Ψυχή, θάνατος και δαίμονες

Το σώμα του Κυρίου, φως και φωτιά
Μετά λοιπόν την απόλυση της θείας Λειτουργίας ο επίσκοπος παρακαλούσε τον Θεό να του αποκαλύψει το νόημα και την αιτία αυτών που είχε δει. Του παρουσιάστηκε τότε άγγελος Κυρίου και του είπε: «Απορείς γι’ αυτά που είδες; Μάθε λοιπόν ότι οι φωτεινοί στην όψη και ντυμένοι στα λευκά ζουν με σωφροσύνη, αρετή και αγνότητα και έχουν καλοσύνη, συμπάθεια προς τους άλλους και ευσπλαχνία. Αυτοί, καθώς μεταλαβαίνουν τα άγια μυστήρια με καθαρή συνείδηση, φωτίζονται από αυτά και γίνονται ακόμη πιο φωτεινοί.
ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ Τόμος Α΄ – Υπόθεσις Α΄ (Να μην απελπιζόμαστε): Ε΄. Του Αγίου Αμφιλοχείου περί του μη απογινώσκειν

ΥΠΟΘΕΣΙΣ Α΄ (Να μην απελπιζόμαστε)
Κανείς ποτέ δεν πρέπει να απελπίζεται, έστω και εάν διέπραξε πολλές αμαρτίας, αλλά να ελπίζη, ότι δια της μετανοίας θα σωθή.
Ε΄. Του Αγίου Αμφιλοχείου περί του μη απογινώσκειν
ΚΑΠΟΙΟΣ αδελφός νικηθείς από το πάθος της πορνείας επετέλει καθημερινά την αμαρτίαν. Αλλά και καθ’ εκάστην όμως, με δάκρυα και προσευχάς, προσέπιπτεν εις τον Δεσπότην και Κύριον και ελάμβανε παρ’ Αυτού συγγνώμην. Ενώ δε είχε μετανοήσει, την επομένην ημέραν, εξαπατώμενος και πάλιν από την αισχράν συνήθειαν, επετέλει την αμαρτίαν.
Έπειτα, μετά την εκτέλεσιν της αμαρτίας, μετέβαινεν εις την Εκκλησίαν, όπου έπιπτε πρό της τιμίας και σεβασμίας εικόνος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και με πικρά δάκρυα έξωμολογείτο προς τον Ιησούν: «Κύριε, ελέησόν με, και σήκωσε απ’ επάνω μου τον φοβερόν αυτόν πειρασμόν, διότι με βασανίζει φοβερά και με τραυματίζει με την πικρίαν των ηδονών δεν έχω, Δέσποτά μου, καθαρόν το πρόσωπον πλέον, διά να ένατενίσω εις την εικόνα Σου και να ιδώ την αγίαν Σου μορφήν, και την λαμπροτέραν από τον ήλιον θέαν του προσώπου Σου, ώστε να γλυκανθή η καρδία μου και να ευχαριστηθή».
Ενώ δε ακόμη τα χείλη του έψιθύριζον τους λόγους αυτούς, μόλις εξήρχετο από την εκκλησίαν, έπιπτεν εκ νέου εις τον βόρβορον.
Παρ’ όλα ταύτα όμως δεν απηλπίζετο διά την σωτηρίας του, αλλ’ επιστρέφων από την αμαρτίαν, εφώναζεν, εντός της εκκλησίας, τα ίδια προς τον φιλάνθρωπον Θεόν και Κύριον ή έλεγε τα εξής: «Κύριέ μου, σε ορίζω εγγυητήν εις την υπόσχεσίν μου, ότι από τώρα και εις το εξής δεν θα διαπράξω ποτέ πλέον αυτήν την αμαρτίαν. Μόνον, αγαθέ και πολυεύσπλαγχνε Κύριε, συγχώρησον όσας αμαρτίας από την αρχήν μέχρις αυτής της στιγμής έχω διαπράξει».
Μόλις δε έδιδεν αυτάς τας φοβεράς υποσχέσεις, πάλιν ευρίσκετο αιχμάλωτος της πονηράς αυτού αμαρτίας. Και ήξιζε κανείς να θαυμάση την γλυκυτάτην φιλανθρωπίαν του Θεού και την άπειρον αγαθότητα, με την οποίαν ήνείχετο καθημερινώς την αδιόρθωτος και πονηράν παράβασιν και αγνωμοσύνης του αδελφού! πραγματικώς ο Θεός, λόγω του πλήθους του ελέους Του, επεζήτει επιμόνως την μετάνοιαν του αμαρτάνοντος εκείνου αδελφού και την αμετάστρεπτον επιστροφής του. Διότι αυτό συνέβαινεν όχι επί ένα ή δύο ή τρία έτη, αλλά πλέον των δέκα ετών.
Ὅλα προέρχονται ἀπὸ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.
Πνευματικές νουθεσίες.
Τοῦ ἁγίου Διαδόχου
Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε πλασμένοι «κατ᾿ εἰκόνα» τοῦ Θεοῦ. Τὸ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» (Γέν. 1:26-27) ὅμως τὸ ἔχουν μόνο ἐκεῖνοι, ποὺ μὲ πολλὴ ἀγάπη ὑποδούλωσαν τὴν ἐλευθερία τους στὸ Θεό, γιατὶ ὅταν δὲν ἀνήκουμε στοὺς ἑαυτούς μας, τότε εἴμαστε ὅμοιοι μ᾿ Ἐκεῖνον, ποὺ μᾶς συμφιλίωσε μὲ τὸν ἑαυτό Του μέσῳ τῆς ἀγάπης.
Τοῦ Ἀββᾶ Μάρκου
Μερικοὶ ὀνομάζουν συνετοὺς ἐκείνους ποὺ μποροῦν νὰ διακρίνουν (καὶ νὰ ἀναλύσουν) τὰ αἰσθητὰ πράγματα. Συνετοὶ ὅμως εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἐξουσιάζουν τὰ θελήματά τους.
Ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἐγκαταλείπει τὸ θέλημά του γιὰ χάρη τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, περδικλώνεται στὰ δικά του ἔργα καὶ γίνεται ὑποχείριος τῶν ἐχθρῶν (δαιμόνων).

