεια να κομματιάσουν, τον βλέπω να σχίζεται, και το σώμα Του, δηλαδή τον λαό του Θεού και τη θεοπαράδοτη από παλιά διδασκαλία της Εκκλησίας να κατακερματίζεται σε διάφορες δοξασίες, γι' αυτό θεώρησα πως δεν είναι σωστό να σιωπώ και να δέσω τη γλώσσα μου, φέροντας στη σκέψη μου την απόφαση που απειλεί λέγοντας: 

«ἐὰν ὑποστείληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῷ· ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεώς μου ζήσεται(:εάν  κανείς κρύψει κάτι από φόβο και το συγκαλύψει, δεν επαναπαύεται η ψυχή μου σε αυτόν)»[Αββακ.2,4] και «ἐάν ἴδης τήν ῥομφαίαν ἐρχομένην και μή ἀναγγείλῃς τῷ ἀδελφῷ σου, ἐκ σοῦ ἐκζητήσω τὸ αἷμα αὐτοῦ (:αν δεις το φονικό μαχαίρι να πλησιάζει και δεν ειδοποιήσεις τον αδελφό σου, θα ζητήσω το αίμα του από σένα)»[Ιεζ. 33,8].

      Επειδή λοιπόν με τάρασσε αφόρητος φόβος, αποφάσισα να μιλήσω, χωρίς να υπολογίσω μπροστά στην αλήθεια το μεγαλείο των βασιλέων· γιατί άκουσα τον θεοπάτορα Δαβίδ να λέει: «Καὶ ἐλάλουν ἐν τοῖς μαρτυρίοις σου ἐναντίον βασιλέων καὶ οὐκ ᾐσχυνόμην» (: και μιλούσα για τις μαρτυρίες και τις εντολές Σου μπροστά σε βασιλιάδες και δεν ντρεπόμουνα αλλά με κάθε παρρησία μιλούσα μπροστά σε αυτούς)» [Ψαλμ.118,46] και μάλιστα κεντριζόμουνα από αυτό ακόμα πιο πολύ να μιλήσω. Γιατί είναι φοβερό πράγμα ο λόγος του βασιλιά που καταδυναστεύει τους υπηκόους, και είναι ανέκαθεν λίγοι εκείνοι που περιφρόνησαν τα βασιλικά διατάγματα, όσοι δηλαδή γνωρίζουν ότι ο επίγειος βασιλιάς εξουσιάζεται από τον Θεό και ότι οι νόμοι είναι ισχυρότεροι των βασιλέων.

    2. Πριν από όλα, αφού στερέωσα στον λογισμό, σαν σε κάποια καρίνα ή θεμέλιο, τη διαφύλαξη της εκκλησιαστικής παραδόσεως, με την οποία είναι φυσικό να εξασφαλίζεται η σωτηρία, άνοιξα τη βαλβίδα του λόγου και σαν άλογο καλά χαλιναγωγημένο το παρακίνησα να ξεκινήσει από την αφετηρία. Γιατί πραγματικά νόμισα πως είναι πάρα πολύ φοβερό η Εκκλησία που λάμπει με τόσα προτερήματα και είναι στολισμένη με τις θεοδίδακτες παραδόσεις των ευσεβεστάτων πατέρων να επιστρέφει στα φτωχά πράγματα, επειδή φοβάται εκεί που δεν υπάρχει φόβος, και, σαν να μην έχει γνωρίσει τον αληθινό Θεό, να παίρνει τον κατήφορο της ειδωλολατρίας και να εγκαταλείπει την τελειότητα για ασήμαντες αφορμές, σαν να έχει ένα μικρό ψεγάδι σε ένα ωραιότατο πρόσωπο που με την αδιόρατη παρεμβολή του καταστρέφει το σύνολο της ομορφιάς. Γιατί το μικρό δεν είναι μικρό, όταν προξενεί μεγάλο κακό, όπως δεν είναι μικρό ψεγάδι το να ανατραπεί η θεοδίδακτη παράδοση της Εκκλησίας, πράγμα που καταδίκασαν οι προηγούμενοι οδηγοί μας, των οποίων είναι χρέος μας, αφού εξετάσουμε καλά την πολιτεία τους, να μιμούμαστε την πίστη τους[Εβρ.13,17: «Μνημονεύετε τῶν ἡγουμένων ὑμῶν, οἵτινες ἐλάλησαν ὑμῖν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ, ὧν ἀναθεωροῦντες τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς μιμεῖσθε τὴν πίστιν»(:Να υπακούτε στους πνευματικούς προϊσταμένους σας και να υποτάσσεστε τελείως σε αυτούς· διότι αυτοί αγρυπνούν για τη σωτηρία των ψυχών σας, καθώς θα δώσουν λόγο στον Χριστό για τις ψυχές σας. Να τους υπακούτε, για να ενθαρρύνονται με την υπακοή σας, ώστε να επιτελούν το έργο τους αυτό με χαρά και όχι με στεναγμούς. Άλλωστε δεν σας συμφέρει να στενάζουν εξαιτίας σας οι πνευματικοί σας προεστοί, επειδή ο Θεός θα σας τιμωρήσει γι’ αυτό)»].

   3. Παρακαλώ λοιπόν θερμά πρώτα τον παντοκράτορα Κύριο, μπροστά στον Οποίο όλα είναι γυμνά και ολοφάνερα, προς τον Οποίο απευθύνεται ο λόγος μου και ο Οποίος γνωρίζει στην περίπτωση αυτή την καθαρότητα της ταπεινής μου γνώμης και την ειλικρίνεια του σκοπού μου, να μου δώσει λόγο με το άνοιγμα του στόματός μου, και αφού πάρει στα χέρια του τα χαλινάρια του νου μου, να τον αποσπάσει προς τον εαυτό του, για να τραβήξω τον δρόμο μπροστά και ίσια, χωρίς να παρεκκλίνω προς εκείνα που νομίζονται καλά ή όσα είναι γνωστά ως ολότελα εσφαλμένα. Έπειτα, παρακαλώ όλον τον λαό του Θεού, το έθνος το άγιο, το βασίλειο ιεράτευμα, μαζί με τον καλό ποιμένα του λογικού ποιμνίου του Χριστού, ο οποίος απεικονίζει στον εαυτό του την ιεραρχία του Χριστού, να δεχθούν με αγαθή διάθεση τον λόγο μου, χωρίς να δίνουν σημασία στην ελάχιστη αξία του, ή να αναζητούν ευστροφία λόγων, γιατί σε αυτά δεν είμαι ειδήμων ο φτωχός εγώ, αλλά να ζητούν τη δύναμη των νοημάτων«Οὐ γὰρ ἐν λόγῳ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ ἐν δυνάμει(:διότι η βασιλεία του Θεού δεν στερεώνεται στις ψυχές των πιστών με ευγλωττία, αλλά με θεία δύναμη που ελκύει και οικοδομεί τις καρδιές στον Χριστό)» [Α΄Κορ. 4,20])· άλλωστε σκοπός μου δεν είναι να νικήσω, αλλά να απλώσω χέρι στην αλήθεια που πολεμείται, χέρι δυνάμεως που το απλώνει η αγαθή διάθεση. Αφού λοιπόν επικαλέστηκα ως βοηθό την Ενυπόστατη αλήθεια, θα αρχίσω από εδώ τον λόγο μου.

Συμπεράσματα σχετικὰ μὲ τὴν Ἀποτείχιση ἀπὸ τὴν Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο.

 

Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου

Εἶχα τὴν χαρὰ νὰ διαβάσω τὴν ἐργασία τοῦ θεολόγου Βασιλείου Τουλουμτσῆ μὲ τίτλο: «Τὸ Εκκλησιολογικό πλαίσιο και οι προϋποθέσεις αποδοχής των αιρετικών σύμφωνα με τα πρακτικά της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Η πίστη ως θεμέλιο ενότητος της Εκκλησίας» (Αθήνα 2022). Στὴν ἐργασία αὐτὴ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι χωρὶς τὴν ὀρθὴ πίστη ἑνότητα δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν κρυστάλλινη διαχρονικὴ ἐκκλησιαστικὴ διδασκαλία σχετικὰ μὲ τὶς αἱρέσεις καὶ τὴν ἀντιμετώπισή τους καὶ τὴν θαυμάσια ἀνάλυση τῶν σχετικῶν μὲ τὴν Ζ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο θεολογικῶν θεμάτων, διαπίστωσα καὶ πολλὰ σημεῖα ποὺ ἀναφέρονται στὴν Ἀποτείχιση ὡς συνεχῆ ἐκκλησιαστικὴ πρακτικὴ σὲ καιροὺς αἱρέσεως καὶ στὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἀποτείχιση θέματα π.χ. Οἰκονομία καὶ Ἀκρίβεια.

Τὶς διαπιστώσεις μου αὐτὲς παρουσιάζω ἀμέσως παρακάτω παραθέτοντας καὶ τὰ σχετικὰ χωρία ἀπὸ τὸ βιβλίο (με μπλέ), ὥστε κάποιος καὶ δυνατότητα σύγκρισης νὰ ἔχει καὶ ἂν τυχὸν βρεῖ κάποιο λάθος μου νὰ μὲ διορθώσει:

Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία δείχνει, ὅτι κανεὶς πραγματικὰ εὐσεβὴς ἱερέας καὶ ἀρχιερέας δὲν ἀποφάσισε νὰ συμφωνήσει ἢ συμβιβάστηκε μὲ τὴν αἵρεση ἔστω καὶ κατ’ οἰκονομία καὶ δὲν ἔβαλε τὴν ὑπογραφή του ἢ συμφώνησε διὰ σιωπῆς σὲ κάποιο αἱρετικὸ κείμενο (βλ. π.χ. Κολυμπάρι, Π.Σ.Ε.). Ἀντιθέτως ὅλοι διέκοψαν κάθε ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἐδῶ τοὺς Εἰκονομάχους (πρέπει νὰ τονισθεῖ: πρὶν τὴν συνοδική τους καταδίκη) καὶ ἔφθασαν μέχρι τὸ σημεῖο νὰ παραιτηθοῦν τῆς ἀρχιερωσύνης τους, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς σημερινοὺς ποὺ κάνουν τὰ πάντα γιὰ μὴν χάσουν τὸν θρόνο τους.

Πρέπει μάλιστα νὰ τονισθεῖ, ὅτι ἕνα πατριαρχεῖο ποὺ κοινωνοῦσε μὲ αἱρετικούς (καὶ πάλι, πρὶν τὴν καταδίκη τους) δὲν θεωρεῖτο εὐσεβές. Ἀντιθέτως αὐτὸ τὸ πατριαρχεῖο (καθὼς καὶ οἱ ἀρχιερεῖς), ποὺ διέκοπτε τὴν κοινωνία καὶ προωθοῦσε τὴν σύγκλιση συνόδου πρὸς καταδίκη της, θεωρεῖτο ὀρθόδοξο.

Ὁ χρονογράφος Θεοφάνης… σημειώνει τα εξής χαρακτηριστικά: «ὁ δὲ γενναῖος τοῦ Χριστοῦ (σσ. πατριάρχης Γερμανός) δοῦλος μηδ’ ὅλως πεισθεὶς τῇ μυσαρᾷ κακοδοξίᾳ αὐτοῦ (σσ. τοῦ Αὐτοκράτορα), τὸν λόγον τῆς ἀληθείας ὀρθοτομήσας ἀπετάξατο τὴν ἀρχιερωσύνην ἐπιδοὺς τὸ ὠμοφόριον καὶ εἰπὼν μετὰ πολλοὺς διδασκαλικοὺς λόγους: “ἐὰν ἐγώ εἰμι Ἰωνᾶς, βάλετέ με εἰς τὴν θάλασσαν. Χωρὶς γὰρ οἰκουμενικῆς συνόδου καινοτομῆσαι πίστιν ἀδύνατόν μοι, ὦ βασιλεῦ“ καὶ ἀπελθὼν… εἰς τὸν γονικὸν οἶκον ἡσύχασεν“… Τα λοιπά πατριαρχεία τάχθηκαν αμέσως κατά του νεοφανούς εικονομαχικού διατάγματος, καταδικάζοντας την εικονομαχία και διακόπτοντας την εκκλησιαστική κοινωνία με το πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης (σελ. 27).

Η Εικονομαχία και η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος

Συζήτηση του Θεολόγου Βασιλείου Τουλουμτσή στην εκπομπή "Η Εκκλησία κοντά μας", με τον π. Φιλάρετο Σπανόπουλο, πρωτοσύγκελο της Ιεράς Μητροπόλεως Ηλείας και Ωλένης γύρω από την Εικονομαχία και την Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο. 

Άγιος Ταράσιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ο Ομολογητής

Η μεγάλη εικονομαχική έριδα στο Βυζάντιο (726-842) ανέδειξε μεγάλους Πατέρες και ομολογητές, οι οποίοι έδωσαν τιτάνιους αγώνες για την υπεράσπιση της ορθοδόξου πίστεως. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Ταράσιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο Ομολογητής, ο οποίος έβαλε τη δική του σφραγίδα στην διάσωση της σώζουσας ορθόδοξης πίστης την ταραγμένη εκείνη εποχή.

Γεννήθηκε περί το 730 στην Κωνσταντινούπολη από ευγενείς γονείς. Ο πατέρας του ονομάζονταν Γεώργιος, ο οποίος ήταν πατρίκιος και υπηρέτησε ως έπαρχος της Βασιλεύουσας και δικαστής. Η μητέρα του ονομάζονταν Ευκρατία και ήταν πολύ ευσεβής. Αυτή μετέδωσε στον Ταράσιο βαθιά πίστη στο Θεό και ευσέβεια. Έκανε λαμπρές σπουδές και αναδείχτηκε ανώτερος κρατικός υπάλληλος. Υπηρέτησε ως ύπατος και πρωτασηκρήτης. Ανέβηκε στο αξίωμα των υπάτων. Έγινε ύπατος και τον εξέλεξαν ως πρώτο γραμματέα των μυστικών του αυτοκράτορα.

Η αυτοκράτειρα Ειρήνη Αθηναία (752-803), η οποία επιτρόπευε τον ανήλικο γιό της αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΣΤ΄(780-798), εκτιμούσε ιδιαιτέρως τις ικανότητες του Ταρασίου και τον θαύμαζε για την ευσέβειά του και την προσήλωσή του στην Ορθοδοξία. Μετά το θάνατο του Πατριάρχη Παύλου Δ΄ του Κυπρίου,  του πρότεινε να υπηρετήσει την Εκκλησία, προωθώντας τον για τη θέση του Πατριάρχη. Διέβλεπε στο πρόσωπό του τον σωστό εκκλησιαστικό ηγέτη, ο οποίος θα ειρήνευε την Εκκλησία και θα επούλωνε τις πληγές της από τους εικονομάχους εχθρούς της. Στην αρχή υπήρξε διστακτικός από ταπείνωση και έχοντας τη συναίσθηση του μεγάλου φορτίου του πατριαρχικού θρόνου, στην κρίσιμη εκείνη περίοδο. Δέχτηκε τελικά, αφού έλαβε την διαβεβαίωση ότι θα συγκροτούσε το παλάτι Οικουμενική Σύνοδο, για να θέσει τέρμα στο πρόβλημα της εικονομαχίας. Τα Χριστούγεννα του 784 χειροτονήθηκε ταυτόχρονα στους τρεις βαθμούς της Ιεροσύνης και αναδείχτηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ο βεβιασμένος τρόπος εκλογής του προκάλεσε χλιαρή αντίδραση του (ορθοδόξου τότε) πάπα Αδριανού Α΄, το ίδιο και στους  συγχρόνους του. Από τον ενθρονιστήριο λόγο του, που διέσωσε ο χρονικογράφος Θεοφάνης ο Ομολογητής, φαίνεται ο πόθος του για να επικρατήσει η πολυπόθητη ειρήνη στην Εκκλησία.

Ως Πατριάρχης, στα 22 χρόνια της πατριαρχίας του, αποδείχτηκε ικανότατος, σε μια περίοδο, που υπήρχε προσωρινή ανάπαυλα της εικονομαχικής έριδας (780-814). Υπήρξε υπέρμαχος της Ορθοδοξίας και επηρέασε θετικά τους αυτοκράτορες για την τιμή των Ιερών Εικόνων. Συνέβαλε τα μέγιστα για την προετοιμασία της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787), στην οποία μάλιστα και προήδρευσε. Ο θρίαμβος του ορθοδόξου δόγματος σ’ αυτή είναι εν πολλοίς έργο δικό του.

ΚΑΤΑΝΤΗΜΑ Ορθοδόξων πιστών: Τότε οι Άγιοι απομακρύνονταν από τους αιρετικούς ΠΡΙΝ καταδικαστούν από Σύνοδο!

Τότε:Ὁ δέ τίμιος οὗτος Στέφανος, ὁ τοῦ προτέρου ἐφάμιλλος, ὡς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ ἀεί τόν Θεόν προορώμενος, καί μή σαλευόμενος ἐν οἱᾳδηποτοῦν αἱρετικῇ ὑπονοίᾳ πρός τόν πατρίκιον ἔφη∙ Πρόσχες κυριοπατρίκιος∙ αἱρετικῆς ὑπολήψεως ἐν τῷ ὅρῳ τῆς ψευδοσυλλόγου ταύτης συνόδου προτεθειμένης, Στέφανος οὔτε ὑπογράφω, οὔτε τό πικρόν γλυκύ ἀποκαλῶ∙ ἵνα μή τό τοῦ προφήτου οὐαί ἐπισπάσωμαι∙ πρός δέ καί τήν τῶν ἱερῶν εἰκόνων προσκύνησιν, εὐχερῶς μέλλω ἀποθνήσκειν, μηδένα λόγον ποιούμενος τοῦ ταύτας ἀπωθεῖσθαι τολμῶντος αἱρεσιάρχου βασιλέως» (P.G. 100,1124A).
Σήμερα: Επίσκοποι, Ποιμένες και Πιστοί παρόλο που ΟΝΟΜΑΖΟΥΝ τους Οικουμενιστές όχι μόνο αιρετικούς, αλλά ΠΑΝΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ, κάνουν ΥΠΑΚΟΗ σ' αυτούς και παραμένουν σε κοινωνία μαζί τους, παρότι οι Οικουμενιστές Επίσκοποι και η Ιεραρχία επισημοποίησαν και αποδέχτηκαν ΣΥΝΟΔΙΚΑ τις κακόδοξες αποφασεις της Κρήτης!!!!

                        


    Εἴτα Θεοδόσιος πρός αὐτόν φησίν Ἐφέσου∙ Τίνι τρόπῳ, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, ᾑρετίσω ἐν ὑπολήψει ἡμᾶς ἔχειν αἱρετικῇ, καί ὑπερφρονῆσαι ὑπέρ τε βασιλεῖς καί ἀρχιποιμένας καί ἐπισκόπους καί πάντας Χριστιανούς; Μή ἆρά γε πάντες ἡμεῖς τήν τῶν οἰκείων ψυχῶν ζημίαν πραγματευόμεθα; Ὁ δέ ἅγιος ἡρεμαίᾳ τῇ φωνῇ φησιν πρός αὐτούς∙ Προσέχετε, τί γέγραπται ἐν Ἠλίᾳ τῷ προφήτῃ πρός Ἀχαάβ∙ Οὐ διαστρέφω ἐγώ, ἀλλά σύ, καί ὁ οἶκος τοῦ πατρός σου.  Καί γάρ οὐκ ἐγώ ὁ διαστρέφων, ἀλλ’ ὑμεῖς, οἱ τήν ἐκ πρόπαλαι παραβεβηκότες τῶν Πατέρων διδασκαλίαν, καί νέαν κενοφωνίαν τῇ Ἐκκλησίᾳ εἰσηγησάμενοι. Εἰ γάρ τό ἀρχαιότητι διαφέρον, αἰδέσιμον, ὥς τις σοφός ἔφησεν∙ τά νεωτεροφωνηθέντα παρ’ ὑμῶν, πάντα ἄσημα καί Θεοῦ ἀλλότρια, οὐ μήν ἀλλά καί τῆς Ἐκκλησίας φαλσεύματα. Ἀλλ’ οὖν ἔστιν εἰπεῖν προφητικῶς∙ Οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς καί οἱ ἄρχοντες ἅμα ποιμέσι καί τοῖς προδόταις τῆς ποίμνης συνήχθησαν ἐπί τό αὐτό κατά τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, μελετήσαντες κενά καί μάταια» (P.G. 100, 1141A).

Σύμπραξη αίρεσης και πολιτείας

Τὰ πρῶτα χρόνια τῆς εἰκονομαχίας ὡς παράδειγμα ἀντίστοιχο μὲ τὴν σημερινὴ κατάσταση


                           


Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου

Τὰ τελευταῖα χρόνια ἔχει καταστεῖ πάμπολλες φορὲς σαφές, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡγεσία, διεθνὴς καὶ κρατική, κάνει τὰ πάντα γιὰ νὰ ὑποστηρίξει τὴν ἐξάπλωση καὶ ἑδραίωση τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Βαθύτερος σκοπὸς αὐτῆς τῆς ὑποστήριξης εἶναι ἡ διάβρωση καὶ τελικὰ ὑποταγὴ τῆς Ἐκκλησίας στὴν Νέα Τάξη Πραγμάτων. Πολλοὶ ἀποροῦν καὶ ἐκπλήσσονται γιὰ αὐτὴν τὴν συνεργεία αἱρέσεως καὶ ἐξουσίας. Δὲν θὰ ἔπρεπε ὅμως. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία μᾶς ἔχει διδάξει, ὅτι ποτὲ μία αἵρεση δὲν κατόρθωσε νὰ ἐπικρατήσει χωρὶς τὴν πολιτικὴ ὑποστήριξη (αὐτοκράτορας/βασιλιάς) καὶ φυσικὰ ἡ τελική της ἧττα σήμαινε αὐτόματα καὶ τὴν ἧττα τῶν πολιτικῶν προσώπων ποὺ τὴν ὑποστήριζαν. Ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ γνωστὰ παραδείγματα γιὰ αὐτὰ τὰ συμπεράσματα ἀποτελεῖ ἡ περίοδος τῆς Εἰκονομαχίας, ἰδίως στὴν ἀφετηρία της. Ἐδῶ θὰ παρατηρηθεῖ, πῶς οἱ βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης (Λέων Γ΄ καὶ Κων/νος Ε΄) κατάφεραν νὰ δημιουργήσουν ἕνα εἰκονομαχικὸ ἱερατεῖο, διώκοντας παράλληλα τὸ ὀρθόδοξο καὶ πῶς ἀντέδρασαν οἱ πιστοί.

                         

Στὶς ἀρχὲς τοῦ ὀγδόου αἰώνα κατεῖχε τὸν πατριαρχικὸ θρόνο (715-730) μία ἰσχυρὴ ἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα, ὁ πατριάρχης ἅγιος Γερμανός. Ὁ ἅγιος Γερμανὸς ἀνέλαβε τὸ πατριαρχεῖο, ἀφοῦ πρῶτα πολέμησε τὸν μονοθελητισμὸ καὶ ἀντιστάθηκε στὴν προσπάθεια τοῦ αὐτοκράτορα Φιλιππικοῦ Βαρδάνη νὰ ἀκυρώσει τὶς ἀποφάσεις τῆς ΣΤ’ Οἰκουμενικῆς. Μόλις ἀνακηρύχθηκε πατριάρχης συγκάλεσε τὸ 715 σύνοδο ποὺ ἀναθεμάτισε τοὺς μονοθελητὲς προκάτοχούς του Κῦρο καὶ Σέργιο. Στὸ σύγγραμμά του «Περὶ συνόδων καὶ αἱρέσεων», τὸ ὁποῖο ἀπηύθυνε μετὰ τὴν παραίτηση του ἀπὸ πατριάρχης τὸ 730 στὸν διάκονο Ἄνθιμο, τόνιζε, ὅτι κατὰ τὴν πατριαρχεία του ἡ Ἐκκλησία κατατρόπωσε τὶς αἱρέσεις καὶ ἐπανέφερε τὴν Ὀρθοδοξία: «τὸν ὅλον ἀπελάμβανε κόσμον, πανταχόθεν τῆς αἱρετικῆς δυσσεβείας ἐκβεβλημένης» (Περὶ συνόδων καὶ αἱρέσεων στ. 76 C).

Απόρριψη της Παραδόσεως από Εικονομάχους και Οικουμενιστές.

            

Σχολιασμός αειμνήστου Παναγιώτη Σημάτη
Μιὰ καταπληκτικὴ ὁμοιότητα ὡς πρὸς τὴν ἀντιμετώπιση τῶν αἱρέσεων τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς Εἰκονομαχίας, μᾶς παρουσιάζει ὁ καθηγητὴς Κων/νος Κορναράκης, κατὰ τὴν διδασκαλία τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου.
Μόνο ποὺ αὐτὴ τὴν ὁμοιότητα μᾶς τὴν παρουσιάζει ἀκαδημαϊκὰ καὶ θεωρητικά, ἀφοῦ οὔτε ὁ ἴδιος, οὔτε οἱ Ποιμένες ποὺ γνωρίζουν τὴν σχετικὴ διδασκαλία (καὶ φυσικὰ οὔτε ἐκεῖνοι οἱ πολλοὶ Ποιμένες ποὺ ἀδιαφοροῦν καὶ νὰ τὴν μάθουν) τὴν ἐφαρμόζουν!
Τὴν παραθέτουμε γιὰ νὰ ἐνισχυθοῦν οἱ πιστοὶ ποὺ τὴν ἐφαρμόζουν, γιατὶ τὰ ἔσχατα τοῦτα χρόνια βάλθηκαν ὅλοι νὰ ἀμφισβητήσουν τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση· ἄλλοι ὡς ἀκόλουθοι ἢ ἐγκάθετοι τῆς Παναιρέσεως, ἄλλοι ὡς συνοδοιποροῦντες ἀπὸ ἀδιαφορία ἢ δειλία, κι ἄλλοι ὡς ἀγωνιζόμενοι μέν, ἀλλὰ ὄχι μὲ τὸν τρόπο τῶν Ἁγίων Πατέρων, καὶ ἄρα ὄχι ὡς "ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι".


Ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι Παναίρεση. Ἰσχύουν λοιπὸν γι’ αὐτόν –κατὰ μείζονα λόγο– ὅσα οἱ Ἅγιοι ἔχουν διδάξει γιὰ τὶς ἄλλες αἱρέσεις.
Ὁ καθηγητὴς Κωνσταντῖνος Κορναράκης στὸ θαυμάσιο ἔργο του «Ἡ Θεολογία τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων κατὰ τὸν Ὅσιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη», παρουσιάζει μὲ σαφήνεια τὶς σοβαρότατες ἐπιπτώσεις ποὺ εἶχε στὸ Δόγμα καὶ στὸ Ἦθος τῆς Ἐκκλησίας ἡ αἵρεση τῆς Εἰκονομαχίας.
Ἐκεῖνο, ὅμως, ποὺ κάνει ἐντύπωση εἶναι ἡ διαπίστωσή του ὅτι, οἱ οὐσιαστικὲς παρατηρήσεις τοῦ Ὁσίου Θεοδώρου –ὅπως τὶς παρουσιάζει ὁ καθηγητὴς Κορναράκης– ταιριάζουν ἀπόλυτα στὴν αἵρεση τῆς ἐποχῆς μας, τὸν Οἰκουμενισμό. Ὡσὰν ὁ ὅσιος νὰ ἔγραφε ἀκριβῶς γιὰ τοὺς σύγχρονους Οἰκουμενιστὲς καὶ τοὺς ψευτο-ἀντι-Οἰκουμενιστές! Ἂν ἀλλάξουμε τὴ λέξη «Εἰκονομάχοι» καὶ βάλουμε στὴ θέση της τὴ λέξη «Οἰκουμενιστές», θὰ νόμιζε ὁ ἀναγνώστης ὅτι ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ἀντιμετωπίζει τὴ σύγχρονή μας αἵρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Παρουσιάζουμε τις πράξεις των Αγίων, αλλά ούτε καλούμε προς μίμησή τους, ούτε δίνουμε πρώτοι το σωστό παράδειγμα!

 Ορθόδοξος Συναξαριστής :: Άγιος Αιμιλιανός ο Ομολογητής, επίσκοπος Κυζίκου

ΑΓΙΟΣ ΑΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ

 ΚΥΖΙΚΟΥ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Η περίοδος της εικονομαχίας (726-842) υπήρξε μια από τις πλέον δύσκολες εποχές για την Εκκλησία μας, όπου αμφισβητήθηκε η παραδεδομένη ορθόδοξη πίστη και καταδιώχτηκαν οι ορθόδοξοι. Μέσα από τον αγώνα, για την προάσπιση της σώζουσας πίστης της Εκκλησίας αναδείχτηκαν μεγάλες μορφές ομολογητών Πατέρων, οι οποίοι όρθωσαν το ανάστημά τους στην παντοδύναμη αυτοκρατορική εξουσία, η οποία εξέφραζε, υποστήριζε και επέβαλλε δια της βίας, την αίρεση  της εικονομαχίας. Αδιαφορώντας για τις διώξεις, τα βασανιστήρια και το θάνατο, προάσπισαν την Ορθοδοξία και έσωσαν την αλήθεια. Ένας από τους πολυπληθείς ομολογητές αυτής της ταραγμένης περιόδου υπήρξε και ο άγιος Αιμιλιανός Επίσκοπος Κυζίκου της Μ. Ασίας.

      Καταγόταν από τη Βασιλεύουσα. Από μικρός θέλγονταν από ζήλο να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο και να υπηρετήσει την Εκκλησία του Χριστού. Σπούδασε τις ονομαστές σχολές της Κωνσταντινουπόλεως και απέκτησε σοβαρή μόρφωση. Όταν ενηλικιώθηκε εντάχτηκε στη μοναχική αδελφότητα, που είχε ιδρύσει στο στενό του Βοσπόρου ο άγιος Ταράσιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και ομολογητής. Εκεί διέπρεψε με την ευσέβειά του, την προσήλωσή τους στην Ορθοδοξία και τις ιερές παραδόσεις και την αρετή του. Έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως από όλους.

Α΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν-Ὀρθοδοξίας

                                


Ἁγ. Λουκᾶ Κριμαίας

Τὴν πρώτη Κυριακὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία πανηγυρίζει τὸ θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς ὀρθῆς πίστεως, ἡ ὁποία καταπάτησε ὅλες τίς αἱρέσεις καὶ στερεώθηκε γιά πάντα. Γι’ αὐτὸ ἡ Κυριακὴ αὐτὴ καλεῖται Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Οἱ αἱρέσεις φάνηκαν ἤδη ἀπαρχῆς τοῦ χριστιανισμοῦ. Οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ προειδοποιοῦσαν τοὺς συγχρόνους τους, καὶ μαζὶ μ’αὐτοὺς καὶ ἐμᾶς, γιά τὸν κίνδυνο ἀπὸ τοὺς ψευδοδιδασκάλους.

Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Πέτρος στή Β’ Καθολικὴ ἐπιστολὴ γράφει τὸ ἑξῆς: «Ἐγένοντο δὲ καὶ ψευδοπροφῆται ἐν τῷ λαῷ, ὡς καὶ ἐν ὑμῖν ἔσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οἵτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις ἀπωλείας, καὶ τὸν ἀγοράσαντα αὐτοὺς δεσπότην ἀρνούμενοι ἐπάγοντες ἑαυτοῖς ταχινὴν ἀπώλειαν· καὶ πολλοὶ ἐξακολουθήσουσιν αὐτῶν ταῖς ἀσελγείαις, δι᾿ οὓς ἡ ὁδὸς τῆς ἀληθείας βλασφημηθήσεται» (Β’ Πετ. 2, 1-2).

Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος, ἐπιστρέφοντας στήν Παλαιστίνη ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, σταμάτησε στήν Ἔφεσο. Ἐκεῖ στούς χριστιανοὺς κατοίκους τῆς πόλεως ἔλεγε: «Ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν.» (Πράξ. 20, 29-30).

Πολλοὶ τέτοιοι ψευδοδιδάσκαλοι καὶ σχισματικοὶ ὑπῆρχαν στούς πρώτους αἰῶνες τοῦ χριστιανισμοῦ. Μερικὲς αἱρέσεις τάραζαν τὴν Ἐκκλησία ὁλόκληρους αἰῶνες, ὅπως γιά παράδειγμα οἱ αἱρέσεις τοῦ Ἀρείου, τοῦ Μακεδονίου, τοῦ Εὐτυχοῦς, τοῦ Διοσκόρου, τοῦ Νεστορίου καὶ ἐπίσης ἡ αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας. Οἱ αἱρέσεις αὐτὲς προκάλεσαν πολλὲς διαταραχὲς στήν Ἐκκλησία καὶ τὴν βασάνισαν πολύ.

Ἅγ. Στέφανος ὁ Νέος, ὅταν οἱ Ἅγιοι ἄλλα μᾶς διδάσκουν ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς γέροντες.

 


Εἵδαμε ὅτι ἐμφανίζονται πάλι γέροντες (ἐδῶ), οἱ ὁποῖοι παρόλη τὴν εὐσέβεια τους ἀρνοῦνται νὰ πράξουν τὸ ὀρθόδοξο καὶ ἀπὸ τὴν ἀσφάλεια τοῦ κελιοῦ τους (ἀφοῦ δὲν ἀντιδροῦν, δὲν διώκονται) μιλοῦν γιὰ τὴν πατερικὴ διδασκαλία, μόνο ὅταν πρόκειται γιὰ θέματα ἐμβολίου, πνευματικῆς ζωῆς (ἄνευ ὁμολογίας;) κλπ. Διδάσκουν πχ. τὴν ἀποφυγὴ σύμπραξης μὲ τὸ ἐμβόλιο, γιὰ τὴν πατερικὴ διαδασκαλία ὅμως ἀπέναντι στὴν αἵρεση, γιὰ τὴν στάση τῶν Χριστιανῶν ἀπέναντι σὲ μία αἱρετίζουσα, προδίδουσα καὶ ἐκκοσμικεύμενη ἱεραρχία δὲν ἀρθρώνουν λέξη ἢ ἂν τὸ κάνουν μιλοῦν γιὰ Οἰκονομίες, ὅταν στὸ θέμα τοῦ ἐμβολίου ζητοῦν τὴν ἀκρίβεια!

Ἡ Ἐκκλησία ὅμως διὰ μέσου τῶν Ἁγίων Της ἄλλα μᾶς λέει καὶ διδάσκει. Τρανὸ παράδειγμα ὁ σήμερα τιμούμενος ἅγ. Στέφανος ὁ Νέος.

Ὁ ἅγ. Στέφανος ὁ Νέος ὅταν ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ εἰκονομάχου αὐτοκράτορα τοῦ ζήτησε νὰ ἀναγνωρίσει τὴν ψευτοσύνοδο τῆς Ἱέρειας καὶ τὴν αἱρετικὴ εἰκονομαχία:

«Ὁ δέ τίμιος οὗτος Στέφανος, ὁ τοῦ προτέρου ἐφάμιλλος, ὡς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ ἀεί τόν Θεόν προορώμενος, καί μή σαλευόμενος ἐν οἱᾳδηποτοῦν αἱρετικῇ ὑπονοίᾳ πρός τόν πατρίκιον ἔφη∙ Πρόσχες κυριοπατρίκιος αἱρετικῆς ὑπολήψεως ἐν τῷ ὅρῳ τῆς ψευδοσυλλόγου ταύτης συνόδου προτεθειμένης, Στέφανος οὔτε ὑπογράφω, οὔτε τό πικρόν γλυκύ ἀποκαλῶ∙ ἵνα μή τό τοῦ προφήτου οὐαί ἐπισπάσωμαι∙ πρός δέ καί τήν τῶν ἱερῶν εἰκόνων προσκύνησιν, εὐχερῶς μέλλω ἀποθνήσκειν, μηδένα λόγον ποιούμενος τοῦ ταύτας ἀπωθεῖσθαι τολμῶντος αἱρεσιάρχου βασιλέως» (P.G. 100,1124A).

Τὸ ἴδιο ἀπάντησε καὶ στοὺς λυκοποιμένες ἐπισκόπους τῆς ἐποχῆς του:

«Εἴτα Θεοδόσιος πρός αὐτόν φησίν Ἐφέσου∙ Τίνι τρόπῳ, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ, ᾑρετίσω ἐν ὑπολήψει ἡμᾶς ἔχειν αἱρετικῇ, καί ὑπερφρονῆσαι ὑπέρ τε βασιλεῖς καί ἀρχιποιμένας καί ἐπισκόπους καί πάντας Χριστιανούς; Μή ἆρά γε πάντες ἡμεῖς τήν τῶν οἰκείων ψυχῶν ζημίαν πραγματευόμεθα; Ὁ δέ ἅγιος ἡρεμαίᾳ τῇ φωνῇ φησιν πρός αὐτούς∙ Προσέχετε, τί γέγραπται ἐν Ἠλίᾳ τῷ προφήτῃ πρός Ἀχαάβ∙ Οὐ διαστρέφω ἐγώ, ἀλλά σύ, καί ὁ οἶκος τοῦ πατρός σουΚαί γάρ οὐκ ἐγώ ὁ διαστρέφων, ἀλλ’ ὑμεῖς, οἱ τήν ἐκ πρόπαλαι παραβεβηκότες τῶν Πατέρων διδασκαλίαν, καί νέαν κενοφωνίαν τῇ Ἐκκλησίᾳ εἰσηγησάμενοι. Εἰ γάρ τό ἀρχαιότητι διαφέρον, αἰδέσιμον, ὥς τις σοφός ἔφησεν∙ τά νεωτεροφωνηθέντα παρ’ ὑμῶν, πάντα ἄσημα καί Θεοῦ ἀλλότρια, οὐ μήν ἀλλά καί τῆς Ἐκκλησίας φαλσεύματα. Ἀλλ’ οὖν ἔστιν εἰπεῖν προφητικῶς∙ Οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς καί οἱ ἄρχοντες ἅμα ποιμέσι καί τοῖς προδόταις τῆς ποίμνης συνήχθησαν ἐπί τό αὐτό κατά τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, μελετήσαντες κενά καί μάταια» (P.G. 100, 1141A).

Ερωτήματα σ’ αυτούς που διχάζουν τον αγώνα κατά του Οικουμενισμού


Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία καὶ τὰ εὔλογα ἐρωτήματα ποὺ γεννιοῦνται ἀπὸ αὐτά

Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου
  
    Ἔχει τονισθεῖ καὶ ἀποδειχθεῖ μυριάδες φορές, ὅτι τὰ προβλήματα καὶ τὰ ἐρωτήματα ποὺ γεννιοῦνται στὴν σημερινὴ ἐποχὴ τῆς ἐπικράτησης τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, βρίσκουν τὴν ἀπάντησή τους στὴν μελέτη τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, τὴν ὁποία ὡς χριστιανοὶ πρέπει νὰ μελετοῦμε. Ἀκολουθοῦν δύο ἀποσπάσματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας μὲ τὰ ἀνάλογα ἐρωτήματα, ποὺ τίθενται στοὺς ὑποστηρικτὲς τῶν ἀκύρων μυστηρίων τῶν οἰκουμενιστῶν ποὺ διχάζουν τὸν ἀγῶνα καὶ μεγαλώνουν τὴν ἤδη διαδεδομένη σύγχυση.

Πρῶτο ἀπόσπασμα
Ὅπως μαρτυρεῖ ὁ Ἀνατόλιος Κωνσταντινουπόλεως (Mansi, 6, 1096-Π. Χρήστου, Ἑλληνικὴ Πατρολογία, τόμος Δ΄, σελ. 544), στὴν σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος τὸ 451, στὴν Τρίτη συνεδρία ἀνεγνώσθησαν λίβελλοι κληρικῶν τῆς Ἀλεξανδρείας ἐναντίον τοῦ Διόσκορου, τὶς ὁποῖες ὁ Διόσκορος δὲν ἀποδέχθηκε καὶ ἀποχώρησε ἀπὸ τὴν σύνοδο χωρὶς νὰ ἀπολογηθεῖ καὶ χωρὶς νὰ ξαναεμφανισθεῖ, ἀρνούμενος τὶς τρεῖς προσκλήσεις, ποὺ τοῦ ἔγιναν νὰ προσέλθει στὶς συνεδριάσεις τῆς Συνόδου. Κατόπιν αὐτοῦ καθηρέθηκε, ἀλλά ἐδῶ εἶναι τὸ ἀξιοσημείωτο «διὰ τὴν πίστην οὐ καθῃρέθη Διόσκορος, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀκοινωνησίαν ἐποίησε τῷ κυρίῳ Λέοντι τῷ ἀρχιεπισκόπῳ καὶ τρίτον ἐκλήθη καὶ οὐκ ἦλθε, διὰ τοῦτο καθῃρέθη». Δηλ. ἡ σύνοδος δὲν καθήρεσε τὸν Διόσκορο γιὰ τὴν αἱρετική του διδασκαλία, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀκοινωνησία του μὲ τὸν Πάπα Ρώμης Λέοντα καὶ γιὰ τὴν ἄρνησή του νὰ ἀνταποκριθεῖ στὴν τριπλὴ πρόσκληση ποὺ τοῦ ἔγινε.
Ἐρώτηση: Οἱ ὑποστηρικτὲς τῶν ἀκύρων μυστηρίων λένε, ὅτι τὰ μυστήρια εἶναι ἄκυρα καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπόφαση συνόδου, διότι ἡ ὅποια σύνοδος, ὅταν γίνει, δὲν γίνεται γιὰ νὰ ἀποφασίσει αὐτὴ ὡς ἁρμόδια, ἀλλὰ ἁπλῶς ἐπικυρώνει αὐτὸ ποὺ ὑπῆρχε πρίν. Ἂν εἶναι ἔτσι, γιατὶ δὲν καταδίκασε ἡ σύνοδος τὸν Διόσκορο γιὰ δογματικοὺς λόγους καὶ γιὰ τὴν αἱρετικὴ διδασκαλία του, παρὰ μόνο γιὰ τοὺς προαναφερομένους; Δείχνει αὐτὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ σύνοδος ἁπλῶς καὶ μόνο ἐπικυρώνει τὸ πρὶν ὑπάρχον, ἢ μᾶλλον, ὅτι ἡ σύνοδος, ὡς τὸ πλέον ἁρμόδιο ἐκκλησιαστικὸ ὄργανο (καὶ ἐδῶ ἔγκειται ἡ τεράστια εὐθύνη τῶν σημερινῶν ἐπισκόπων, ποὺ μὲ τὴν ἀπραξία τους ἀφήνουν τοὺς οἰκουμενιστὲς ἀτιμώρητους), ἐξετάζει τὰ πάντα καὶ αὐτὴ μόνο ἀποφασίζει;

Δεύτερο ἀπόσπασμα
Ὁ ἅγιος Ἐπιφάνιος ἐπίσκοπος Κωνσταντίας καὶ ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου, ὅσο καὶ ἂν μᾶς ἀκούγεται παράξενο, ἀπὸ ὑπέρμετρο ζῆλο καὶ ἄγνοια τῆς ἀνάπτυξης τῆς θεολογίας ἀπὸ τοὺς καππαδόκες Πατέρες (Χρήστου, ο.π. σελ. 501)  ἦταν ἐναντίον τῆς τιμῆς τῶν εἰκόνων καὶ μάλιστα ἐναντίον τῶν ἰδίων τῶν εἰκόνων. Γράφει ὁ Παναγιώτης Χρήστου (ο.π. σελ. 504-505):

π. Θεόδωρος Ζήσης: ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΜΕ ΣΤΟ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΩΝ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΩΝ!

ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΝΙΚΗ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΩΝ
ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ ΣΥΜΜΕΤΕΧΕΙ
ΣΤΟ ΠΑΓΚ. ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΩΝ!
Χθές, Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὁ π. Θεόδωρος Ζήσης σὲ κήρυγμα ποὺ ἐκφώνησε, εἶπε μεταξὺ ἄλλων καὶ κάποια πράγματα, ποὺ πρέπει νὰ τὰ σκεφθοῦν κάποιοι Ὀρθόδοξοι ἀδελφοί, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἀγωνιστοῦν κατὰ τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀλλὰ παραμένουν ὑπὸ τὴν σκέπην τῶν Οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων.
Ὁ π. Θεόδωρος ἦταν σαφής: «Οἱ Προτεστάντες εἶναι Εἰκονομάχοι», ἀφοῦ «ἔχουν κατεβάσει τὶς Ἅγιες Εἰκόνες... εἶναι Εἰκονομάχοι»! Κι ὅμως, «ἐμεῖς εἴμαστε μαζὶ μὲ αὐτοὺς στὸ Π.Σ.Ε. Τοὺς ἀναγνωρίζουμε ὡς Ἐκκλησίες»! «Ὅποιος, ὅμως, ἔχει κοινωνία μὲ τοὺς Προτεστάντες, ἰσχύουν καὶ γι΄ αὐτὸν τὰ ἀναθέματα αὐτά»!
«Ὑπάρχουν χριστιανοὶ Εἰκονομάχοι. Καὶ ὑπάρχουν, ἐπίσης, καὶ δικοί μας ὀρθόδοξοι, συμπαθοῦντες τοὺς Εἰκονομάχους. Κι ἔχοντες κοινωνία μὲ τοὺς Εἰκονομάχους. Οἱ Προτεστάντες τί εἶναι, δὲν εἶναι Εἰκονομάχοι; Πᾶτε σὲ κανένα Προτεσταντικὸ Ναὸ μέσα, θὰ δεῖτε πουθενὰ νὰ ὑπάρχει Ἁγία Εἰκόνα; Τὶς ἔχουνε κατεβάσει. Ὅπως οἱ Εἰκονομάχοι, ἔχουν κατεβάσει τὶς Ἅγιες Εἰκόνες. Κι ὅμως ἐμεῖς εἴμαστε μαζὶ μὲ αὐτοὺς στὸ Π.Σ.Ε. Ἐκκλησία καὶ αὐτοί. Τοὺς ἀναγνωρίζουμε ὡς Ἐκκλησίες. Ἑπομένως τὰ ἀναθέματα ἰσχύουν καὶ γιὰ τοὺς δικούς μας, οἱ ὁποῖοι συμμετέχουν στὸ Π.Σ.Ε. Διότι, ὅποιος κοινωνεῖ μὲ τοὺς Εἰκονομάχους, ὅποιος ἔχει κοινωνία μὲ τοὺς Προτεστάντες, καὶ γι΄ αὐτὸν ἰσχύουν τὰ ἀναθέματα αὐτά, καὶ γι’ αὐτὸ φοβοῦνται, γιατὶ ἀναθεματίζουν οἱ ἴδιοι τοὺς ἑαυτούς τους. Πῶς νὰ ἀναθεματίσουν οἱ Ἐπίσκοποι, ἡ Ἱεραρχία μας –οἱ περισσότεροι, ὑπάρχουν καὶ μερικοὶ οἱ ὁποῖοι ἀντιδροῦν–, πῶς νὰ ἐπιτρέψουν νὰ ἀκουστοῦν τὰ ἀναθέματα, ἀφοῦ οἱ ἴδιοι θὰ ἀναθεματίζουν τοὺς ἑαυτούς τους, γιατὶ ἔχουν κοινωνία μὲ τοὺς Εἰκονομάχους· δὲν τοὺς ἀναθεματίζουν, δὲν τοὺς ἀποκηρύσσουν, ἀλλὰ εἴμαστε ὅλοι μαζὶ στὸ Π.Σ.Ε.
Τὸ κακὸ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς προδοσίας τῆς Πίστεώς μας διαρκῶς ἐπεκτείνεται καὶ διαρκῶς βαθαίνει».
Ἀπομαγνητοφώνηση ἀπό:     http://aktines.blogspot.gr/2014/03/2014_10.html