Η μαρτυρία αυτή αποτελεί ράπισμα ισχυρό ενάντια στους κληρικούς που κατηγορούν όσους εναντιώνονται στον Οικουμενισμό ως "ταλιμπάν", στους κληρικούς που απαιτούν σεβασμό και υπακοή στον πατριάρχη (και στον κάθε επίσκοπο), ό,τι κι αν κάνει αυτός, και σε όλους όσους απαιτουν από τον λαό μόνο υπακοή και του αρνούνται το δικαίωμα υπεράσπισης της πίστεώς του.
Η μαρτυρία βρίσκεται στα Πρακτικά της Ε’ Οικουμενικής Συνόδου (MANSI CONSILIORUM, 8 τομ.,σελ. 1062-1066). Tο 518, στις 15 Ιουλίου, ο Πατριάρχης Κων/λεως Ιωάννης Β’ εισερχόμενος στην Αγία Σοφία με συνοδεία κληρικών και 12 επισκόπων και φθάνοντας στο μέσον του Ναού, όλος ο λαός άρχισε να τον πολυχρονίζει. Στη συνέχεια όμως άρχισε ένας χείμαρρος διαμαρτυριών από τον λαό. Απαιτούσαν να παύσει ο Πατριάρχης την επαμφοτερίζουσα τακτική του, να αναθεματίσει τους αιρετικούς και να ορίσει Σύναξη εορταστική προς τιμή της Δ’ τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου. Δεν έλλειψαν και οι απειλές από τον λαό, «ο μη λαλών, Μανιχαίος εστί», «ή κηρύσσεις, ή εξέρχη» (σσ. ή κηρύττεις ή βγαίνεις έξω). Ο Πατριάρχης εζήτησε τότε να προσκυνήσει πρώτα το θυσιαστήριον και μετά να απαντήσει. Νέες ισχυρότερες φωνές τον ανάγκασαν να ανέλθει στον άμβωνα, όπου ομολόγησε δημοσίως πίστη στο Σύμβολον της Πίστεως και στις 4 Οικουμενικές Συνόδους, χωρίς όμως να αναθεματίσει τους αιρετικούς, ή να ορίσει εορτή για την Δ’ Οικουμενική, όπου ζητούσε ο λαός.


