
Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός
Ἐπείγεται λοιπὸν πρὸς τὸ πάθος καὶ βιάζεται νὰ πιεῖ τὸ ποτήρι τοῦ θανάτου, τὸ σωτήριο γιὰ ὅλο τὸν κόσμο.
Ἔρχεται πεινασμένος γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ἀνθρωπότητας καὶ δὲν βρίσκει σ᾽ αὐτὴν καρπό. Γιατί αὐτὴν ὑπαινίσσεται μεταφορικὰ ἡ συκιά. Ποιός δηλαδὴ τρώει τὸ πρωί;
Ὁ βασιλιᾶς, ὁ Κύριος, ὁ Δάσκαλος. Νιώθοντας πεῖνα πρωί-πρωί, δὲν ἐμποδίζει τὴν ἐπιθυμία τοῦ φαγητοῦ. Δὲν συγκρατεῖ τὴν φύση Του ἀλλά, σὰν κάποιος ἀκρατὴς κι ἀκόλαστος, ὁρμᾶ ἀνόητα στὸ φαγητό, σὲ ἀκατάλληλη ὥρα.
Πῶς τότε παιδαγωγεῖ τοὺς μαθητές Του νὰ μὴν τοὺς νικᾶ τὸ πάθος τῆς ἐπιθυμίας; Δὲν εἶναι ἔτσι τὸ πρᾶγμα. Ἄλλα ὅπως μιλοῦσε διδάσκοντας μὲ παραβολικοὺς λόγους, ἔτσι ἐκτελεῖ καὶ τὶς παραβολὲς μὲ ἔργο. Πλησίασε στὴ συκιὰ πεινῶντας (Μάτθ. 11, 19). Ἡ συκιὰ ὑποδήλωνε τὴν φύση τῆς ἀνθρωπότητας.