(ἀποσπάσματα ἀπὸ ἐπιστολὴ 9)
Νά, ἔμαθες ὅτι εἶσαι πηλός, πτωχὸς καὶ γυμνός. Τώρα ζήτησε ἀπ’ αὐτὸν ποὺ μπορεῖ νὰ ἀναπλάσει τὴ φύση νὰ σὲ πλουτίσει. Καί, ἄν σοῦ δώσει πολὺ ἢ λίγο, ἀναγνώρισε τὸν εὐεργέτη σου. Καὶ μὴ σφετερισθεῖς τὰ ξένα ὡς δικά σου. Μὲ πόνο καὶ δάκρυα θὰ λάβεις τὴ χάρη. Καὶ πάλι μὲ δάκρυα χαρᾶς καὶ εὐχαριστίας, μὲ φόβο Θεοῦ θὰ τὴν κρατήσεις. Μὲ θέρμη καὶ ζῆλο ἑλκύεται· μὲ ψυχρότητα καὶ ἀμέλεια χάνεται.
Δὲν σοὺ ζητεῖ περισσότερο ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ σοῦ δώσει τὰ ἅγιά Του χαρίσματα· μόνο νὰ ἀναγνωρίζεις ὅτι, ὅ,τι καλὸ καὶ ἂν ἔχεις, εἶναι δικό Του. Καὶ νὰ συμπαθεῖς αὐτὸν ποὺ δὲν ἔχει. Νὰ μὴν τὸν κρίνεις ὅτι δὲν ἔχει· ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός, φαῦλος, πονηρός, φλύαρος, κλέπτης, πόρνος καὶ ψεύτης. Ἐὰν ἀποκτήσεις αὐτὴ τὴν ἐπίγνωση, δὲν μπορεῖς ποτὲ νὰ κρίνεις κανένα, ἔστω καὶ ἂν τὸν βλέπεις νὰ ἁμαρτάνει θανάσιμα· γιατί ἀμέσως θὰ λές·
«Δὲν ἔχει, Χριστέ μου, τὴ χάρη σου, γι’ αὐτὸ ἁμαρτάνει.

