
Οικουμενιστικές αντιλήψεις και πλάνες. Η Θεωρία των κλάδων

Για όσους ξέχασαν, τί σημαίνει Οικουμενισμός.
Η ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ
ΑΝΔΡΕΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
«Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ»
Αθανασίου Φωτόπουλου, Απόφοιτου της Πατριαρχικής
Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Κρήτης
Για έναν παλαιό αγιορείτη, έλεγαν πως όποιον κληρικό και αν συναντούσε στο
δρόμο του, ευθύς του έβαζε μετάνοια, δίχως να εξετάσει τον βαθμό της ιεροσύνης
ή την ηλικία του. Αρκετοί ήταν μάλιστα αυτοί, που αναρωτιούνταν γιατί έκανε το
ίδιο ακριβώς πράγμα όταν συναντούσε ακόμα και κάποιο λαϊκό και έτσι πήραν το
θάρρος να τον ρωτήσουν. Ο γέροντας απάντησε λέγοντάς τους ότι και αυτοί (οι
λαϊκοί δηλαδή) έχουν την Χάρη του Αγίου Βαπτίσματος[1].
Είναι μεγάλη ευλογία αγαπητοί Χριστιανοί αλλά
ταυτόχρονα μεγαλύτερη ευθύνη, εμείς, οι Ορθόδοξοι να φέρουμε την σφραγίδα του
Θεανθρώπου Χριστού στα σώματά μας αλλά και στις ψυχές μας[2]. Η γλυκύτατή μας
Ορθοδοξία αποτελεί την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Συμβόλου
της Πίστεως Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως[3]. Γνωρίζει μόνο ως αιρέσεις και
σχίσματα[4] και επ΄ ουδενί λόγω ως Εκκλησίες[5], τα μέλη εκείνα που
«απεσπάσθησαν και εξεβλήθησαν από την μοναδικήν και αδιαίρετον Εκκλησίαν»[6].
Το Άγιο Βάπτισμα, αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των Ορθοδόξων Χριστιανών
σύμφωνα με τις αποφάσεις των Οικουμενικών, Τοπικών Συνόδων αλλά και των
Θεοφόρων Πατέρων της Εκκλησίας. Είναι όπως αναφέραμε και παραπάνω η σφραγίδα
του Θεού στον άνθρωπο που πίστεψε στον λόγο Του και στην υπόσχεσή Του για
κατάργησητου θανάτου και κληρονομία της αιώνιας ζωής[7]. Είναι ένα σημάδι πάνω
μας, όχι φανερό όπως ήταν η Περιτομή για τον Παλαιό Ισραήλ, αλλά ένα σημάδι
«δυσδιάκριτο με γυμνό μάτι» καθώς φωτιζόμαστε και αγιαζόμαστε μυστικώς μέσω του
Αγίου Βαπτίσματος και των υπολοίπων Μυστηρίων της Εκκλησίας μας.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, «αυτός ο μέγας»[8] διδάσκαλος του γένους
και Πατέρας της Εκκλησίας μας, ο «νέος Χρυσόστομος»[9], δυστυχώς αγνοείται στις
μέρες μας από το σύνολο του πληρώματος της Εκκλησίας· από τους πανεπιστημιακούς
υβρίζεται και συκοφαντείται με τον πλέον άδικο τρόπο και στα σχολεία δεν
αναφέρεται ούτε κατά διάνοια το όνομά του όχι μόνο στο μάθημα των Θρησκευτικών,
αλλά και σε αυτό της Νεοελληνικής Ιστορίας. Δυστυχώς οι σημερινοί λατινόφρονες
Επίσκοποι και καθηγητές δεν έχουν μπει καν στον κόπο να μελετήσουν τα έργα του
σπουδαίου αυτού άνδρα και να καταλάβουν τι πρόσφερε στο υπόδουλο γένος αλλά και
στην Ορθοδοξία. Στο γνωστότερό του ίσως έργο, το «Πηδάλιον» διαβάζουμε στην
υποσημείωση του ΜΣΤ΄ (46ου) Αποστολικού Κανόνα σχετικά με το βάπτισμα των
αιρετικών και δη των Λατίνων ότι δεν υφίσταται, ονομάζοντάς τους παμπάλαιους αιρετικούς[10].
Ο Άγιος, τους ονομάζει λαϊκούς επειδή όπως λέει «εξεκόπησαν από την ορθόδοξον
Εκκλησίαν»[11] και γιατί δεν έχουν πλέον «την χάριν του αγίου Πνεύματος, δια της οποίας οι
ορθόδοξοι Ιερείς τελειόνουσι τα μυστήρια»[12].
Το αυτό τόνιζε και ο αείμνηστος Νικόλαος Σωτηρόπουλος, ο άδικα και
αντικανονικά αφορισμένος. Σε κάποιο από τα κηρύγματά του ελέγχοντας τον
παραλογισμό των «Ορθοδόξων Οικουμενιστών», με στεντόρεια τη φωνή έλεγε τα
κάτωθι για τον Πάπα : «είναι λαϊκός, όπως εγώ, όχι δεν είναι όπως εγώ, αυτός
είναι χειρότερος από εμένα. Εγώ είμαι λαϊκός, αλλά είμαι Χριστιανός, διότι
είμαι βαπτισμένος, αυτός δεν είναι καν Χριστιανός διότι δεν ισχύει Βάπτισμα
στον Παπισμό. Δεν έχει Μυστήρια ο Παπισμός, δεν είναι καν Χριστιανός…»[13].
Τα λόγια του αγωνιστή και αντιαιρετικού θεολόγου Νικόλαου Σωτηρόπουλου
μπορεί στα αυτιά αρκετών σήμερα να ακούγονται παράλογα, διότι τόσα χρόνια όταν
αναφερόμασταν στην Δύση, αποκαλούσαμε «Εκκλησίες» αυτές των Προτεσταντών και
Ρωμαιοκαθολικών[14] και γνωρίζαμε φυσικά πως είναι και αυτοί Χριστιανοί όπως
και εμείς. Αντίθετη άποψη όμως για τους αιρετικούς έχουν τόσο οι Άγιοι Πατέρες
όσο και οι Ορθόδοξες Σύνοδοι. Ο ουρανοφάντωρ Βασίλειος[15] αλλά και ο αδερφός
του Γρηγόριος Επίσκοπος Νύσσης[16] υποστηρίζουν, ότι σε καμία περίπτωση δεν θα
πρέπει να ονομάζουμε «Χριστιανούς» τους αιρετικούς. Αυτό ισχύει και σήμερα για
τους Παπικούς και λοιπούς σχισματοαιρετικούς της Δύσεως, σύμφωνα με τα όσα
διαβάζουμε στις αποφάσεις της Μεγάλης Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως
(1722–1724)[17] εναντίον των καινοτομιών και των αιρέσεων των Λατίνων.
Αυτά ως μια μικρή εισαγωγή πριν περάσουμε στο κυρίως θέμα μας που είναι η αίρεση του Οικουμενισμού και πώς την παρουσιάζει ο καθηγητής Ανδρέας Θεοδώρου[18], στο βιβλίο του «Η ουσία της Ορθοδοξίας». Στην εποχή μας, συντελείται ίσως η μεγαλύτερη προδοσία[19] στα θέματα πίστεως και κανονικότητας. Οι ταγοί της Εκκλησίας θυσιάζουν τον Χριστό για το χρυσό, την κοσμική εξουσία, φερόμενοι πολλές φορές ως διπλωμάτες, καταπατώντας έτσι το Ευαγγέλιο, τους Πατέρες, την Παράδοση μας και πλήθος Ιερών Κανόνων, χαρακτηρίζοντάς τους μάλιστα τείχη του αίσχους[20]. Ποιο είναι φυσικά το καθήκον μας[21]; Να αντιδράσουμε και να αγωνιστούμε ο καθένας από το δικό του μετερίζι εναντίον της παναιρέσεως του Οικουμενισμού[22]ικαι των σημερινών αιρεσιαρχών Πατριαρχών, Μητροπολιτών, Επισκόπων, καθηγητών πανεπιστημίου κ.α., φυλάσσοντας με αυτό τον τρόπο ο καθένας μας, σύμφωνα με τις δικές του δυνάμεις τον θησαυρό της πίστεως μας ανόθευτο, έτσι ακριβώς όπως μας τον παρέδωσαν οι Πατέρες μας.
"Τρισίν ἑνιζομένη, ἐν ὑποστάσεσι φύσις"
ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΝ ΣΧΟΛΙΟΝ ΕΙΣ
ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ
Ἀνδρέου Θεοδώρου
«Πάτερ παντοκράτορ, καί Λόγε καί πνεῦμα,
τρισίν ἑνιζομένη, ἐν ὑποστάσεσι φύσις, ὑπερούσιε
καί ὑπέρθεε, εἰς σέ βεβαπτίσμεθα, καί σέ
εὐλογοῦμεν, εἰς πάντας τούς αἰῶνας».
Τό λυτρωτικόν ὅμως ἔργον τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἀπειρόθεος χάρις τῆς Ἐγέρσεως τελοῦνται μέν ἐν χρόνῳ ἐπί τῆς γῆς ὑπό τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί ὡς σχέδιον ἀπ᾿ αἰῶνος συλληφθέν καί ὡς ἔργον ἐγχρόνως ἐπί γῆς πραγματοποιηθέν εἶναι προϊόν τῆς Θείας τριαδικῆς βουλῆς, ἐν τῷ ὁποίῳ συμμετέχουν ὅλα τά πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, καί μάλιστα κατά τό γνωστόν σχῆμα «ἐκ Πατρός, δι᾿ Υἱοῦ ἐν ἁγίῳ Πνεύματι». Διά τοῦτο καί ὁ Ὑμνῳδός στρέφων τό βλέμμα του ἐκ τοῦ ἱστορικοῦ χώρου τῆς οἰκονομίας, αἴρει τοῦτο εἰς τόν ἄϋλον χῶρον τῆς Τριάδος, διά νά εὐλογήσῃ αὐτήν εἰς πάντας τούς αἰῶνας.
Ποῖος δέ εἶναι ὁ προσφορώτερος ὕμνος τῆς Τριάδος; Ἀσφαλῶς ἡ ὀρθή
ἔκφρασις τοῦ τριαδικοῦ μυστηρίου, εἰς τήν διατύπωσιν τῆς ὁποίας διά λιτῶν καί
καιρίων γραμμῶν μεταβαίνει ὁ Ὑμνῳδός. Οὕτω συνοψίζων τό τριαδικόν δόγμα τῆς
πίστεως ἐξαίρει τήν ἑνότητα τῆς φύσεως, τό τριαδικόν τῶν ὑποστάσεων καί τήν
ἀπειρίαν τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ. Αἱ ὑποστάσεις τῆς θεότητος εἶναι ὁ Πατήρ, ὁ Λόγος
καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον. Αὗται ἐμφαίνουν τόν τρόπον τῆς ἀϊδίου ὑπάρξεως αὐτῆς.
Τά ἀντίστοιχα ὑποστατικά τῶν προσώπων ἰδιώματα εἶναι τό ἀγέννητον διά τόν
Πατέρα, τό γεννητόν διά τόν Υἱόν καί τό ἐκπορευτόν διά τό Πνεῦμα τό Ἅγιον. Αἱ
διακρίσεις αὗται δέν σημαίνουν διαφορότητα τῶν προσώπων κατά φύσιν, ὥστε ἐν τῇ
Τριάδι νά ὑπάρχουν τρεῖς κεχωρισμέναι θεότητες τρεῖς ἐπί μέρους θεοί. Εἰς τάς
τρεῖς ὑποστάσεις τῆς θεότητος ὑπάρχει μία καί μόνη ἑνιζομένη φύσις. Ἕκαστον
πρόσωπον, δηλαδή, εἶναι φορεύς ὁλοκλήρου τῆς θεότητος, ὥστε εἷς καί μόνος Θεός
νά ὑπάρχῃ. αἱ δέ ὑποστάσεις ἀγαπητικῶς ἐμπεριχωροῦσαι ἀλλήλας, ἐφ᾿ ἑνός μέν
διακρατοῦν τήν ἐν τῇ βουλήσει ἑνότητα τοῦ Θεοῦ, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ φυλάττουν
ἀσύγχυτον τήν ὑποστατικήν διαφορότητα αὐτῶν. Ἡ Ἐκκλησία διεφύλαξεν ἀπαράφθορον
τό περί Ἁγίας Τριάδος δόγμα τῆς πίστεως αὐτῆς, καταπολεμήσασα ἀπ᾿ ἀρχῆς ὅλας
τάς αἱρέσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἴτε διά πτωχείαν ἰουδαϊκήν κατέστρεφον τήν
τριαδικότητα τῶν προσώπων, εἴτε δι᾿ ἀφθονίαν ἐθνικήν παρέβλαπτον τήν ἑνότητα
τῆς Τριάδος. Κατά τόν ἱερόν Ὑμνῳδόν ἡ οὐσία τῆς Τριάδος εἶναι ὑπερούσιος καί
ὑπέρθεος, ὑπερβαίνει δηλαδή ἀπολύτως πᾶσαν κτιστήν οὐσίαν καί δυνατότητα, εἶναι
ἄπειρος καί ἄληπτος, μή δυναμένη νά καταστῇ προσιτή εἰς τήν πεπερασμένην τῶν
ἀνθρώπων διάνοιαν.
"Χθές συνεθαπτόμην σοι Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι σοι..."
ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΝ ΣΧΟΛΙΟΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΚΑΝΟΝΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ
«Χθές συνεθαπτόμην σοι
Χριστέ,
συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι σοι.
συνεσταυρούμην σοι
χθές,
αὐτός με συνδόξασον Σωτήρ,
ἐν τῇ βασιλείᾳ σου».
Ἡ Ἐκκλησία σημαίνει τήν μυστικήν συνένωσιν τῶν πιστευόντων μετά τῆς ὑπερφυοῦς καί ἀοράτου κεφαλῆς των, τοῦ Χριστοῦ. Τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό μυστήριον τοῦ Χριστοῦ καί κατ᾿ ἐπέκτασιν τό μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὅπως δηλαδή ἐν τῷ Χριστῷ αἱ δύο φύσεις, ἀρρήκτως συνηνωμέναι, ἐμπεριχωροῦν ἡ μία τήν ἄλλην ἐν τῷ ἑνιαίῳ προσώπῳ τοῦ Χριστοῦ, καί ὅπως ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι αἱ τρεῖς ὑποστάσεις τῆς θεότητος, ἴδιαι καί ἀσύγχυτοι, ἐμπεριχωροῦν ἀλλήλας, οὕτω καί ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τό σῶμα τοῦ Κυρίου ἐμπεριχωρεῖται μυστικῶς ὑπό τῆς ἀοράτου κεφαλῆς αὐτοῦ, τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἐμπεριχώρησις αὕτη καθ᾿ ὅλας τάς φάσεις αὐτῆς εἶναι ἐσωτέρα καί μυστική. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ζῶν πνευματικός ὀργανισμός. Ὅπως δέ εἰς κάθε ζῶντα ὀργανισμόν ὑπάρχει ζωτική ὀργανική σχέσις μεταξύ τῆς κεφαλῆς καί τοῦ σώματος αὐτοῦ, ἐν τῇ σχέσει δέ ταύτῃ διασφαλίζεται ἡ σύμφορος λειτουργία τοῦ ὀργανισμοῦ, οὕτω καί ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ (Ἐφ. 1,23. 4, 16. Κολ. 2, 19) ὑπάρχει ἐναρμόνιος λειτουργική σύνδεσις μεταξύ τῆς κεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας (τοῦ Χριστοῦ) καί τῶν ὑπολοίπων μελῶν αὐτῆς (τῶν πιστῶν). Ὁ Χριστός εἶναι ἡ μυστική ἄμπελος, οἱ δέ πιστοί τά ἐν αὐτῇ κλήματα (Ἰω. 15, 1). Μόνον ἐν τῇ ἀμπέλῳ δύνανται τά κλήματα νά ζήσουν καί νά καρποφορήσουν (Ἰω. 15, 5). Ἡ ζωογόνος παραμονή των ἐν αὐτῇ ἀποτελεῖ τόν εἰδικόν λόγον τῆς ὑπάρξεώς των. Ἐκτός τῆς ἀμπέλου τά κλήματα οὐδένα ἴδιον λόγον ζωῆς ἔχουν. Ἀποσπώμενα ἐξ αὐτῆς ἀπομαραίνονται καί ἀπονεκροῦνται (Ἰω. 15, 6). Κατ᾿ ἀναλογίαν καί οἱ πιστοί, τότε μόνον ἔχουν λόγον ζωῆς ἐν ἑαυτοῖς, ὅταν εὑρίσκωνται προσφυῶς προσηρμοσμένοι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ μετά τοῦ Σωτῆρος. Ἡ ἐν πίστει ἐσωτερική σύνδεσις αὐτῶν μετά τοῦ Χριστοῦ δίδει εἰς αὐτούς τήν δυνατότητα νά ζήσουν ἐν Πνεύματι καί νά καρποφορήσουν (Ἰω. 15, 5). Ἀποκοπή τῶν πνευματικῶν δεσμῶν μετά τοῦ Κυρίου σημαίνει ἀποκοπήν ἐκ τῆς ζωῆς καί παράδοσιν αὐτῶν εἰς τό κράτος τῆς πνευματικῆς νεκρώσεως καί τοῦ θανάτου.

