Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιμαντική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιμαντική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

«Χριστιανός άθεος» ή πιστεύοντας στον Θεό, αλλά ζώντας σαν Αυτός να μην υπάρχει

Ερώτηση στο συγγραφέα του κειμένου: Σωστά αυτά που επισημαίνετε και μιλάτε, πάτερ, για ποιμαντική και τα καθήκοντά της. Πώς θα αλλάξει όμως η κατάσταση, όταν οι ίδιοι οι ποιμένες σε μεγάλο μέρος τους με τις πράξεις τους δείχνουν, ότι ζουν σαν να μην υπάρχει Θεός και απλά τηρούν επαγγελματικές προϋποθέσεις;

π. Χριστόφορος Χρόνης
Εφημερίος Ι. Ν. Αγίου Χριστοφόρου Αγρινίου, Επίκουρος Καθηγητής στο ΕΚΠΑ, Θεολογική Σχολή-Τμήμα Θεολογίας

Η έκφραση «χριστιανός άθεος» αποτελεί εκ πρώτης όψεως οξύμωρο σχήμα, δεδομένου ότι συνδυάζει δύο φαινομενικά αντιφατικούς όρους. Ωστόσο, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η συγκεκριμένη αντιφατική έκφραση περιγράφει μια πολύπλευρη πνευματική πραγματικότητα, που αναδεικνύει με αυξανόμενη ένταση, την απόσταση ανάμεσα στην ομολογία της πίστης και την πραγματική υπαρξιακή συμμετοχή στη ζωή του Θεού.[1]

Η βιβλική παράδοση αναφέρεται επανειλημμένα στον κίνδυνο μίας «νεκρής πίστεως», δηλαδή μίας πίστεως που δεν συνοδεύεται από έργα, όπως αναπτύσσεται ρητώς στην καθολική επιστολή του Ιακώβου.[2]
Επιπλέον, συναντούμε την πραγματικότητα της υποκριτικής λατρείας, όταν ο άνθρωπος τιμά τον Θεό με τα χείλη, ενώ η καρδιά του παραμένει μακριά απ’ Αυτόν.[3] Από τα αποστολικά μάλιστα χρόνια, η Εκκλησία βρέθηκε αντιμέτωπη με το φαινόμενο εκείνων των «αθέων πιστών», εκείνων που είχαν μόνο μία επιφανειακή εξωτερική μορφή ευσέβειας, αλλά ταυτόχρονα είχαν αρνηθεί τη δύναμη αυτής. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμήνευσαν την κατάσταση αυτή όχι απλώς ως ηθική αδυναμία, αλλά ως απώλεια της ζωντανής και προσωπικής σχέσης με τον Χριστό, που καλείται να αποκαταστήσει η μετάνοια, η προσευχή και η μυστηριακή ζωή.

Στο σύγχρονο κοινωνικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι, όπου κυριαρχούν η εκκοσμίκευση, ο ατομικισμός, ο σχετικισμός, ο άκρατος και άκριτος δικαιωματισμός και η λειτουργική «κατανάλωση» της θρησκείας, το φαινόμενο του «χριστιανού αθέου» καθίσταται ολοένα και πιο διαδεδομένο.

ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΚΚΟΣΜΙΚΕΥΣΗ

«Η Εκκλησία δεν θέλει να δείξει πως είναι «καλή» που «προσφέρει». Δεν προσπαθεί να αποδείξει, να πείσει, να αναγνωριστεί. Ζει ως μηδέν έχουσα και τα πάντα κατέχουσα». Τα ακούν οι σημερινοί ταγοί; 

    

                        π. Κωνσταντῖνος Στρατηγόπουλος

Ορισμοί
Η Εκκλησία μας σαρκώνεται και ζει μέσα στον κόσμο. Προσλαμβάνει τον κόσμο και αγιάζει τον κόσμο. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ορίζει προσφυέστατα: «Το απρόσληπτον και αθεράπευτον». Ο διττός αυτός στόχος ορίζει την ποιμαντική της Εκκλησίας. Πρόσληψη και θεραπεία. Η έννοια της προσλήψεως δεν αρνείται την παρουσία της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο, αρνείται, όμως, την αντίστροφη κίνηση, την πρόσληψη της Εκκλησίας από τον κόσμο. Διαφέρει η πρόσληψη του κόσμου από την Εκκλησία, συγκρινόμενη με την εκκοσμίκευση και τον συσχηματισμό.
Η έννοια της θεραπείας δεν αρνείται τη χρησιμοποίηση θεραπευτικών μέσων, αντιτάσσεται, όμως, στη χρησιμοποίηση μη εκκλησιαστικών μέσων θεραπείας.
Η προοιμιακή αυτή τοποθέτηση προσδιορίζει, ήδη, την εκκοσμίκευση της ποιμαντικής στην λανθασμένη θεώρηση των δύο αφετηριακών ορισμών της προσλήψεως και της θεραπείας.

Η εκκοσμίκευση στην πρόσληψη
Η πρόσληψη του κόσμου και των μεγεθών του αποτελούν ένα καίριο σημείο αναφοράς της ποιμαντικής της Εκκλησίας. Αφού η πρόσληψη γίνεται προς θεραπεία, πρέπει να γίνει σαφής διάκριση ανάμεσα στον προσλαμβανόμενο καί στα στοιχεία της ζωής του. Η πρόσληψη αφορά πάντοτε πρόσωπα και όχι αντικείμενα. Η Εκκλησία προσλαμβάνει πάντα την ουσία του ανθρώπου και όχι την περιουσία του.
Η εκκοσμίκευση θα ήταν η πρόσληψη ενός αξιωματούχου των ανωτέρων κοινωνικών τάξεων με παράλληλη εξάρτηση από τη ισχύ του αξιώματος και τη δύναμη των οικονομικών του συντελεστών. Η έμφαση στην περιουσία του προσλαμβανόμενου μπορεί να καταστρέψει και την ουσία της σωτηριώδους θεραπευτικής του προσώπου.
Ακρότατη εκκοσμίκευση θα ήταν, κατ’ επέκταση, η πρόσληψη μόνο της περιουσίας χωρίς την οποιαδήποτε παρουσία του προσώπου στο χώρο της πρόσληψης. Οι παροχές από απρόσωπο μηχανισμό, όπως αναπτυξιακά προγράμματα επιχειρήσεων, μόνο εξαρτήσεις και υποχρεώσεις θα φέρουν στην Εκκλησία. Η απουσία προσώπου – ουσίας δίνει την εντύπωση πως η «δραστηριότητα» της Εκκλησίας μετατοπίζεται από το πρόσωπο στην κεφαλαιική επιφάνεια που παρέχουν οι απρόσωποι μηχανισμοί. Όπως δεν υπάρχει στο χώρο της Ορθοδόξου αγιογραφίας εικόνα χωρίς πρόσωπο, άλλο τόσο δεν μπορεί να υπάρχει ποιμαντική χωρίς πρόσωπο.