Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νουθεσίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νουθεσίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πατερικές νουθεσίες για κληρικούς, ιδιαίτερα για επισκόπους, που δυστυχώς έχουν από κλήρο και λαό σχεδόν ξεχαστεί

«Ο Θεός σε εξέλεξε. Αυτός σε εμπιστεύτηκε. Δεν έχεις αναδειχτή με ανθρώπινη ψήφο». Μόνο αυτή η νουθεσία του Αγίου αρκεί για να δείξει την σημερινή εκτροπή των επισκόπων, η εκλογή των οποίων είναι πρώτα στα ΜΜΕ γνωστή και μετά στην Εκκλησία. Άρα ποιά ψήφος τους εξέλεξε; 

           Η Εκκλησία ένα σώμα, ένα σπίτι

                     Η Εκκλησία ένα σώμα, ένα σπίτι

    Εκλογή και χειροτονία 
    Πρόσεξε τι συνέβαινε στα χρόνια των Αποστόλων. Ελαμβάνετο υπ’ όψιν η γνώμη όλου του πληρώματος της Εκκλησίας. Διότι έτσι πρέπει να διοικήται η Εκκλησία, σαν ένα σπίτι, σαν ένα σώμα. Ε.Π.Ε. 19,488

    από την αγάπη και την αρετή
    Η εκλογή μας στο σώμα του Χριστού είναι απόδειξις της δικής Του φιλανθρωπίας, αλλά και της δικής μας αρετής. Οπωσδήποτε εκλέγει όσους είναι δοκιμασμένοι και εκλεκτοί. Εκείνος μας έκανε αγίους, αλλά πρέπει να μείνουμε άγιοι... Η σωτηρία δεν γίνεται από δικούς μας κόπους ούτε από κατορθώματα, αλλά από αγάπη. Ούτε μόνο από την αγάπη του Θεού, ούτε μόνο από τη δική μας αρετή. Διότι, αν γινόταν μόνο από αγάπη, έπρεπε να σωθούμε όλοι. Αν πάλι γινόταν μόνο από τη δική μας αρετή, θα ήταν περιττή η παρουσία του Κυρίου και όλα τα έργα της θείας οικονομίας. Δεν συντελείται όμως (η σωτηρία μας) ούτε από την αγάπη του Θεού μόνο, ούτε από τη δική μας αρετή μόνο, αλλά με τη συνεργασία και των δυο. Ε.Π.Ε. 20,424 

    κληρικών, των αξίων 
    Το αξίωμα της διδασκαλίας και της ιερωσύνης είναι μεγάλο και θαυμαστό. Πραγματικά χρειάζεται την έγκρισι του Θεού, ώστε να υποδεικνύεται ο άξιος γι’ αυτό. Έτσι γινόταν και παλαιά, έτσι γίνεται και τώρα, όταν κάνουμε τις εκλογές χωρίς ανθρώπινο πάθος, όταν δεν αποβλέπουμε σε τίποτε βιοτικό, ούτε σε φιλία ούτε σε αντιπάθεια.  Ε.Π.Ε. 23,198

    με ψήφο του Θεού
    Ο Θεός σε εξέλεξε. Αυτός σε εμπιστεύτηκε. Δεν έχεις αναδειχτή με ανθρώπινη ψήφο. Μη περιφρονήσης και μη ντροπιάσης την επιλογή του Θεού. Ε.Π.Ε. 23,200

    Εκμετάλλευσις
    του πόνου
    Να μην εκμεταλλεύεσαι τις συμφορές των ανθρώπων, ούτε τις θεομηνίες να βλέπης σαν ευκαιρία πλουτισμού. Μην κάνης πιο βαθειά τα τραύματα όσων με τις δοκιμασίες ήδη μαστιγώνονται. Ε.Π.Ε. 7,332

    υπερτιμήσεις
    Όταν κρύβης στην αποθήκη σου το σιτάρι και ανεβάζης την τιμή του και μηχανεύεσαι ποικίλους τρόπους προς εκμετάλλευσι, ποια ελπίδα σωτηρίας θα σου μείνη; Πήρες την εντολή να δίνης δωρεάν στον πεινασμένο, και συ δεν του το πουλάς ούτε με την κανονική τιμή.Ε.Π.Ε. 19,468

    ακόμα και της ελευθερίας
    Και τα χρήματα και τα σώματά σας και την ελευθερία σας τους τα παραδώσατε. Το σπουδαιότερο φυσικά από όσα παίρνουν, είναι η ελευθερία. Δεν παίρνουν μόνο την περιουσία σας, αλλά γίνονται κύριοι και του εαυτού σας. Ε.Π.Ε. 19,622

    των Ανθρώπων, ως δούλων 
    Υπάρχει αυταρχισμός χειρότερος απ’ αυτόν, όταν σας παίρνουν και την περιουσία σας και την ελευθερία σας και την αξιοπρέπειά σας, και πάλι δεν ησυχάζουν; Ούτε καν δούλοι σας επιτρέπουν να είστε. Σας μεταχειρίζονται πιο περιφρονητικά και από ό,τι αγορασμένους δούλους. Ε.Π.Ε. 19,624

    Εκουσίως δεν μας πιέζει ο Χριστός
    Δεν θέλει ο Χριστός να μας συνετίση με το ζόρι... Οι δαιμονισμένοι ασυναίσθητα κάνουν τα περισσότερα. Οι φιλάργυροι όμως με υπολογισμό παραπαίουν, με μανία ενεργούν κάθε καινούργια κακότητα. Ε.Π.Ε. 10,268-270

    να προσφέρης τη ζωή σου στο Χριστό
    Μπορεί να σου πάρη όσα έχεις και χωρίς να θέλης εσύ, αλλά δεν θέλη χωρίς τη θέλησί σου. Θέλεις να τα δώσης μόνος, για να έχης το μισθό σου. Μπορεί να σου πάρη τα υπάρχοντά σου χωρίς να το θέλης. Αλλά θέλει εσύ να προσφέρης τη ζωή σου με τη θέλησί σου. Μπορεί χωρίς να το θέλης να σου αφαιρέση τη δόξα και να σε κάνη ταπεινό. Αλλά θέλει με τη θέλησί σου να γίνης ταπεινός, για να έχης το μισθό σου. Μπορεί να σε κάνη φτωχό χωρίς τη θέλησί σου. Αλλά θέλει εσύ με τη θέλησί σου να τα δώσης όλα στους φτωχούς, για να σου πλέξη το στεφάνι. Ε.Π.Ε. 18,274

    (Χρυσοστομικό Λεξικό, αρχ. Δανιήλ Αεράκη, τόμος Β, σελ. 146-149)

    Πηγή


    Θέλει πολλή προσοχή, όταν πας να βοηθήσεις κάποιον που έμαθε να δικαιολογείται.


    Έχω παρατηρήσει ότι σήμερα μικροί-μεγάλοι όλα τά δικαιολογούν μέ έναν λογισμό σατανικό. Όλα ό διάβολος τους τά ερμηνεύει μέ τόν δικό του τρόπο, καί έτσι βρίσκονται έξω άπό τήν πραγματικότητα. Ή δικαιολογία είναι σατανική ερμηνεία.

    – Καί πώς γίνεται, Γέροντα, μερικοί σέ κάθε λόγο νά βρίσκουν αντίλογο;…
    – Ώ, είναι φοβερό νά συζητάς μέ έναν άνθρωπο πού συνήθισε νά δικαιολογήται! Είναι σάν νά μιλάς μέ έναν δαιμονισμένο! Όσοι δικαιολογούνται – ό Θεός νά μέ συγχώρεση – έχουν γέροντα τόν διάβολο. Είναι βασανισμένοι άνθρωποι. Δέν έχουν μέσα τους ειρήνη. Τό έχουν κάνει επιστήμη αυτό.
    Δηλαδή, όπως ένας κλέφτης δέν κοιμάται όλη νύχτα καί σκέφτεται πώς θά τά καταφέρη γιά νά κλέψη, έτσι καί αυτοί συνέχεια σκέφτονται πώς νά δικαιολογήσουν τό ένα ή τό άλλο σφάλμα τους. Ή, όπως κάποιος σκέφτεται πώς νά βρή ευκαιρία νά κάνη ένα καλό ή πώς νά ταπεινωθη, αυτοί αντίθετα σκέφτονται πώς νά δικαιολογήσουν τά αδικαιολόγητα.
    Δικηγόροι γίνονται! Δέν μπορείς νά τά βγάλης πέρα μαζί τους. Είναι σαν να μιλάς με τον ίδιο τον διάβολο.

    Τί έχω πάθει με κάποιον! Ένω του λέω: εκείνο πού κάνεις είναι στραβό, το άλλο πρέπει νά το προσέξης, δεν πάς καλά, πρέπει νά κάνης αυτό κι αυτό…, κι εκείνος γιά το καθετί βρίσκει δικαιολογίες, στο τέλος μου λέει: Δεν μου είπες τί νά κάνω!…
    Βρε χρυσέ μου άνθρωπε, τόσες ώρες τί λέμε; Λέμε τά σφάλματα σου, ότι δεν πάς καλά, κι εσύ συνέχεια δικαιολογείσαι. Τρεις ώρες τώρα με έσκασες, με έλειωσες! Πώς δεν σου είπα;…
    Νά του λες παραδείγματα, γιά νά του δώσης νά καταλάβη ότι είναι σατανικός εγωισμός έτσι όπως αντιμετωπίζει τά πράγματα, ότι δέχεται δαιμονικές επιδράσεις καί, άν δέν άλλάξη, χάθηκε, και τελικά νά λέη: Δέν μου είπες τί νά κάνω!…

    Ἡ προετοιμασία τῆς καρδιᾶς στὴν προσευχή

                                                         

     

    Ἂν ἡ καρδιά σου εἶναι ταραγμένη ἀπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ πνεύματος, καλύτερα νὰ μὴ μιλᾶς στοὺς ἄλλους.

    Πρὸ πάντος, γιὰ νὰ τοὺς διορθώσῃς. Θὰ προκαλέσης πιθανώτατα θυμὸ καὶ ὄχι διόρθωσι. Μιὰ τέτοια ἐσωτερικὴ κατάστασις σημαίνει ὅτι εἴμαστε ἀνάξιοι νὰ διδάξουμε τοὺς ἄλλους. Πρῶτα διῶξε τὸν ἐχθρό, εἰρήνευσε τὴν καρδιά σου καὶ κατόπιν μίλα.

    Μερικοὶ νομίζουν ὅτι εἶναι ἐντάξει ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ ἂν λένε τις καθωρισμένες προσευχές, χωρὶς νὰ προσέχουν στὴν προετοιμασία τῆς καρδιᾶς τους γιὰ τὴν προσευχή. Πολλοί, λόγου χάριν, διαβάζουν την πρὸ τῆς Θείας Μεταλήψεως Ἀκολουθία, ἐνῷ κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ ἑτοιμάσουν τὴν καρδιά τους ὥστε νὰ προσέλθουν ἀξίως στὴ θεία κοινωνία. Ἂν ἡ καρδιά σου εἶναι καλοπροαίρετη, ἂν μὲ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἕτοιμη νὰ ὑποδεχθῇ τὸν Νυμφίο, τότε, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν διαβάσης ὅλη ἐκείνη τὴν Ἀκολουθία, εἶσαι ἐν τάξει. «Οὐ γὰρ ἐν λόγῳ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ ἐν δυνάμει» (Α’ Κόρ. δ’ 20). Καλὸ εἶναι νὰ ὑπακοῦμε σὲ ὅλα τὴ μητέρα μας Ἐκκλησία. Ἂν μπορῇ κάποιος νὰ «χωρῇ» μακρὰ προσευχή, ἂς κάμη προσευχὴ μακρά. Ἀλλὰ «οὐ πάντες χωροῦσι τὸν λόγον τοῦτον» (Μάτθ. ιθ’ 11). Ἂν ἡ μακρὰ προσευχὴ δὲν συνδυάζεται μὲ ζέσι πνευματική, εἶναι προτιμότερο νὰ προσευχηθῇ κανεὶς σύντομα, ἀλλὰ μὲ ζέσι. Θυμήσου ὅτι ὁ Τελώνης εἶπε ὅλη καὶ ὅλη μία μικρὴ φράσι καὶ ὅμως δικαιώθηκε ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ Θεὸς δὲν ἀποβλέπει στὸ πλῆθος τῶν λέξεων, ἀλλὰ στὴ διάθεσι τῆς καρδιᾶς. Τὸ οὐσιῶδες καὶ ἀπαραίτητο εἶναι ἡ ζῶσα πίστις καὶ ἡ πραγματικὴ μετάνοια.

    Ἡ Ἀληθινή ζωή θέλει «ρίσκο»

    «Ἄν πεθάνεις, πρίν πεθάνεις, δέν θά πεθάνεις, ὅταν πεθάνεις»



    Θέλεις νά ζήσεις, θέλεις νά εἶσαι ἀληθινά χαρούμενος, νά σώσεις τήν ψυχή σου καί νά κερδίσεις τήν αἰώνια ζωή; Ἀποφάσισε ἀπό τώρα ν’ ἀλλάξεις πορεία. Ὑπερνίκησε τήν τεμπελιά σου, τήν ἀναβλητικότητά σου, κάνε τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί πές μέ θέρμη καί πίστη: Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.

    Δέν κατακτᾶ κανείς τήν ἀληθινή ζωή, τήν πίστη, μόνο μέ εὐσεβεῖς στοχασμούς, ἀλλά κυρίως μέ ἀγωνιστική προσπάθεια. Δέν μᾶς μαθαίνουν οἱ λέξεις καί οἱ θεωρίες, ποιός ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας, τί εἶναι ὁ Θεός, ἀλλά ἡ ἐμπειρία τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ὁ Θεός εἶναι ὑπαρκτός, ἀληθινός, μεθεκτός (κοινωνήσιμος καί κοινωνούμενος), ἀλλά καί εὐγενής, δεν μᾶς ἐπιβάλλεται, μᾶς ἀφήνει να τον ἀνακαλύψουμε. Πρέπει ν’ ἀνοίξουμε τό παράθυρο γιά νά μπεῖ μέσα ὁ ἥλιος, τό φῶς, ὁ δροσερός ἀέρας.

    Τόν ἑαυτόν μας, τό νόημα τῆς ζωῆς μας, τόν Θεόν, δέν θά Τον γνωρίσουμε παρά μόνον μέ καλή διάθεση, αἰσιοδοξία, χαρούμενη ἀγωνιστικότητα καί πίστη καί ἐλπίδα εἰς τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ποτέ δέν μποροῦμε νά φτάσουμε σ’ ἕνα σκοπό, ἄν καθόμαστε στη νωχέλειά μας καί περιμένουμε, λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες.

    Ἡ ζωή μας παρομοιάζεται συχνά μέ τό ἔργο τοῦ κηπουροῦ. Τή γῆ πού καλλιεργεῖς τήν ἔχεις ἀπό τόν Θεό. Τοῦ Θεοῦ δῶρα εἶναι καί ὁ σπόρος καί ἡ θέρμη τοῦ ἥλιου καί ἡ βροχή καί ἡ αὔξηση τοῦ φυτοῦ. Τό ἔργο ὅμως τῆς καλλιέργειας εἶναι δικό του (τοῦ κηπουροῦ).

    Ἄν θέλει ὁ κηπουρός νά ‘χει μιά πλούσια συγκομιδή, πρέπει νά δουλεύει συνεχῶς˙ νά καλλιεργεῖ, νά φυτεύει, νά βοτανίζει, νά ποτίζει, νά σκάβει. Ἀλλιῶς, ὅ,τι φύτεψε ἀπειλεῖται ἀπό πολλούς κινδύνους. Ποτέ δέν πρέπει νά σταματήσει τήν ἐργασία. Ἀντίθετα ἔχει χρέος ὁ κηπουρός νά ‘ναι ἄγρυπνος καί ἕτοιμος γιά κάθε ἀπρόοπτο, ἀλλά πάντα νά ‘χει κατά νοῦ ὅτι ἡ συγκομιδή θά ἐξαρτηθεῖ ἀπό τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. «Πᾶσα δόσις ἀγαθή καί πᾶν δώρημα τέλειον, ἄνωθεν ἐστί καταβαῖνον».

    Ὁ κῆπος πού ἔχουμε χρέος νά φροντίζουμε γι’ αὐτόν καί ν’ ἀγρυπνοῦμε ἐπάνω του διαρκῶς εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή μας. Ἡ συγκομιδή εἶναι ἡ χαρά τῆς ζωῆς, ἡ αἰώνια ζωή, ἡ ἐν Χριστῷ ζωῇ.

    Ἡ αἰώνια ζωή εἶναι αἰώνια, γιατί εἶναι ἔξω ἀπό χρόνο καί τόπο καί ἐξωτερικές περιστάσεις. Αἰώνια ζωή σημαίνει ζωή ἀληθινῆς ἐλευθερίας, σημαίνει ζωή γεμάτη φῶς, ἀγάπη καί καλοσύνη. Ἡ ζωή αὐτή δέν περιορίζεται ἀπό κανενός εἴδους ὅρια καί γι’ αὐτό προχωρεῖ καί ἐκτείνεται πρός τά ἐμπρός χωρίς τελειωμό, χωρίς τέρμα. Εἶναι μιά ἀτέλειωτη κατάσταση καί γιά κάθε ἄνθρωπο, μοναδική καί ἀνεπανάληπτη, ὅπως εἶναι καί ὁ κάθε ἄνθρωπος, μοναδικός καί ἀνεπανάληπτος.

    Άγιος Νεκτάριος: Ποιος ο λόγος για τον οποίο αμαρτάνουμε

            

    (Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

    Ο λόγος για τον οποίο αμαρτάνει ο άνθρωπος είναι η αποπλάνησή του κατά την αναζήτηση του αγαθού, του οποίου την απόλαυση λαχταρά και αναζητεί.

    Περί αυτού ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει: «Και των κακών αρχή και τέλος είναι το αγαθό· διότι όσα αγαθά και όσα κακά γίνονται, πάντα εξαιτίας του αγαθού γίνονται γιατί τα πράττουμε αυτά επιθυμώντας το αγαθό.

    Κανείς δεν κάνει ό,τι κάνει αποβλέποντας στο κακό, γι’ αυτό το κακό δεν έχει υπόσταση, αλλά παρυπόσταση, αφού πραγματοποιείται όχι για τον εαυτό του αλλά ένεκα του αγαθού.

    Καθετί που γίνεται, γίνεται η για το αγαθό η για το νομιζόμενο ως αγαθό».

    Παραπλανημένος ο άνθρωπος κατά την αναζήτηση του αγαθού, εξαιτίας της άγνοιας και της λανθασμένης εκτιμήσεως των δεδομένων, επιλέγει αντί του αληθινού αγαθού αυτό που εκείνος νομίζει γι’ αγαθό, το οποίο όμως δεν επιθυμεί από τη φύση του, αλλά παρά φύσιν· το προτιμάει δηλαδή από εσφαλμένη κρίση.

    Επειδή λοιπόν το αγαθό είναι από τη φύση του επιθυμητό και αγαπητό, προτιμώντας ο άνθρωπος όχι το κατά φύσιν, αλλά το κατά τη φαντασία του αγαθό, επιδιώκει το παρά φύσιν επιθυμητό, επομένως το αδημιούργητο κακό, γι’ αυτό και αμαρτάνει.

    Οι ρίζες της καταλαλιάς

    Ρωτήθηκε ο Αββάς Ησαΐας τι είναι καταλαλιά. Και αποκρίθηκε εκείνος:”Το να μη γνωρίζεις τη δόξα του Θεού και να φθονείς τον πλησίον” (Από το “Γεροντικό”)

    Για την ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μας τα πάθη, όπως εκφράζονται στην καθημερινή ζωή του ανθρώπου, έχουν βαθύτερες ρίζες. Για παράδειγμα, η καταλαλιά, που σημαίνει τη διατύπωση αρνητικών χαρακτηρισμών εις βάρος κάποιου ή την διάδοση ειδήσεων με σκοπό την μείωσή του, έχει ως ρίζα της την άγνοια της δόξας του Θεού, αλλά και τον φθόνο προς τον πλησίον. Το δεύτερο γίνεται εύκολα αντιληπτό. “Θάβεις” κάποιον διότι δεν τον συμπαθείς επειδή έχει κάποια χαρακτηριστικά τα οποία λείπουν από σένα ή επειδή έχει αποδοχή από τους ανθρώπους σε βαθμό που εσύ δεν έχεις. “Θάβεις” κάποιον διότι με αυτόν τον τρόπο θεωρείς ότι μπορείς να τον μειώσεις, αλλά και εκείνη τη στιγμή να δείξεις ότι εσύ είσαι ανώτερος από αυτόν.

    Η άγνοια όμως της δόξας του Θεού;

    Αν το σκεφτούμε καλύτερα, θα διαπιστώσουμε ότι ο ασκητικός λόγος έχει συλλάβει το πάθος της καταλαλιάς στην βαθύτερη ρίζα του. Η δόξα του Θεού είναι η αγάπη Του, είναι η ταπείνωσή Του, είναι ο Σταυρός Του, είναι η συγχώρεση που προσφέρει στους ανθρώπους. Όλα αυτά δείχνουν πως όποιος καταλαλεί, στην πραγματικότητα δεν βλέπει Ποιος είναι ο Θεός και ποιον δρόμο ζητά από εμάς τους ανθρώπους να ακολουθήσουμε, εάν θέλουμε να πορευτούμε “καθ’ ομοίωσίν ” Του. Η καταλαλιά είναι η άρνησή μας να δούμε στον άλλον την εικόνα του Θεού. Προφανώς και μπορούμε να επισημάνουμε λάθη και αμαρτίες. Δεν μας στέρησε ο Θεός την κριτική ικανότητα, την οποία ο Ίδιος μας δώρισε στη δημιουργία μας, προικίζοντάς μας με νου, λογική ικανότητα, αντίληψη. Είναι άλλο αυτό όμως και άλλο να διασπείρουμε εις βάρος του άλλου ψευδείς ειδήσεις ή να τον εξουθενώνουμε στην προσπάθειά μας να δοξάσουμε τον εαυτό μας.

    Μην νομίσεις, ότι επειδή 3 μέρες εγκρατεύτηκες και νήστεψες τρομάζεις μ’ αυτό τον σατανά.


    «Μην νομίσεις, ότι επειδή 3 μέρες εγκρατεύτηκες και νήστεψες τρομάζεις μ’ αυτό τον σατανά.
    Να σε κατηγορήσουν και να μην μιλήσεις,
    να σε βρίσει ο άλλος και να μην μιλήσεις,
    να σε ταράξει ο άλλος και να υπομείνεις,
    αυτό είναι το τέλειο και αυτό πειράζει το σατανά.
    Γιατί αν έχεις όλες τις αρετές, δεν έχεις όμως ταπεινοφροσύνη, τίποτα δεν έκανες.»

    Όσιος Άνθιμος της Χίου

    Δὲν μὲ ἀκούει ὁ Θεός. Ἐγὼ πόσο Τὸν ἀκούω;


    Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος 

    Στὸν ἔμπορο Σ.Τ., τὸν ὁποῖο «ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει».

    Παραπονιέσαι, ὅτι ο Θεὸς δὲν ἀκούει τὶς προσευχές σου. Σὲ πολλὲς δυσκολίες προσευχόσουν στὸν Θεό, καὶ ποτὲ δὲν σὲ ἔσωσε ἀπὸ καμία! Πῶς ὄχι, ἀναρωτιέμαι, ἀφοῦ ἰδοὺ ἐσὺ ἐπέζησες ἀπὸ τὶς δυσκολίες;

    Ὅμως ἐπίτρεψέ μου μία ἐρώτηση: ἐσύ, ἀκοῦς τὸ Θεό;

    Μέσα καὶ ἀπὸ τὴν Παλαιὰ καὶ ἀπὸ τὴν Καινὴ Διαθήκη ὁ Ὕψιστος ὑποσχέθηκε νὰ ἀκούει τοὺς ἀνθρώπους ὑπὸ τὸν ὄρο οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀκοῦν Ἐκεῖνον. Ἐσὺ ἀκοῦς τὸν Θεό, ἀφοῦ ζητᾶς ὁ Θεὸς νὰ ἀκούει ἐσένα; Ἐκπληρώνεις τοὺς θεϊκοὺς νόμους καὶ κρατᾶς τὶς τάξεις Του;

    Ἐὰν δὲν τὸ κάνεις, τότε εἶναι παράξενη ἡ ἀπαίτησή σου, ὁ Θεὸς νὰ ἀκούσει ἐσένα καὶ νὰ ὑπακούσει. Ὁ Θεὸς κατέβηκε στὴ γῆ καὶ ἔπλυνε τὰ πόδια ἐκείνων ποὺ Τὸν ἀγαποῦν. Στον Δημιουργό μας εἶναι μεγάλη χαρὰ νὰ ἀκούει τὰ ὑπάκουα παιδιά Του.

    Ὁ Δημιουργὸς ὑπάκουσε στὸν Μωυσῆ, τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Ἰακὼβ σ’ ὅ,τι Τὸν παρεκάλεσαν. Καὶ μέσω φυσικῶν καὶ ὑπερφυσικῶν ἐνεργειῶν Ἐκεῖνος ἅπλωνε τὸ ἔλεός Του σ’ ἐκείνους ποὺ ἐκπλήρωναν τὸν νόμο Του.

    Ἐὰν Αὐτὸς δὲν ἤθελε νὰ ὑπακούσει τὶς δικές μου καὶ τὶς δικές σου προσευχές, τοῦτο συνέβη ἢ ἐξαιτίας τοῦ ὅτι ἐμεῖς δὲν θέλαμε νὰ ὑπακούσουμε τὶς ἐντολές Του ἀπὸ τὴν Διαθήκη ἢ ἐπειδὴ οἱ προσευχὲς μας ἦταν ἀνορθόδοξες.

    Η αληθινή αγάπη... (από το Μέγα Γεροντικό)

                             Η αληθινή αγάπη...(από το Μέγα Γεροντικό)

    1. Είπε ο αββάς Αντώνιος:
    «Εγώ δεν φοβάμαι πιά τον Θεό, αλλά τον αγαπώ, γιατί η αγάπη διώχνει πέρα τον φόβο».
    2. Είπε πάλι:
    «Η ζωή και ο θάνατος της ψυχής εξαρτάται από τον πλησίον. Αν κερδίσουμε τον αδελφό, τον Θεό κερδίζουμε, ενώ αν σκανδαλίσουμε τον αδελφό, στον Χριστό αμαρτάνουμε».

    3. Ο αββάς Αγάθων είπε:
    «Ποτέ δεν πλάγιασα να κοιμηθώ, έχοντας δυσαρεστηθεί με κάποιον, αλλά ούτε και άφησα -όσο μπορούσα- άλλον να κοιμηθεί, έχοντας κάτι με μένα».
    4. Έλεγε ο αββάς Αγάθων:
    «Αν γινόταν να βρω ένα λεπρό και να του δώσω το δικό μου σώμα και να πάρω το δικό του, ευχαρίστως θα το έκαμνα.
    Γιατί αυτή είναι η τέλεια αγάπη».

    5. Έλεγε ο αββάς Ιωάννης ο Κολοβός:
    «Δεν γίνεται να χτίσει κανείς το σπίτι, αρχίζοντας από πάνω και προχωρώντας προς τα κάτω.
    Από τα θεμέλια θα αρχίσει και θα προχωρήσει προς τα πάνω».
    Τον ρωτούν:
    «Τι σημαίνουν αυτά τα λόγια;»
    «Το θεμέλιο, απαντά, είναι ο πλησίον, προκειμένου να τον σώσεις, και πρώτος εσύ ωφελείσαι, γιατί απ΄αυτόν κρέμονται όλες οι εντολές του Χριστού».
    Ο αββάς Ιωάννης είπε:
    «Ο πατέρας μας, ο αββάς Αντώνιος, είπε: Ποτέ δεν έβαλα το δικό μου συμφέρον πιο πάνω από την ωφέλεια του αδελφού μου».

    Τὶ εἶναι τὰ δάκρυα ποὺ χύνουμε γιὰ τὸν Κύριο;

     

    Ὅταν μέ ἀκοῦς νά σοῦ μιλάω γιά δάκρυα, μή φαντάζεσαι ὅτι σέ θέλω γεμᾶτο πίκρες καί φαρμάκια.

    Τά δάκρυα γιά τά ὁποῖα σοῦ μιλάω, δέν φέρνουν πίκρα στήν καρδιά, ἀλλά μιά γλύκα τόσο μεγάλη, πού δέν σοῦ τήν δίνουν οὔτε τά γέλια τά πιό τρανταχτά.

    Δέν μέ πιστεύεις ἐμένα; Ἄκουσε τότε τόν ἅγιο Λουκᾶ. Μᾶς λέγει: Οἱ Ἑβραῖοι εἶχαν πιάσει τούς ἁγίους ἀποστόλους. Καί τούς ἔδωσαν «τό ξύλο τῆς χρονιᾶς τους»! Καί τούς ἔδιωξαν. Καί οἱ ἀπόστολοι ἔφυγαν γεμᾶτοι χαρά! (Πράξ. 5,41).

    Τήν χαρά αὐτή, δέν τούς τήν προκάλεσε τό ξύλο! Αὐτό μόνο πόνο προκαλεῖ. Ὄχι εὐχαρίστηση. Ὄχι χαρά. Αὐτό ὅμως πού δέν τό κάνει τό ξύλο, τό κάνει ἡ πίστη στόν Χριστό. Γιατί ἡ πίστη στό Χριστό εἶναι ἐπάνω ἀπό τήν φύση· ἐπάνω ἀπό ὅλα. Καί γι’ αὐτό τό ξύλο πού ἔφαγαν γιά χάρη Του, ἔγινε μέσα τους αἰτία καύχησης καί πηγή χαρᾶς.

    Μέ τήν ἁγιότητα ἀλλάζει ὁ ἄνθρωπος

    Κάποιο ἀπόγευμα ἐπισκέφθηκα τὸ Γέροντα μ’ ἕναν γνωστό μου. Μᾶς δέχθηκε στὸ κελί του καὶ τοὺς δύο μαζί. Στὴ συζήτησή μας, ποὺ ἀκολούθησε, ὁ γνωστός μου, μεταξὺ ἄλλων, τοῦ μίλησε καὶ γιὰ τὴ μεγάλη ἐκτίμηση ποὺ ἔτρεφε στὸ πρόσωπό μου.

    Ὁ Γέροντας τὸν κοίταζε, ἔπειτα ἔσκυψε τὸ κεφάλι καὶ δὲν εἶπε τίποτα. Σὲ λίγο φύγαμε.

    Στὴν ἑπόμενη ἐπίσκεψή μου ἤμουν μόνος. Ὁ Γέροντας μοῦ εἶπε: “Σκέφτομαι ἐκεῖνον τὸ γνωστό σου, πού μοῦ ἔφερες καὶ μοῦ ἔλεγε, μὲ χαρά, γιὰ τὴν ἐκτίμηση πού σοῦ ἔχει.

    Τὴ στιγμὴ ὅμως, πού μοῦ τὰ ἔλεγε αὐτά, ξέρεις ἐγὼ τί εἶδα στὸ βάθος τῆς ψυχῆς του; Ὅτι σὲ ἀποστρέφεται καὶ σὲ ἀπορρίπτει”.

    Ἔμεινα ἐμβρόντητος ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψή του, ποὺ οὔτε κἄν θὰ μποροῦσα νὰ φαντασθῶ.

    Ποιος δεν θέλει να ’ναι χαρούμενος;

     
    Η χαρά αποτελεί προαιώνιο πανανθρώπινο πόθο. Η χαρά έχει μεγάλη σημασία στη ζωή μας.
    Το νόημά της είναι γνωστό και δεν χρειάζεται να το αναλύσουμε. Σήμερα όμως φαίνεται πως έχει χάσει το αληθινό νόημά της. Ο πόνος κυριαρχεί και η χαρά απουσιάζει. Ή η χαρά παρουσιάζεται όχι στην πραγματική,
    ουσιαστική και ολοκληρωμένη της μορφή, αλλά σε φτηνά υποκατάστατα, που μεγαλώνουν τον πόνο της ψυχής.
    Ο άνθρωπος στην Εδέμ ήταν αθώος, ευδαίμων, μακάριος και τέλεια χαρούμενος. Πηγή της χαράς του ήταν η άνετη και συνεχής συνομιλία του με τον Θεό. Θέλοντας να ανεξαρτητοποιηθεί και να αυτοθεωθεί, αποξενώθηκε αυτόματα από την πηγή της μεγάλης χαράς του…. Η χαρά για την ψυχή του ανθρώπου είναι ό,τι το ψωμί και το νερό για το σώμα του. Η χαρά αποτελεί θεία έμπνευση, ζωογόνο θαλπωρή, μητέρα της υγείας και αδελφή μιας υπέροχης παρηγοριάς. Μερικοί νομίζουν πως τη χαρά θα τη βρουν στην αχαλίνωτη διασκέδαση, στο ξετσίπωτο ξεφάντωμα, στο ολονύκτιο κυνηγητό της ηδονής, στο γλέντι της μέθης, στη μέθη της πολυτέλειας, της σπατάλης και του κορεσμού. Αν μπορούσε κανείς να φωτογραφίσει τα βάθη των καρδιών των θαμώνων των λεγόμενων κέντρων διασκεδάσεως, θα παρατηρούσε άβυσσο άλγους, ερημιάς, παγωνιάς και σκληρής μοναξιάς. Η χαρά δεν πουλιέται σε κανένα μαγαζί και δεν εξαγοράζεται με λίγα ή πολλά χρήματα.
    Σήμερα ο άνθρωπος διασκεδάζει -από το αρχαίο ρήμα διασκεδάνυμι, που σημαίνει διασκορπίζεται- και δεν ψυχαγωγείται χαροποιά. Συνήθως η διασκέδασή του είναι ψυχοφθόρα και ψυχοβόρα. Όπως έλεγε ο σοφός Σόλων, να φεύγεις την ηδονή που γεννά λύπη! Επιστρέφει κανείς από μια κοσμική διασκέδαση κατάκοπος, κατηφής, στεναχωρημένος, πιο μόνος. Μερικοί νομίζουν πως όλοι οι πλούσιοι είναι αρκετά χαρούμενοι. Πρόκειται για ένα μεγάλο ψέμα, που το επιβεβαιώνουν συχνά οι ίδιοι. Ένας γελωτοποιός πήγαινε στον ψυχίατρο να παρηγορηθεί, που έκανε τους άλλους να γελούν δυνατά και τον εαυτό του να μην μπορεί να τον χαροποιήσει. Ένας ηθοποιός πλούσιος, γοητευτικός και διάσημος εθεωρείτο ο πιο ευτυχισμένος, και ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του τον πιο άθλιο.

    Αββάς Δωρόθεος: Οἱ τρόποι τοῦ ψεύδους

          

    Ὑπάρχουν τρεῖς γενικοί τρόποι γιά νά λέμε ψέματα καί νά εἴμαστε ψευδόμενοι, γράφει ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος:
    Υπάρχουν τρείς τρόποι ψεύδους· είναι ο ψευδόμενος κατά διάνοιαν, ο ψευδόμενος εν λόγω, και ο ψευδόμενος με τον βίον του.
    α. Ὁ πρῶτος τρόπος εἶναι νά ψεύδεται κάποιος κατά διάνοια. Χαρακτηριστικό αὐτῆς τῆς καταστάσεως εἶναι ἡ ὑπόνοια καί ἡ καχυποψία. Αὐτός πού ἔχει καχυποψίες, ἐάν δεῖ κάποιον νά ὁμιλεῖ μέ ἕναν ἄλλο, ὑποπτεύεται πώς μιλοῦν γι’ αὐτόν. Ἐάν διακόψουν τήν ὁμιλία, ὑποψιάζεται πώς διέκοψαν γι’ αὐτόν. Ἡ καχυποψία, πού εἶναι μία μορφή ψεύδους, τόν κάνει νά μή λέγει τίποτε τό ἀληθινό, ἀλλά νά κατασκευάζει ὅλο ὑποθέσεις. Τά ἀποτελέσματα τῆς περιπτώσεως αὐτῆς εἶναι περιέργειες, κρυφακούσματα, καταλαλιές, κατακρίσεις καί μαλώματα.
    β. Ὁ δεύτερος τρόπος εἶναι νά ψευδόμαστε μέ τόν λόγο. Ἕνας πού εἶναι ψεύτης στά λόγια, προσπαθεῖ νά δικαιολογήσει τίς ἁμαρτίες του, τά πάθη του ἤ προσπαθεῖ νά ἐπιτύχει τοῦ σκοποῦ του μέ ψέματα. Τροποποιεῖ τίς κατηγορίες εἰς βάρος του μέ ψέματα. Λέγει ψέματα γιά νά ἐκπληρωθοῦν οἱ ἐπιθυμίες του. Ψεύδεται γιά νά ἐντυπωσιάσει, νά ἀποφύγει πολλές καταστάσεις ἤ γιά νά κερδίσει χρήματα καί ἀγαθά. Αὐτός πού λέγει ψέματα στά λόγια του, φτάνει στό σημεῖο νά μήν τόν πιστεύουν οἱ ἄλλοι, ἔστω καί ἄν λέγει ἀλήθεια.

    Ὁ Σωφέρ καὶ ἡ κούρασή του

    Στενοχωρεῖσαι. Βαρέθηκες τὴν δουλειά σου. Ὅλες οἱ ἄλλες ἐργασίες σοῦ φαίνονται καλύτερες. Εἶσαι πικραμένος καὶ ἀνήσυχος, γιατί δὲν μπορεῖς νὰ βρῆς ἄλλο ἐπάγγελμα!

    Πολὺ σκέφθηκα πρὶν πάρω τὸ μολύβι μου νὰ σοῦ ἀπαντήσω. Προσπάθησα μὲ τὴν φαντασία μου νὰ ἔρθω στὴν θέση σου. Προσπάθησα νὰ μπῶ στὴν μαυρίλα καὶ στὸν θόρυβο τῆς μηχανῆς. Φαντάσθηκα τὸν ἑαυτό μου κατάμαυρο καὶ ἱδρωμένο νὰ κοιτάζω μὲ προσοχή, μὲ προσοχὴ πάντα μπροστά, ἐνῷ πίσω μου ἔρχεται ἕνας μικρὸς λαός: γέροι, γονεῖς, παιδιά, ἡγεμόνες, διπλωμάτες, ὑπάλληλοι, χωρικοί, ἐργάτες, μέ-ροκαματιάρηδες. Ὅλοι γνωστοί μου, καὶ ὅλοι αὐτὴ τὴν στιγμὴ ἐξαρτῶνται ἀπὸ μένα! Εἴτε τὸ κουβεντιάζουν μεταξύ τους, εἴτε ἁπλῶς τὸ σκέπτονται μέσα τους. Ὅλοι τρέχουν μὲ λαχτάρα γιὰ τὸν προορισμό τους. Καὶ ἐγὼ ἐξαρτῶμαι ἀπὸ τὸν Θεό.

    Οἱ ἐπιβάτες δὲν τὸ καταλαβαίνουν πόσο ἐξαρτῶνται ἀπὸ μένα! Χωρὶς νὰ μὲ γνωρίζουν. Χωρὶς νὰ μὲ ξέρουν! Καὶ ὅμως μὲ ἐμπιστεύονται. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς μοῦ δίνει χαρά! Ὅταν ἀνέβηκαν στὸ ὄχημα καὶ ξεκινήσαμε, κανεὶς δὲν ἦρθε νὰ μὲ ἰδῆ καὶ νὰ μὲ γνωρίση! Κανεὶς δὲν ἀναρωτήθηκε: Μήπως εἶναι τρελλὸς ἤ τυφλὸς ἤ μεθυσμένος; Ὅλοι μοῦ ἐμπιστεύθηκαν τὴν ζωή τους! Χωρὶς νὰ εἶναι σίγουροι ὅτι εἶμαι ὁ πιὸ ἱκανὸς ἄνθρωπος σ’ αὐτὴν τὴν θορυβώδη κίνηση τῆς πόλης, ποὺ οἱ ἐπιβάτες μένουν στὸ ὄχημά μου γιὰ λίγο καὶ συνεχῶς ἀλλάζουν!

    Οι δοκιμασίες της ζωἠς. Καρότα, αυγά ή κόκκοι καφέ;

                             

    Μία νεαρή γυναίκα ήρθε στη μητέρα της και της είπε για τη σκληρή της ζωή, για το πώς είχε σκληρό χρόνο. Δεν ήξερε πώς να τα αντιμετωπίσει όλα αυτά. Ήθελε να παραιτηθεί από τα πάντα και να τα εγκαταλείψει. Έχει κουραστεί να αγωνίζεται. Φαινόταν πως μόλις ένα από τα προβλήματά της λυνόταν, άλλο εμφανιζόταν αμέσως.

    Η μητέρα της πήρε τη νεαρή γυναίκα στην κουζίνα και γέμισε τρία δοχεία με νερό. Στην πρώτο δοχείο έβαλε μερικά καρότα, στο δεύτερο - το αυγό, και στο τρίτο - λίγους κόκκους καφέ. Εκείνη περίμενε μέχρι το νερό στα δοχεία να αρχίσει να βράζει και λίγα λεπτά αργότερα τα έβγαλε από τη φωτιά. Η μητέρα έβγαλε τα καρότα και τα αυγά από τα δοχεία και τα έβαλε σε διαφορετικά μπολ και έριξε τον καφέ σε ένα φλιτζάνι. Όσον αφορά την κόρη της, η οποία διαμαρτυροταν για τη ζωή, ρώτησε:
    "Πες μου, τι βλέπεις;"
    Η κόρη απάντησε:
    - μερικά καρότα, ένα αυγό και καφέ.
    Η μητέρα άφησε την κόρη της να πλησιάσει και της ζήτησε να δοκιμάσει τα καρότα. Δοκίμασε και παρατήρησε ότι το καρότο ήταν μαγειρεμένο και μαλακωσε . Η μητέρα ζήτησε να σπάσει το αυγό. Η κόρη το έκανε. Αφού καθάρισε το κέλυφος, η κόρη είδε ότι ήταν βρασμένο. Τελικά, η μητέρα ζήτησε να δοκιμάσει καφέ.
    Η κόρη αισθάνθηκε πλούσια γεύση και ρώτησε:
    - Μαμά, ποιο είναι το θέμα;

    «ΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ ΚΑΙ Ο ΠΙΣΤΟΣ»

                


    ΙΕΡΟΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ

    Η ασθένεια είναι μία επίσκεψη του Θεού προς τον άνθρωπο. Είναι μία εκδήλωση της αγάπης Του, που έχει ως σκοπό την θεραπεία της ψυχής μας από την αρρώστια της αμαρτίας. «Ο Θεός δίνει τις αρρώστιες για την υγεία της ψυχής», λένε οι άγιοι Πατέρες.

    Ο ιερός Χρυσόστομος μιλώντας για τον παράλυτο, που επί τριάντα οκτώ χρόνια περίμενε την θεραπεία του, λέγει ότι η αρρώστια του «έδειξε την φιλανθρωπία του Θεού. Διότι πραγματικά, το να τον παραδώσει ο Θεός σε τέτοια αρρώστια, και το να παρατείνει την αρρώστια τόσο πολύ καιρό, είναι απόδειξη πολύ μεγάλης φροντίδος. Όπως ο χρυσοχόος βάζει το χρυσάφι στο χωνευτήρι και το αφήνει να δοκιμάζεται στην φωτιά μέχρις δότου το δει να γίνεται τελείως καθαρό, έτσι κάνει και ο Θεός: Επιτρέπει να δοκιμάζονται οι ανθρώπινες ψυχές στις συμφορές τόσο, όσο να γίνουν καθαρές και διάφανες, και να αποκομίσουν πολλή ωφέλεια από την δοκιμασία αυτή. Επομένως και αυτό είναι ένα είδος ευεργεσίας, και μάλιστα το μεγαλύτερο», καταλήγει ο Άγιος.

    Εάν οι λόγοι του ιερού Χρυσοστόμου μας φαίνονται υπερβολικοί, θα πρέπει να εξετάσουμε γιατί ηαρρώστια θεωρείται ευεργεσία του Θεού.

    «Εξαγοραζόμενοι τον και­ρόν».

    Ρωτάς τι σημαίνουν τα λόγια: «Εξαγοραζόμενοι τον και­ρόν».



    Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς*

    Ό μακάριος Ιερώνυμος ερμηνεύει ως εξής: «Όταν χρησιμοποιούμε τον χρόνο σε καλές πράξεις, τότε τον εξα­γοράζουμε».
    Ό μακάριος Θεοφάνης ο Εγκλειστος λέει: «Να στρέφουμε τον χρόνο σε όφελος μας για τους αιώνιους στόχους μας». Τα λόγια του απόστολου του Θεού έχουν παρόμοια σημασία με τα λόγια του Θεού:
    «Πραγματεύσασθε εν ώ έρχομαι» (Λουκ. 19,13). Και όταν Αυτός επιστρέψει, δηλαδή όταν ο Χριστός ξαναέρθει για να κρίνει τον κό­σμο, θα μας ρωτήσει πώς πραγματευόμασταν με τα δοσμέ­να μας τάλαντα.
    Πώς χρησιμοποιούσαμε τον καιρό της ζωής μας. Εάν δίναμε το φθηνό για να κερδίσουμε το ακριβό, όπως ο Ιακώβ, ή αντίθετα το ακριβό για να αποκτήσουμε το φθηνό, όπως ο Ησαύ.

    Όπου υπάρχει περηφάνια, δέ μπορεί νά υπάρχει πίστη! Κι’ απ’ όπου λείπει ή πίστη, λείπει και ή ελπίδα

                    

    Ή περηφάνια θολώνει τήν κρίση. Κι’ όπου υπάρχει περηφάνια, δέ μπορεί νά υπάρχει πίστη! Κι’ απ’ όπου λείπει ή πίστη, λείπει κ’ ή ελπίδα. Άν πιστεύανε οί άνθρωποι πώς εκείνα πού λέει ό Χριστός είναι αληθινά, δέν θά κολλούσανε τόσο στά επίγεια.

    Ό Απόστολος Παύλος λέει: «Αν, ελπίζουμε στόν Χριστό μοναχά γιά τούτη τή ζωή, είμαστε οί πιό ελεεινοί άνθρωποι».

    Δέν υπάρχει κανένα πράγμα πιό σίγουρο από τήν ματαιότητα τού κόσμου, κανένα. Όλη ή ιστορία τής ανθρωπότητας φανερώνει αυτή τήν απελπιστική ματαιότητα.

    Οι συμφορές και οι κίνδυνοι διδάσκουν την προσευχή

         «Οι συμφορές και οι κίνδυνοι δίδαξαν πολλούς να προσεύχονται. Μ’ επισκέφτηκε κάποτε στην αποθήκη τροφίμων ένας στρατιωτικός, που κατευθυνόταν στη Θεσσαλονίκη. Η ψυχή μου τον αγάπησε και του λέγω: «Προσεύχου στον Κύριο να λιγοστέψουν οι θλίψεις». Κι αυτός απαντά: «Ξέρω να προσεύχομαι. Το έμαθα στον πόλεμο, όταν ήμουν στις μάχες.

    Παρακαλούσα θερμά τον Κύριο να με φυλάξει ζωντανό. Τα βόλια έπεφταν, τα βλήματα έσκαζαν και λίγοι έμειναν στη ζωή. Αν και πήγα πολλές φορές στη μάχη, ο Κύριος με φύλαξε». Ενώ τα έλεγε αυτά, έδειχνε πως προσευχόταν και από τη στάση του σώματός του φαινόταν πως ήταν όλος βυθισμένος στον Θεό» (Οσίου Σωφρονίου, Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας). 

         Ένας από τους πιο βαθιά προσευχομένους ανθρώπους της συγχρόνου εποχής, που θα πει τους ολοκληρωτικά στραμμένους με μεγάλο πόθο στην αγάπη του Θεού, ήταν ο μεγάλος όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης.