Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεοτόκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεοτόκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ὁ χαρακτήρ καὶ ἡ ὡραιότης τῆς Θεομήτορος


Συνηθίζομε νὰ λέμε ὅτι ὁ χαρακτήρας τοῦ ἀνθρώπου γνωρίζεται ἀπὸ τὰ λόγια του, ἀπὸ τὸ βλέμμα του, ἀπὸ τὸ γέλιο, ἀπὸ τὸ βάδισμά του, ἀπὸ τὴν ἐνδυμασίαν του καὶ γενικῶς τὸ ἐξωτερικὸν τοῦ ἀνθρώπου φανερώνει καὶ τὸ ἐσωτερικὸν αὐτοῦ.

Ὁ ἅγιος καὶ πανάμωμος καὶ πανακήρατος χαρακτήρας τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας ἐκδηλώνεται δι᾿ ὅλου τοῦ σώματός της· διότι ἔβλεπε κανεὶς εἰς αὐτὴν τὸ σεμνόν, τὸ τερπνόν, τὸ εὐχάριστον καὶ γενικῶς ὅ,τι προξενεῖ τὸν θαυμασμὸν καὶ τὸν σεβασμὸν διότι καὶ τὰ λόγια ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ τὸ ἅγιον στόμα της ἦσαν οἰκοδομητικὰ καὶ γεμάτα σύνεσιν. Τὸ γέλιο εἰς τὴν θεόπαιδα κόρην καὶ μητέρα ἦτο σπάνιο. Ἐπὶ τοῦ σιτοχρώμου προσώπου τῆς Παναμώμου Μαριὰμ ὑπῆρχε ἡ ἀφέλεια, ἡ εὐθύτης καὶ γενικὰ ὅ,τι χαρακτηρίζει τὸν σεμνὸν καὶ σεβάσμιον αὐτῆς χαρακτήρα. Οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς της ἦσαν ξανθές, ἡ κεφαλὴ καλλωπισμένη σεμνοπρεπῶς. Τὰ μάτια της εἶχαν θαυμάσιον καὶ σεμνὸν χρωματισμὸν οἱ κόρες τῶν ματιῶν της ἦσαν μελανές· οἱ βλεφαρίδες σεμνές· τὰ φρύδια μελανὰ καὶ τοξοειδῆ· ἡ μύτη εὐθεία καὶ ὁμαλή, τὰ ἄμωμα χείλη της ἐρυθρὰ καὶ ἀνθηρά, καὶ μάλιστα σὲ τέτοιο σημεῖο, ὥστε ἐφαίνοντο πάνω σ᾿ αὐτὰ ἡ κοσμιότης καὶ ἡ σεμνότης. (Βλέπε τὸ βιβλίο τοῦ Γ. Φαμελιάρη: «Τῆς Παναγίας τοῦ Κυρίου Μητρός», 1927).

Θεοτόκε, Παρθένε, Βασίλισσα παγκόσμια!

                               Ρωμανὸς ὁ Μελωδὸς

Ἐλᾶτε, οἱ πιστοὶ ὅλοι, ἂς προσκυνήσουμε

 τὸ Χριστὸ Σωτήρα καὶ Ἐλεήμονα.

Αὐτὸν ὑμνοῦν τὰ πλήθη τῶν Ἀγγέλων

καὶ αὐτὸν δοξολογοῦν οἱ μυριάδες τῶν Ἀσωμάτων.

Θεοτόκε, Παρθένε, Βασίλισσα παγκόσμια,

μὴν περιφρονήσεις ἐμᾶς πού σοῦ δεόμαστε,

χτυπημένοι ἀπ’ τὰ κύματα τὰ μεγάλα τῆς ζωῆς

καὶ ἕρμαιοι τοῦ ἀσταθοῦς θηρίου.

Ὦ ἀνωτέρα τῶν ἄνω Δυνάμεων,

Περιστερὰ ἀπ’ τὸ Πνεῦμα χρυσωμένη,

καμάρι καὶ χαρὰ τῶν Ἀποστόλων,

συμφωνία τῶν Προφητῶν καὶ τῶν Μαρτύρων,

Βοήθεια τοῦ κόσμου ὄλου,

Πύργε ντυμένε χρυσάφι καὶ πολύτιμε,

Πόλη δωδεκάπορτη, καὶ Παράδεισε,

Κιβωτὲ πανευωδίαστε τοῦ Πνεύματος.

Τεῖχος ἅγιο ἄπαρτο, καὶ στήριγμα,

ὀχυρὸ τῶν θρήσκων ψυχῶν

καὶ Φυλακτήριο τῶν ἁγνῶν τῶν σωμάτων.

Σὲ τιμοῦμε, Βασίλισσα ἄσπιλη,

καὶ ὑμνοῦμε τὸ Γιό σου καὶ Κύριο,

τὸ Χριστό, τὸ μόνο Φίλο τῶν ἀνθρώπων,

γιὰ νὰ ‘βρουμε χάρη κι ἔλεος

τὴ μέρα τῆς κρίσης, ὦ Βασίλισσα…

Τότε, Κύριε, Κύριε σῶσε με

κι ἀπ’ τὴ φωτιὰ τὴν ἄσβεστη λύτρωσέ με.

Ἂς μπορῶ νὰ δῶ τὴ θεία σου εἰκόνα,

μὲ καθαρὴ συνείδηση, καὶ ν’ ἀναφωνήσω:

Σὲ σένα ἁρμόζει τιμὴ καὶ προσκύνηση,

στὸν Πατέρα, στὸ Γιὸ καὶ στὸ Πνεῦμα,

ἀπ’ ὅλη τὴν κτίση καὶ πάντα,

στοὺς αἰῶνες τοὺς ἀτέλειωτους, ὦ Φίλε τῶν ἀνθρώπων.

Μεταφράσεις: Ἀρχιμ. Ἰγνατίου Σωτηριάδη ἀπὸ τὸ βιβλίο «Georges Gharib: Οἱ εἰκόνες τῆς Παναγίας. Ἱστορία καὶ λατρεία», Ἐκδόσεις Τέρτιος, Κατερίνη 1997

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος: Μαρία, το περιεκτικό όνομα της Θεοτόκου (Ομιλία εις το Γενέσιον της Θεοτόκου)

ΕΙΣ ΤΟ ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 


    Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου  με θέμα:

«ΜΑΡΙΑ, ΤΟ ΠΕΡΙΕΚΤΙΚΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ»

  [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 8-9-1987]  [Α26]

    Σήμερα, αγαπητοί μου, η Εκκλησία μας εορτάζει το Γενέθλιον της Θεοτόκου. Είναι γνωστόν ότι γενέθλιος ημέρα δεν είναι η ημέρα που γεννάται κανείς, αλλά γενέθλιος ημέρα είναι η ημέρα που αναγεννάται κανείς. Γι΄αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι η γενέθλιος ημέρα του κάθε ανθρώπου είναι η ημέρα που εβαπτίσθη· διότι εκεί, εις την κολυμβήθρα, ανεγεννήθη. Η τελείωσις δε αυτής της γενεθλίου ημέρας, θεωρουμένου του βίου ως μία ημέρα, είναι η ημέρα κατά την οποία ο άνθρωπος εξέρχεται από τον παρόντα βίον. Γι΄αυτό ως γενέθλιος ημέρα πάντων των αγίων, δεν θεωρείται ούτε η ημέρα που εγεννήθησαν -πολύ περισσότερο- ούτε η ημέρα του βαπτίσματος, αλλά η ημέρα της εξόδου των από την παρούσαν ζωή, όταν δηλαδή φεύγουν από τον παρόντα κόσμον. Αυτή λέγεται «γενέθλιος ημέρα», διότι ουσιαστικά αναγεννάται ο άνθρωπος δια την καθ’ αυτό ζωήν, που είναι η αιώνιος ζωή.

Περί τῆς Ἀειπαρθενίας τῆς Θεοτόκου

                     

Ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὁμολογεῖ ὅτι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἦν πρό τόκου παρθένος, καί ἐν τόκῳ παρθένος, καί μετά τόκον πάλιν παρθένος διέμεινε, φυλάξασα ἀλώβητον τήν ἑαυτῆς παρθενίαν. (Ὁμολογία Ὀρθοδόξου πίστεως ἐν ἐρωταποκρίσει λθ´).

Ὁ προφήτης Ἡσαΐας, ὁ προφητεύσας τήν ἐκ παρθένου γέννησιν τοῦ Σωτῆρος, παρθένον τήν μητέρα τοῦ Ἐμμανουήλ ὠνόμασεν· «Ἰδού ἡ Παρθένος ἐν γαστρί ἕξει καί τέξεται υἱόν, καί καλέσει τό ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ». (Ἡσ. ζ´. 14). Τοῦτο δέ δηλοῖ οὐ μόνον τήν πρό τόκου παρθένον, ἀλλά καί τήν ἐν τόκῳ καί τήν μετά τόκον παρθένον, διότι ἡ παρθένος ἔμελλε νά ἀναδειχθῇ μήτηρ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ὅν θά ἐκυοφόρει, θά ἐγαλακτοτρόφει καί θά ἀνέτρεφε κατά τήν βρεφικήν καί παιδικήν αὐτοῦ ἡλικίαν. Ἡ παρθένος ἀνεδείχθη μήτηρ τοῦ Ἐμμανουήλ οὐχί μόνον διά τόν χρόνον τῆς κυήσεως, ἀλλά διά τό διηνεκές. Κατά τόν προφήτην ὁ Θεός παρθένον, ἤτοι ἐλευθέραν παντός συζυγικοῦ δεσμοῦ ἐξελέξατο, καί πρός οὐδένα ὑποχρεωμένην. Τοῦτο δηλοῖ καί ἡ λέξις ἁελμάχ, ὡς μαρτυρεῖται καί ἐκ τοῦ βιβλίου τῆς Γενέσ. κεφ. κδ´, 43, ἔνθα ἡ παρθένος Ρεβέκκα καλεῖται ἁελμάχ, καί ἐκ τοῦ βιβλίου τῶν ψαλμῶν (ἐν ψαλμῷ ξζ´. ἑβδμ. ἤ ξη´. Ἑβραϊκ.), ἔνθ᾿ αἱ τυμπανίστριαι νεάνιδες καλοῦνται ἁελμόθ, ἤτοι αἱ παρθένοι. Ἐπίσης καί εἰς τό Ἆσμα τῶν Ἀσμάτων κεφ. Α´. στίχ. 3 φέρεται κατά τούς ἑβδομήκοντα «διά τοῦτο νεάνιδες ἠγάπησάν σε»· τό δέ ἑβραϊκόν ἔχει ἁελμόθ, ἤτοι παρθένοι ἠγάπησάν σε. Βεβαίως ἐνταῦθα οὐ περί ἐγγάμων ἤ μεμνηστευμένων πρόκειται· ὅτι δέ περί παρθένων πρόκειται, τοῦτο εἶναι εὔδηλον καί οὐδείς δύναται νά τό ἀρνηθῇ. Ὥστε ὁ προφήτης προλέγων τήν ἐκ παρθένου γέννησιν τοῦ Ἐμμανουήλ, θεωρεῖ τήν παρθενίαν ἀπηλλαγμένην πάσης πρός τινας ὑποχρεώσεως. Ἐκ τῆς προφητείας δηλοῦται ὅτι ἡ παρθένος αὕτη ἦν προορισμένη πρό αἰώνων καί ἐκλελεγμένη ἐκ πασῶν τῶν γενεῶν, ὅπως γίνῃ μήτηρ τοῦ Θεοῦ. Ὥστε ἡ παρθένος ἡ μήτηρ τοῦ Ἐμμανουήλ ὡς ἐκλελεγμένη ὑπό τοῦ Θεοῦ, μόνῳ τῷ Θεῷ ἀνῆκε καί οὐδενί ἑτέρῳ· ἐάν δέ ὁ Θεός πρός ἐξυπηρέτησιν τῆς θείας βουλῆς ἔδωκεν αὐτῇ τόν Ἰωσήφ ὡς μνηστῆρα, ὁ δεσμός οὗτος ἦν ὅλως πνευματικοῦ χαρακτῆρος καί οὐδέν παρεῖχε δικαίωμα συζυγίας τῷ Ἰωσήφ. Τοῦτο ἐδηλώθη σαφῶς ὑπό τοῦ Ἀρχαγγέλου τῷ Ἰωσήφ, ὅστις ἐπιγνούς τῆς θείας οἰκονομίας τό μυστήριον, ἐδείχθη πρόθυμος ὑπηρέτης τῆς θείας βουλῆς. Οὐκ ἄρα ὁ Θεός τήν μνηστήν τοῦ Ἰωσήφ ἐξελέξατο ὡς μητέρα τοῦ Ἐμμανουήλ, ἀλλά τήν προεκλελεγμένην ἤδη ἐκ πασῶν τῶν γενεῶν ἐνεπιστεύθη τῷ Ἰωσήφ πρός ἀμοιβήν τῆς αὐτοῦ ἀρετῆς· διότι πάντως ὁ Ἰωσήφ ἦτον ἐκλελεγμένος μεταξύ ἁπάντων τῶν Ἰουδαίων.

Η αξία της Κυρίας Θεοτόκου!


     

Αν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ἀπὸ τότε ποὺ δημιουργήθηκε ὁ κόσμος ἐγίνοντο κακοὶ καὶ πήγαιναν στὴν κόλασι χωρὶς νὰ γλυτώσῃ κανείς· ἂν ὅλα τὰ κτίσματα οὐρανός, φωστῆρες, ἄστρα, στοιχεῖα, φυτὰ ζῷα, ἀποστατοῦσαν ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἔβγαιναν ἀπὸ τὴν τάξι τους καὶ πήγαιναν στὴν ἀνυπαρξία, παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ὅλες αὐτὲς οἱ κακίες τῶν κτισμάτων συγκρινόμενες μὲ τὸ πλήρωμα τῆς ἁγιότητος τῆς Θεοτόκου, δὲν μποροῦσαν νὰ λυπήσουν τὸν Θεό· διότι μόνο ἡ Κυρία Θεοτόκος μποροῦσε νὰ τὸν εὐχαριστήσῃ ὡς πρὸς ὅλα καὶ γιὰ ὅλα, καὶ νὰ μὴν τὸν ἀφήσῃ νὰ λυπηθῇ τόσο πολὺ γιὰ τὸν χαμὸ καὶ τὴ ἀπώλεια τῶν τόσων κτισμάτων του.
~ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης
(Αόρατος Πόλεμος Κεφ. ΜΘ' υποσημείωση 89 σελ. 203)

Προτυπώσεις τῆς Θεοτόκου εἰς τὸν Κανόνα τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου

 

Προτυπώσεις τῆς Θεοτόκου εἰς τὸν Κανόνα τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου

Τοῦ κ. Εὐαγγέλου Γριβάκου, Ἀντιστρατήγου ἐ.ἀ-Νομικοῦ

  Ὁ «Ἀκάθιστος Ὕμνος» εἶναι ἀπὸ τὰ πλέον σημαντικὰ ὑμνογραφικὰ κείμενα τῆς βυζαντινῆς περιόδου, συνδεδεμένο μὲ τὴν λατρευτικὴ ζωὴ καὶ τὴν ἐθνικὴ ὑπόσταση τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ προοίμιο καὶ 24 Οἴκους (στροφὲς) κατὰ τὴν ἀκολουθία τῆς ἑλληνικῆς ἀλφαβητικῆς ἀκροστιχίδας, ἀπὸ τὸ Α ὥς τὸ Ω καὶ εἶναι γραμμένος πάνω στοὺς κανόνες τῆς ὁμοτονίας, ἰσοσυλλαβίας καί, ἐν μέρει, τῆς ὁμοιοκαταληξίας.

  Ἄρχεται μὲ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου καὶ κατὰ τὸ πρῶτο ἥμισυ ὁμιλεῖ γιὰ τὴν ἐπίσκεψη τῆς Παρθένου στὴν Ἐλισάβετ, τὶς ὑποψίες τοῦ Ἰωσήφ, τὴν προσκύνηση τοῦ Κυρίου ἀπὸ τοὺς ποιμένες καὶ τοὺς μάγους, τὴν φυγή Του στὴν Αἴγυπτο καὶ τὴν Ὑπαπαντή Του. Κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ, γίνεται λόγος περὶ τὴν σάρκωση τοῦ Κυρίου, τὴν θέωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν θεομητορικὴ ἀξία τῆς Παναγίας. Διακριτικό του εἶναι ὅτι ἐπεξεργάζεται ποιητικὰ τὶς παλαιοδιαθηκικὲς προτυπώσεις τῆς Θεοτόκου, ὡς «τῶν προφητῶν τὸ περιήχημα».

Χαῖρε, ὀσμή τῆς Χριστοῦ εὐωδίας

«Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας»!

    

Κάθε Παρασκευή, κατὰ τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, πλήθη πιστῶν κατακλύζουν τοὺς ἱεροὺς ναοὺς γιὰ νὰ τιμήσουν τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, νὰ ψάλουν τὸ «χαῖρε» πρὸς τὸ «εὔοσμον θυμίαμα», τὸ «μύρον τὸ πολύτιμον», τὴν Κυρία Θεοτόκο. Πλημμυρίζουν οἱ Ὀρθόδοξοι ναοὶ ἀπὸ τὴν ἄρρητη εὐωδία ποὺ ἀναδίδει ἡ πάναγνος μορφὴ τῆς ὑπερευλογημένης Θεοτόκου.

Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ πιστοὶ μαζὶ μὲ τὸν ἱερὸ ὑμνωδὸ ἀναφωνοῦν: «Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας»! Χαῖρε ἐσύ, Θεοτόκε, ποὺ ἀναδίδεις τὴν εὐωδία τοῦ Χριστοῦ. Εὐωδία Χριστοῦ! Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐξαίσιο, τὸ ὑπερουράνιο ἄρωμα τὸ ὁποῖο ἀναδίδει ἡ Παρθένος Μαρία. Μέσα σὲ ἕναν κόσμο ὁ ὁποῖος ἀπέπνεε ἔντονη τὴ δυσοσμία τῆς ἁμαρτίας· μέσα σὲ μία ἀτμόσφαιρα ἀποπνικτικὴ ἀπὸ τὶς ἀναθυμιάσεις τῆς ἠθικῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς θρησκευτικῆς πλάνης, ἡ Παναγία ἔγινε «τῆς εὐωδίας τὸ σεπτὸν σκήνωμα», τὸ δοχεῖον τῆς Χάριτος τὸ ὁποῖο γέμισε ἀπὸ τὸ ἀκένωτο μύρο τῆς θεότητος. Τί ἦταν ὅμως αὐτὸ ποὺ κατέστησε τὴν Παρθένο Μαρία δοχεῖο κατάλληλο ποὺ ἔφερε τὴν εὐωδία τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο;

Πῶς ἡ Θεοτόκος ἔγινε ἔμπνευση ἑνὸς λαοῦ

«Εἶχε σηκώσει τὸν γιακὰ τῆς χλαίνης καὶ μὲ τὸ μάνλιχερ στὴ χούφτα, ὅπλο καὶ ραβδί, προχωροῦσε στὸ κάτασπρο χιόνι. Ἡ Παναγία “στρατηγός” στὸ μέτωπο τὸ 1940 καθοδηγοῦσε, προστάτευε τοὺς στρατιῶτες». Ὡς στρατηγὸ φαντάζονταν τὴν Παναγία οἱ λογοτέχνες, οἱ πολιτικοί ἀλλὰ καὶ οἱ στρατιωτικοὶ ποὺ μάχονταν στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου, σὲ ἐπίσημα κείμενα τῆς ἐποχῆς.

Ἐκεῖ, στὴ μεγάλη μάχη τοῦ Ἔθνους, ἡ Παναγία περπατᾶ μὲ τοὺς στρατιῶτες, σώζει τραυματισμένους καὶ αἰχμαλώτους, πότε νοσοκόμα, πότε στρατηγὸς καὶ πότε παρηγορήτρια στὰ φτωχόσπιτα ποὺ ἔχαναν στὴν Πίνδο ἀγαπημένα πρόσωπα.

Ἡ μορφή της, τυπωμένη στὰ ἐπιστολικὰ δελτάρια, ἔκλεινε σὲ ἕνα μικρὸ κομμάτι χαρτιοῦ τὸν πόνο, τὴν ἐλπίδα, τὰ δάκρυα τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ 1940. Τῆς χρονιᾶς ἐκείνης, ποὺ ἡ Τῆνος, λίγα μέτρα ἀπὸ τὸν Ναὸ τῆς Εὐαγγελιστρίας, ἔζησε τὴν πιὸ φρικτὴ ὄψη τοῦ πολέμου. Τότε, στὶς ὀκτώμισι τὸ πρωὶ τῆς 15ης Αὐγούστου, ἀνήμερα τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς Θεοτόκου στὸν ὅρμο τῆς Τήνου, ὅπου εἶχε καταπλεύσει γιὰ νὰ ἀποδώσει τιμὲς τὸ «εὔδρομον Ἕλλη», οἱ Ἰταλοὶ χτύπησαν μὲ τὸν πιὸ ὕπουλο τρόπο. Ἕνα ὑποβρύχιο τοῦ ἰταλικοῦ στόλου, τὸ «Ντελφίνο», τορπίλισε τὸ σημαιοστολισμένο πλοῖο. Διοικητὴς τῶν Δωδεκανήσων τότε ἦταν ὁ Ντὲ Βέκι, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐνημερώσει ψευδῶς τὸν Μουσολίνι, ὅτι στὴν θαλάσσια περιοχὴ μεταξὺ Τήνου καὶ Σύρου κινοῦνταν ἀγγλικὰ πλοῖα. Ἔτσι, τὸ ἰταλικὸ ὑποβρύχιο ἀνέλαβε νὰ δράσει χτυπώντας τὸ «Ἕλλη», μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀφήσει πίσω συνολικὰ 10 νεκροὺς καὶ 29 τραυματίες. Ἕντεκα χρόνια ἀργότερα, ἡ ἰταλικὴ κυβέρνηση, ἀναγνωρίζοντας τὸ ἔγκλημα, ἔδωσε στὴν Ἑλλάδα ὡς ἀποζημίωση τὸ καταδρομικὸ «Εὐγένιος Σαβοΐας», τὸ ὁποῖο μετονομάστηκε σὲ «Ἕλλη ΙΙ».

Ὁ τορπιλισμὸς τοῦ «Ἕλλη» εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα λαὸς καὶ πολιτικοὶ νὰ βγοῦν ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν ψευδαισθήσεων, νὰ παραβλέψουν τὶς ὅποιες διαφορές τους καὶ νὰ ἑνωθοῦν κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια σημαία. Ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἰταλίας, Γκράτσι, μετὰ τὸ τέλος τοῦ πολέμου, στὰ ἀπομνημονεύματά του διαπίστωνε: «Τὸ ἔγκλημα τῆς Τήνου εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα, γιὰ νὰ μὴν πῶ ὅτι ἔκανε τὸ θαῦμα, νὰ δημιουργηθεῖ σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα μία ἀπόλυτη ἑνότητα ψυχῶν. Μοναρχικοὶ καὶ βενιζελικοί, ὀπαδοὶ καὶ ἀντίπαλοί τῆς 4ης Αὐγούστου πείστηκαν, πὼς ἕναν μόνο ἀδυσώπητο ἐχθρὸ εἶχε ἡ Ἑλλάδα, τὴν Ἰταλία».

Περί της Θεομήτορος


Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης: 
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ. Όταν η ψυχή κατέχηται εκ της αγάπης του Θεού, ώ, πώς τότε τα πάντα είναι ευχάριστα, ηγαπημένα.

                         

Όταν η ψυχή κατέχηται εκ της αγάπης του Θεού, ώ, πώς τότε τα πάντα είναι ευχάριστα, ηγαπημένα και ευφρόσυνα! Η αγάπη όμως αύτη συνεπάγεται οδύνην, και όσον βαθυτέρα είναι η αγάπη, τοσούτον μεγαλυτέρα είναι η οδύνη.

Η Θεομήτωρ ουδέποτε ημάρτησεν, ουδέ δια λογισμού, και ουδέποτε απώλεσε την χάριν, αλλά και Αυτή είχε μεγάλας θλίψεις. Ότε ίστατο παρά τον Σταυρόν, τότε ως ωκεανός απέραντος ήτο η θλίψις Αυτής, και οι πόνοι της ψυχής Αυτής ήσαν ασυγκρίτως μεγαλύτεροι του αδαμιαίου πόνου μετά την έξωσιν εκ του Παραδείσου, διότι και η αγάπη Αυτής ήτο ασυγκρίτως μεγαλυτέρα της αγάπης του Αδάμ εν τω Παραδείσω.
Και εάν επέζησεν, επέζησε μόνον θεία δυνάμει, δια της ενισχύσεως του Κυρίου, διότι η ευδοκία Αυτού ήτο όπως ίδη την Ανάστασιν, και ύστερον, μετά την Ανάληψιν Αυτού, παραμείνη ως παράκλησις και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.
Ημείς δεν φθάνομεν εις το πλήρωμα της αγάπης της Θεοτόκου, και δια τούτο δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν πλήρως το βάθος της θλίψεως Αυτής. Η Αγάπη Αυτής ήτο τελεία. Ηγάπα απείρως τον Θεόν και Υιόν Αυτής,αλλ’ ηγάπα και τον λαόν αγάπη μεγάλη. Και τί ησθάνετο άρα γε, ότε εκείνοι, τους οποίους Αύτη τοσούτον ηγάπα και των οποίων την σωτηρίαν επόθει έως τέλους, εσταύρουν τον ηγαπημένον Υιόν Αυτής;

«Οι Παρακλητικοί Κανόνες προς την Θεοτόκον»

                                      

ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ, ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ

(Ως αγωνιώδης κραυγή∙ ως ελπίδα και διάλογος με την Θεοτόκον)

Ξεκινώντας ο Αύγουστος τη διαδρομή του μας καλεί (η Εκκλησία) στην αποβολή της τοξικότητας της αμαρτίας, δια προσευχής, ομολογίας, νηστείας, μετανοίας και Θείας Ευχαριστίας. Με την είσοδό του και μέχρι στις 13 του μηνός, ψάλλονται οι δύο (2) γνωστές (Μικρή και Μεγάλη) Ιερές Παρακλήσεις στην Παναγία.
Παρεμβάλλεται η μεγάλη εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού και ακολουθεί η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Την 1η Αυγούστου εορτάζεται και η πρόοδος του Τιμίου Σταυρού, ως συνέχεια της εορτής του στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Σταυρός (με Τίμιο ξύλο) έβγαινε από το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο και με τιμητική ακολουθία – πομπή κατετίθετο στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας.
Μέχρι την εορτή της Υψώσεως του Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου), οι λιτανείες στην Κωνσταντινούπολη (περιοχές – προάστεια) ήταν συχνές, προς αποτροπή επιδημιών και λοιμικών ασθενειών.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δεν σταμάτησε να υπογραμμίζει τη θέση και την Χάρι της Θεοτόκου, ως πρόσωπο που ενώθηκε άρρηκτα με το σχέδιο της Θείας Οικονομίας, με την ένσαρκη παρουσία του Χριστού.
Σχετικά, στο κείμενο της Γενέσεως (Γ΄, 14-15) γίνεται λόγος για «σπέρμα γυναικός» και όχι για «σπέρμα ανδρός», όπως συνηθίζει η Γραφή, ενώ η αντωνυμία «αυτός» φανερώνει ανδρική υπόσταση, ένας εκλεκτός, που θα εξουδετερώσει τις διαβολικές επιρροές. Στο κείμενο, διαβάζουμε:
«Και είπε Κύριος ο Θεός τω όφει… και έχθραν θήσω ανα μέσον σου και ανα μέσον της γυναικός και ανα μέσον του σπέρματός σου και ανά μέσον του σπέρματος αυτής∙ αυτός σου τηρήσει κεφαλήν και συ τηρήσεις αυτού πτέρναν».

Ἡ Κυρία Θεοτόκος ρίζα τῆς ἐλευθερίας μας

Ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα ὑπέκυψαν στόν πειρασμό νά τοποθετήσουν ὡς περιεχόμενο τῆς ἐλευθερίας τους τόν ἑαυτό τους. Ἔτσι, χώρισαν τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό. Χωρισμένοι ἀπό τόν Θεό, οἱ ἄνθρωποι ἔχασαν τήν μεταξύ τους ἑνότητα, ὅπως καί τήν ἐσωτερική τους ἑνότητα.

Πρώτη ἡ Εὔα ὑπέκυψε στόν πειρασμό. Ἡ Μαρία, κατά τόν ἅγιο Εἰρηναῖο, ἐπίσκοπο Λουγδούνου (Λυῶν), μάρτυρα καί ἀρχαῖο Πατέρα τῆς Ἐκκλησίας (+202; μ.Χ.), διορθώνει τό λάθος τῆς Εὔας. Ἡ πρώτη γυναῖκα μέ τήν ἀνυπακοή της φέρει στόν κόσμο τόν θάνατο. Ἡ Μαρία μέ τήν ὑπακοή της φέρει τήν ζωή.

Ἡ Εὔα μᾶς ἔκλεισε τόν δρόμο πρός τόν Θεό. Μᾶς ἀποπροσανατόλισε. Ἡ Μαρία μᾶς ἀνοίγει τόν δρόμο πρός τόν Θεό. Μᾶς προσανατολίζει πρός τόν Θεό. Χάρισε τή θέληση καί τήν ἀγάπη της ὁλοκληρωτικά στόν Θεό.

Αὐτή τήν ὁλοκληρωτική προσφορά της στόν Θεό ἐκφράζει ἡ Παρθενία της, πού γι’ αὐτό δέν εἶναι κάτι, πού φανερώνει ἔλλειψη ἤ κάτι ἄγονο, ἀλλά εἶναι πλήρωμα, παρθενία γονιμότερη ἀπό κάθε σαρκική συνάφεια. Παρθενία πού φέρει τή Ζωή. Γι’ αὐτό καί δικαίως μακαρίζεται ὡς Νύμφη ἀνύμφευτος.

Ἡ Θεοτόκος εἶχε ἐμπιστοσύνη στόν Θεό καί δέν φοβήθηκε νά τοῦ προσφέρει τήν ἐλευθερία της.

Θεοτόκε, Παρθένε, Βασίλισσα παγκόσμια!

Ἐλᾶτε, οἱ πιστοὶ ὅλοι, ἂς προσκυνήσουμε

τὸ Χριστὸ Σωτήρα καὶ Ἐλεήμονα.

Αὐτὸν ὑμνοῦν τὰ πλήθη τῶν Ἀγγέλων

καὶ αὐτὸν δοξολογοῦν οἱ μυριάδες τῶν Ἀσωμάτων.

Θεοτόκε, Παρθένε, Βασίλισσα παγκόσμια,

μὴν περιφρονήσεις ἐμᾶς πού σοῦ δεόμαστε,

χτυπημένοι ἀπ’ τὰ κύματα τὰ μεγάλα τῆς ζωῆς

καὶ ἕρμαιοι τοῦ ἀσταθοῦς θηρίου.

Ποιὸς νὰ περιγράψει τὰ μεγαλεῖα σου, Παρθένε;

Μᾶς δίδαξες μὲ ἔργα ὅτι τὸ θεωρεῖν δὲν προσγίνεται μόνο μὲ αἴσθηση ἢ καὶ λογισμὸ στοὺς πραγματικοὺς ἀνθρώπους (διότι τότε θὰ ἦσαν λίγο μόνο καλύτεροι ἀπὸ τὰ ἄλογα), ἀλλὰ πολὺ περισσότερο μὲ τὴ κάθαρση τοῦ νοῦ καὶ τὴ μέθεξη τῆς θείας χάριτος, κατὰ τὴν ὁποία ἐντρυφοῦμε στὰ θεοειδῆ κάλλη ὄχι μὲ λογισμούς, ἀλλὰ μὲ ἄυλες ἐπαφές.

Ἔκαμες τοὺς ἀνθρώπους ὁμοδίαιτους μὲ τοὺς ἀγγέλους, ἢ μᾶλλον ἀξίωσες καὶ μεγαλύτερων βραβείων, ἀφοῦ συνέλαβες ἀπὸ τὸ ἅγιο Πνεῦμα θεανδρικὴ μορφὴ καὶ τὴν γέννησες παράδοξα καὶ κατέστησες τὴν ἀνθρώπινη φύση ἀπορρήτως συμφυῆ καί, θὰ λέγαμε, ὁμόθεη μὲ τὴ θεία φύση.

Δεύτερη μέρα τῶν Χριστουγέννων: Ἡ Σύναξη πρὸς τιμὴν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου

π. Αλέξανδρος Σμέμαν

Μπορεῖ νὰ εἰπωθεῖ δίχως ὑπερβολὴ, ὅτι ἡ εὐλάβεια τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Παναγία, ἀπὸ μικρὸς σπόρος ποὺ ἦταν, ἀναπτύχθηκε σὲ μεγάλο δένδρο, ξεκινώντας ἀπὸ τὴ φάτνη τῆς Βηθλεέμ. Σ’ αὐτὴ τὴν ἀπόλυτα μοναδικὴ νύχτα γιὰ τοὺς Χριστιανούς, τότε ποὺ γεννήθηκε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἡ εἰκόνα τῆς Μητέρας καὶ τοῦ Παιδιοῦ ἔγινε – καὶ παραμένει γιὰ πάντα – ἡ σπουδαιότερη, ἡ βαθύτερη καὶ ἡ πλέον χαρμόσυνη εἰκόνα τῆς πίστεώς μας… Ὅλες οἱ ἐορ­τές, οἱ προσευχὲς καὶ ἡ ἀγάπη, ποὺ ἡ Ἐκκλησία ἀ­πευθύνει στὴ Θεοτόκο, ριζώνουν στὸν ἑορτασμὸ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ.

Στὴν ἀρχαία ἐποχή, ὅταν δὲν εἶχε ἐξελιχθεῖ ἀκόμη τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἡμερολόγιο, ἡ μόνη ἑορτὴ ποὺ ἦταν ἀφιερωμένη στὴν Παναγία ἦταν ἡ δεύτερη ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, ἡ 26η Δεκεμβρίου, γνωστὴ μὲ τὸν ἀρχαῖο τίτλο ὡς “Σύναξη πρὸς τιμὴν τῆς Ὑπερ­αγίας Θεοτόκου”. Ἀκριβῶς ἐδῶ, στὴν ἑορτὴ τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴ Γέννηση τοῦ Χρίστου, στὶς εὐχὲς καὶ στοὺς ὕμνους τῶν Χριστουγέννων, βρίσκουμε τὸ βαθύτερο ἐπίπεδο τῆς Χριστιανικῆς σκέψεως ὅσον ἀφορᾶ τὴ Θεοτόκο, τὴ σχέση μας μαζί της, τὴν κα­τανόηση τοῦ παραδείγματός της, τὸ πρόσωπό της καὶ τὴ θέση της στὴ θρησκευτική μας ζωή.

ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ



Σημ. Ο.Τ.: Δημοσιεύομεν τό παρόν, ἔχοντες ἐμπιστοσύνην εἰς τήν θεολογικήν κατάρτισιν τοῦ π. Μαξίμου, μέ τήν ἐπιφύλαξιν εἰς ὁρισμένα σημεῖα, τά ὁποῖα χρήζουν περαιτέρω διευκρινίσεων.


Ὁ φωτογραφικὸς φακὸς ἀπαθανατίζει τὸν κ. Πλεύρην
μὲ τὸν Ἡγούμενον κ. Ἐφραίμ (Ἱ. Μ. Βατοπαιδίου, 17.11.2022).


«Ἄς σταματήσουμε ἐπιτέλους νὰ βλασφημοῦμε
τὴν Παναγίαν μέσα στὸ ἴδιο τὸ Περιβόλι της»


ΑΙΡΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΣΤΙΚΗΣ
ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Τὸ ἀλλόκοτον Θεομητορικὸν ἐγκώμιον τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου συναγωνίζεται εἰς βλασφημίαν τὸ ἀφελὲς μὲν ἀλλὰ δογματικὰ κακόηθες σχόλιον τοῦ κ. Ἠλ. Μοσιάλου διὰ τὸ Ἀειπάρθενον τῆς Παναγίας.

Γράφει ὁ π. Μάξιμος Λαυρεώτης, Πίτερχαουζ, Πανεπιστήμιον Κέμπριτζ

Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος ἀνέκαθεν ὑπῆρξε ἡ συνισταμένη τῆς προσευχῆς τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν. Ἡ μνήμη καὶ μόνον τοῦ Ὀνόματός Της ἐν πάσῃ γενεᾷ πιστῶν, ἀρκοῦσε νὰ καταδείξει τὴν τεράστια διαφορά τους μὲ τοὺς ἑτεροδόξους οἱασδήποτε ἀποχρώσεως . Εἶναι πασίγνωστο μετὰ ἀπὸ εἴκοσι αἰῶνες ἐν Χριστῷ Ζωῆς , ἔστω καὶ ἐλαχίστων ὀρθοδοξούντων ἀνθρώπων, ὅτι ἅπαν τὸ Μυστήριον τῆς ἐν Χριστῷ Οἰκονομίας συμπίπτει ἀπόλυτα μὲ τὴν ἐν τῷ κόσμῳ διηνεκῶς ἐπιτελουμένη Σωτηρία τοῦ Ἀδαμιαίου Γένους, τὴν ὁποία καμμία ἀντίξοος δύναμις δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ καταστείλει.

Ἀλλὰ τὰ πράγματα δὲν βαίνουν πάντοτε κατ’ εὐχήν. Πολλὲς φορὲς οἱ ἄνθρωποι «ἐκτροχιάζονται” ἀπὸ τὴν κατὰ φύσιν περιφορὰ τους πέριξ τοῦ Ἡλίου τῆς Δικαιοσύνης , εἴτε ἀπὸ ἄγνοια, εἴτε σκοπίμως καὶ τότε, ἐξαίφνης , ἡ Μήτηρ τῆς Ζωῆς καὶ τῆς Σωτηρίας παύει νὰ εἶναι Πανύμνητος, ὁσάκις μερικὲς ἀστοχίες μας, συνιστοῦν ἀνεπίγνωστα, ἀπόπειρες ἀμαυρώσεως τοῦ Μεγαλείου Της.

Ἡ Θεοτόκος

                    Μπορεί να είναι εικαστικό

Ὅταν ἡ ψυχή κατέχεται ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τότε, ὤ, πῶς εἶναι ὅλα εὐχάριστα, ἀγαπημένα καί χαρούμενα. Αὐτή ἡ ἀγάπη ὅμως συνεπάγεται θλίψη· κι ὅσο βαθύτερη εἶναι ἡ ἀγάπη, τόσο μεγαλύτερη εἶναι κι ἡ θλίψη.

Ἡ Θεοτόκος δέν ἁμάρτησε ποτέ, οὔτε κἄν μέ τό λογισμό, καί δέν ἔχασε ποτέ τή Χάρη, ἀλλά κι Αὐτή εἶχε μεγάλες θλίψεις. Ὅταν στεκόταν δίπλα στό Σταυρό, τότε ἦταν ἡ θλίψη Της ἀπέραντη σάν τόν ὠκεανό κι οἱ πόνοι τῆς ψυχῆς Της ἦταν ἀσύγκριτα μεγαλύτεροι ἀπό τόν πόνο τοῦ Ἀδάμ μετά τήν ἔξωση ἀπό τόν Παράδεισο, γιατί κι ἡ ἀγάπη Της ἦταν ἀσύγκριτα μεγαλύτερη ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Ἀδάμ στόν Παράδεισο. Κι ἄν ἐπέζησε, ἐπέζησε μόνο μέ τή Θεία δύναμη, μέ τήν ἐνίσχυση τοῦ Κυρίου, γιατί ἦταν θέλημά Του νά δῆ τήν Ἀνάσταση κι ὕστερα, μετά τήν Ἀνάληψή Του, νά παραμείνη παρηγοριά καί χαρά τῶν Ἀποστόλων καί τοῦ νέου χριστιανικοῦ λαοῦ.

Ποιήματα του Παπαδιαμάντη για την Παναγία


Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είχε αποτραβηχτεί στο νησί του, τη Σκιάθο. Εκεί την περίοδο 1909-1910, λίγο πριν πεθάνει (κοιμήθηκε το 1911), γράφει πέντε ποιήματα-ύμνους-προσευχές, αφιερωμένα σε ναούς της Παναγίας-προσκυνήματα του νησιού. Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν μετά το θάνατό του:

Τα ονόματα της Θεοτόκου



Πριν από μερικά χρόνια οι μαθητές του 3ου Γυμνάσιου Κερατσινίου, με επιβλέπουσα την καθηγήτρια τους κα Γαρεφαλάκη Μαρία προσπάθησαν να συγκεντρώσουν όσα το δυνατόν περισσότερα από τα ονόματα που έχει χαρίσει στην Παναγία η λαϊκή πίστη και παράδοση.

 

Το αποτέλεσμα είναι αν μη τι άλλο εντυπωσιακό:

Η Θεοτόκος ως φανέρωση του προπτωτικού ανθρώπου

Η Θεοτόκος ως φανέρωση του προπτωτικού ανθρώπου

Χρυσοστόμου μοναχού Διονυσιάτου (Α΄ μέρος)


Ὁ ἀνθρώπινος λόγος ἐνώπιόν τοῦ Μυστηρίου τῆς Θεοτόκου σιγεῖ, καθὼς γιὰ τὸ «ἀποκεκρυμμένον μυστήριον»1 μόνον ὁ ἐν Πνεύματι τελειωθεὶς νοῦς μπορεῖ νὰ μιλήσει. Ὅποιον λόγο ὅμως καὶ ἂν γεννήσει, ὅποια καινὰ ρήματα καὶ ἂν λαλήσει, θὰ κατορθώσει μόνον νὰ ἐπιβεβαιώσει τὴν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπινου λόγου ἐνώπιον τῆς τελειότητος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τῆς Ἀειπάρθενης Μητέρας τοῦ Θεοῦ καὶ Μητέρας ὅλου του καινοῦ κόσμου.
Ἐὰν ὁ Θεὸς Λόγος φανερώθηκε στὸν κόσμο ἐνδυόμενος «δούλου μορφὴν»2 καὶ ἀπεκάλυψε τὰ ἔνθεα ρήματα μέσω τοῦ τελείου λόγου Του, ἡ Θεοτόκος παραμένει μέσα σὲ καθολικὴ σιωπὴ στὶς ἅγιες Γραφές, ἀπεκδυόμενη κάθε λόγο τοῦ μετὰ τὴν πτώση ἀνθρώπου. Ὁ φωτισμένος λόγος τῶν ἁγίων, βέβαια, θὰ ἀποκαλύψει διαχρονικὰ ἕνα μέρος ἀπὸ τὴν ὑπέρχρονη καὶ ὑπεράγνωστη σιωπή Της. Ὡστόσο, ἡ Θεοτόκος ἦταν, εἶναι καὶ θὰ παραμείνει τὸ “κεκρυμμένον μυστήριον” τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι’ αὐτὸ καὶ μόνον «δι’ ἐσόπτρου καὶ ἐν αἰνίγματι»3 ὁ νοῦς μπορεῖ νὰ θεωρήσει τὴν ἀπόκρυφη ζωή Της. Ἔτσι, τὸ μυστήριο τῆς Θεοτόκου δὲν ὑπερβαίνει μόνον τὸν κοινὸ ἀνθρώπινο λόγο, ἀλλὰ καὶ τὸν λόγο ὁ ὁποῖος γεννᾶται μέσω τῆς τελειωτικῆς Χάριτος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ τελειότητα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος τῆς Θεοτόκου μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ μόνον ἀπὸ ὅσους ὑπῆρξαν, καὶ μὲ τὸ σῶμα καὶ τὶς αἰσθήσεις τους, μέτοχοι στὴν τελειωτικὴ Ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἡ Θεοτόκος γεννᾶ τὴν ἐνυπόστατη Ζωὴ καὶ Ἀλήθεια, τὸν ἐνυπόστατο Λόγο τοῦ Πατρός. Καὶ γεννᾶται ὡς Θεάνθρωπος ὁ Λόγος, γεννᾶ δὲ ἐκείνη ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ. Ἡ θεία Γέννα της τέμνει τὸν φυσικὸ νόμο καὶ χρόνο μὲ τὸν πνευματικὸ νόμο καὶ χρόνο τοῦ μέλλοντος αἰῶνος: «ἐπὶ σοὶ γὰρ καὶ φύσις καινοτομεῖται καὶ χρόνος»4. Στὸν χῶρο καὶ χρόνο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπου βασιλεύει ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας, ἡ Θεοτόκος ψώνεται ς νεπανάληπτη τελειότητα. νασύρει τς πεπτωκυες δυνάμεις τς ψυχς κα τς προσφέρει ν πλήρη λευθερία στν διο τν Πλάστη Της, γι ν τς καταστήσει χήματα τν ρρήτων βουλν Του. ντίθετα πρς τος προπάτορες, ο ποοι ξέτρεψαν τς δυνάμεις τς ψυχς στ παρ φύσιν, Θεοτόκος θυσιάζει γαπητικ τ πλήρωμα τς σωματικς κα ψυχικς νέργειάς Της στν Δυνατό· κα κενος, κατ τν μαρτυρία Της, τς ντιπροσφέρει τ μεγαλεία τν μυστηρίων το γίου Πνεύματος: «τι ποίησέ μοι μεγαλεα Δυνατς κα γιον τ νομα ατο...»5.
Μὲ τὴν προσφορὰ ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρωπίνου εἶναι στὸν Θεό, ἡ Θεοτόκος πραγματώνει ―παράλληλα πρὸς τὴν καθ’ ὑπόστασιν ἕνωση κτιστοῦ καὶ ἀκτίστου― τὴν τέλεια “κατ’ ἐνέργειαν” ἕνωση τοῦ ἄνθρωπου μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό, σύμφωνα μὲ τὴν Ὑμνολογία: «ἐν σοὶ γὰρ τὸ τῆς Τριάδος μυστήριον ὑμνεῖται καὶ δοξάζεται Ἄχραντε· Πατὴρ γὰρ ηὐδόκησε, καὶ Λόγος ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ θεῖον Πνεῦμα σοὶ ἐπεσκίασεν»6. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Θεοτόκος εἶναι ὄντως «μετὰ Θεὸν ἡ Θεός, τὰ δευτερεῖα τῆς Τριάδος ἡ ἔχουσα»7.
Ἡ Θεοτόκος ἀποκαλύπτει τὴν ὑπὲρ νοῦν καὶ λόγον τελειότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καθὼς «ὁ Υἱὸς εἶναι εἰκόνα τοῦ Πατρὸς καὶ εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ εἶναι τὸ Πνεῦμα»8, ἡ δὲ Θεοτόκος εἶναι «τὸ θεοπρεπὲς ταμεῖον τῆς κορυφαίας ἀκρότητος τῶν μυστηρίων τοῦ Πνεύματος»9, ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἴδια ἔνσαρκη εἰκόνα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅπως ὁ Πατὴρ ἀποκαλύπτεται διὰ τοῦ Υἱοῦ καὶ ὁ Υἱὸς διὰ τοῦ Πνεύματος, τὸ Πνεῦμα, ὡς τελειωτικὴ Ἐνέργεια, ἀποκαλύπτεται πλήρως στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου.