Τα διαχρονικά μηνύματα των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μέσα από τον καθορισμό του Ορθόδοξου Πασχαλίου
*Εισήγηση του κ. Ιωάννη Μαρκά, Μ.Δ.Ε. Δογματικής Θεολογίας Α.Π.Θ, στην Ημερίδα της Εστίας Πατερικών Μελετών με θέμα: ΠΑΣΧΑΛΙΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ: ΟΡΟΣ ΑΜΕΤΑΚΙΝΗΤΟΣ ΕΝΟΤΗΤΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Σεβαστοί Πατέρες
Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί και φίλοι της Ε. Π. Μ.
Χίλια επτακόσια χρόνια μετά τη σύγκληση, υπό του αγίου βασιλέως Μεγάλου Κωνσταντίνου, της Α΄ εν Νικαία Οικουμενικής Συνόδου, και της καταδίκης του αιρεσιάρχη Αρείου από τους 318 Θεοφόρους Πατέρες της Εκκλησίας, το πνεύμα του αρειανισμού συνεχίζει να επιβιώνει και να μεταλλάσσεται, και σαν ένας καρκινικός ιστός με συνεχείς μεταστάσεις, να τυραννά τον χριστιανικό κόσμο με την ίδια αμείωτη ένταση, όπως και στα χρόνια του γεννήτορά του. Ετούτη η αρχαία πάλη μεταξύ Θεανθρώπου και ανθρώπου, όπως πολύ ορθά διέγνωσε ο χαρισματικός νους του οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς, υπήρξε η πρώτη μεγάλη παναίρεση, πάνω στην οποία θεμελιώθηκε και η νεώτερη παναίρεση του Οικουμενισμού, με κοινό χαρακτηριστικό πως και οι δύο εδράζονται στην ανυπακοή και στην ανταρσία απέναντι στο Θείο Θέλημα και αποτελούν προετοιμασία για την ένωση του κόσμου με τον Αντίχριστο.
Ο Άρειος λοιπόν μπορεί να καταδικάστηκε το 325 μ.Χ. , το πνεύμα όμως του αρειανισμού παραμένει ζωντανό μετά από τόσους αιώνες και κατατρώγει τα σπλάχνα του σύγχρονου χριστιανικού κόσμου, ενός κόσμου που αντί να στραφεί προς τη μετάνοια και την παραίτηση από την παθογένεια του υπερήφανου ατομικού νου, δείχνει να έχει αυτομολήσει για τα καλά στην αρειανική μεθοδολογία, με αποτέλεσμα να βυθίζεται μεταφυσικώς στο σατανισμό και ψυχολογικώς στον ορθολογισμό. Έχοντας προσλάβει ως δόγμα το: «μέτρον πάντων ο άνθρωπος», αδυνατεί να διακρίνει τους λόγους των όντων, επανανοηματοδοτεί με τρόπο εωσφορικό την ανθρώπινη οντολογία, κάνοντας λόγο για «μετανθρωπισμό», και ως εκ τούτου καταδικάζει το νου του να φυτοζωεί στο έρεβος της πλάνης και της αμαρτίας, καθώς δεν αναγνωρίζει καμμία πραγματικότητα μεγαλύτερη από τον εαυτό του.
Ενάντια σε αυτή την παρά φύσιν κατάσταση, την ανταρσία του νοός, θα παρέμβει ο εμπειρογνώμων όσιος Ιουστίνος· και θα μας υπενθυμίσει, ότι την απεμπλοκή του ανθρωπίνου νου από τη βαβυλώνια αιχμαλωσία της υπερηφανείας και του ορθολογισμού, την διεκήρυξε πανηγυρικώς με τις αποφάσεις της η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία όρισε άπαξ διά παντός τον ρόλο του νου στην ερμηνεία της Προσωπικότητος του Θεανθρώπου Χριστού, που δεν είναι άλλος από το ρόλο της υπακοής. Με την πνευματική αυτή αποκρυπτογράφηση του νοός, εξ επόψεως Ορθοδόξου, ο κορυφαίος εμπειρικός δογματολόγος του 20ου αιώνα, κατέδειξε κάτι πάρα πολύ σημαντικό· ότι είναι μεγίστης σωτηριολογικής σημασίας η απροϋπόθετη υπακοή του Ορθόδοξου πιστού στις αποφάσεις και τους όρους των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων, ακριβώς επειδή έχουν ως κέντρο και αναφορά τους, όχι κάποιον τυχαίο άνθρωπο, αλλά τον ίδιο τον Θεάνθρωπο (άλλως, «το θεσμοθέτησαν οι Άγιοι Πατέρες, το ’πε η Εκκλησία των Οικουμενικών Συνόδων, τέλος!»).
Μέσα στο πνεύμα αυτό της αναδείξεως του Θεανθρώπινου Προσώπου του Χριστού, ως το τελειότερο Υπόδειγμα στη ζωή των πιστών, έρχονται παραλλήλως οι Πατέρες της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και ρυθμίζουν έξω από το πλαίσιο των Ιερών Κανόνων και κάτι που, εκ πρώτης όψεως, δείχνει κάπως άσχετο (αλλά προφανώς δεν είναι!) εν σχέσει με το φλέγον ζήτημα του αρειανισμού. Η ρύθμιση αυτή αφορούσε τον ακριβή καθορισμό του Πασχαλίου, επαναλαμβάνουμε έξω από το αρχικό πλαίσιο των 25 Ιερών Κανόνων! Για ποιο λόγο όμως η ρύθμιση αυτή συνέβη με τον τρόπο αυτό (ήτοι έξω από το πλαίσιο των Ι.Κ.); Ήταν κάτι το εσκεμμένο; -θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος. Η απάντηση είναι καταφατική· ναι, ήταν μία εσκεμμένη απόφαση, εκ μέρους των Αγίων Πατέρων, και τούτο επειδή δεν είχαν απλώς σκοπό να διατυπώσουν έναν κανόνα που αντιμετωπίζει-κανονίζει μια παράβαση, που μπορεί κάποτε να εμφανιστεί, αλλά, μέσα από τη πανσοφία τους, αναβάθμισαν το πράγμα, εξυψώνοντας τον καθορισμό του Ορθοδόξου Πασχαλίου σε «Όρο», που εξισώνεται σε αξία με τους α κ α θ α ί ρ ε τ ο υ ς «Όρους της Πίστεως», οι οποίοι έλυσαν ά π α ξ δ ι ά π α ν τ ό ς τα πλέον σπουδαία ζητήματα της καθ’ όλου Εκκλησίας. Κατόπιν βέβαια, τούτη την ευφυέστατη σύλληψη των Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής ήρθε να την τακτοποιήσει ιεροκανονικά και να την επικυρώσει, ο σχετικός Α΄ Κανόνας της εν Αντιοχεία Συνόδου, η διατύπωση του οποίου μαρτυρεί ακριβώς αυτό το ανυπέρβλητο κύρος και τον μεγάλο σεβασμό που απολάμβανε ο Όρος αυτός, μόλις 15 χρόνια μετά (341 μ. Χ.).
Σε τί απέβλεπε όμως επί της ουσίας αυτός ο Όρος; Ο Όρος αυτός απέβλεπε στον κοινό εορτασμό των ομοφρόνων στην πίστη κι όχι στον κοινό εορτασμό μετά των χριστιανικών αιρέσεων της εποχής ή στην σχετική σύγχυση που προκαλούσε ένα παλαιότερα νόμιμο Πάσχα, το εβραϊκό, που όμως ήταν τύπος του χριστιανικού και πλέον δεν είχε καμμία θέση στη νέα πραγματικότητα, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την σάρκωση του Θεού Λόγου. Θωρακίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το χριστιανικό Πάσχα και απωθώντας τα κατάλοιπα των ιουδαϊκών τάσεων, που προσπαθούσαν να προκαλέσουν ρήγματα και μέσα από ιουδαΐζουσες χριστιανικές αιρέσεις. Έτσι λοιπόν η πρώτη και κυριότερη διαχρονική παρακαταθήκη που μας κληροδοτήθηκε από το σύνολο των Αγίων Αποστόλων και Πατέρων της Εκκλησίας, σχετικά με τον εορτασμό του Πασχαλίου, είναι ότι ε δ ο γ μ ά τ ι σ α ν ενάντια σε κάθε είδους θρησκευτικό συγκρητισμό, δίδοντας ξεκάθαρη εντολή· «… μηκέτι παρατηρούμενοι μετὰ Ἰουδαίων ἑορτάζειν. Οὐδεμία γὰρ κοινωνία ἡμῖν νῦν πρὸς αὐτούς· πεπλάνηται γὰρ καὶ αὐτὴν τὴν ψῆφον, ἣν νομίζουσιν ἐπιτελεῖν, ὅπως πανταχόθεν ὧσιν πεπλανημένοι καὶ τῆς ἀληθείας ἀπεσχοινισμένοι…».