Πάντοτε πρὶν τὴν αὐγή εἶναι τὸ πιὸ πυκνὸ σκοτάδι
“Σὲ μία νύχτα, μὲ πολλὰ δάκρυα, ἀγοράζεται ὁ Παράδεισος…”
Ἡμερολόγιο τοῦ Ἰβᾶν Στάρτσκωφ, ὑπολοχαγοῦ Β’ τάγματος τοῦ Σοβιετικοῦ στρατοῦ
«…12 Δεκεμβρίου 1941… Βρίσκομαι στὸ Γενικὸ Νοσοκομεῖο κάποιας γερμανικῆς πόλεως… δὲν ξέρω τ’ ὄνομά της, ἀφοῦ μὲ μετέφεραν ἐδῶ ἀπὸ τὸ πεδίο μάχης ἐνῶ ἤμουν σὲ κῶμα… Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς δὲ θέλω νὰ μάθω τ’ ὄνομά της… τί μ’ ἐνδιαφέρει ἄλλωστε; Ἐκτὸς αὐτοῦ, κανεὶς δὲν ἔκανε τὸν κόπο νὰ μοῦ τὸ πεῖ.
Ἡ κατάστασή μου εἶναι κυριολεκτικὰ τραγική. Πρὸ τριῶν μηνῶν περίπου στὴ φοβερὴ μάχη τοῦ Λένινγκραντ ἡττηθήκαμε ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς Ναζί, μὲ μεγάλες ἀπώλειες καὶ ἀπὸ τὶς δυὸ πλευρές. Ἐγὼ πληγώθηκα θανάσιμα στὰ δυὸ πόδια ἀπὸ ἔκρηξη χειροβομβίδας καὶ στὸ ἀριστερὸ χέρι ἀπὸ κάποια ἀδέσποτη σφαῖρα.
Μὲ βρῆκαν πλημμυρισμένο στὸ αἷμα, ἀνάμεσα σ’ ἕνα σωρὸ νεκροὺς συναδέλφους δυὸ Γερμανοὶ στρατιῶτες, ποὺ μετὰ τὴ λήξη τῆς μάχης ἔψαχναν ἀνάμεσα στὰ πτώματα γιὰ ὁτιδήποτε χρήσιμο ἢ πολύτιμο.
Μὲ ἕνα αὐτοκίνητο τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ μὲ μετέφεραν σὲ κάποιο σταθμὸ πρώτων βοηθειῶν ὀποῦ συνῆλθα λίγο, ἔπειτα μὲ φόρτωσαν στὸ βαγόνι ἑνὸς τρένου, ἀφοῦ μοῦ κόλλησαν ἕνα νούμερο στὸ στῆθος καὶ στὴν πλάτη. Αὐτὸ ἦταν φυσικό, ἀφοῦ γιὰ ἐκείνους δὲν ἤμουν τίποτε ἄλλο ἀπὸ ἕνα νούμερο…
Γεννήθηκα στὸ Σμολένκ, μία κωμόπολη Ρωσική, περίπου ἑκατὸ χιλιόμετρα ἀπὸ τὴ Μόσχα, τὸ 1912. Ἀπό μικρὸ παιδὶ ἤμουν σχεδὸν ἄθεος, μεγαλώνοντας ἀσπάσθηκα τὸν κομμουνισμό. Ὁ πατέρας μου ἦταν αὐστηρὸς μπολσεβίκος καὶ εἶχε λάβει μέρος στὴν κομμουνιστικὴ ἐπανάσταση τὸ 1917, ποὺ ἀνέτρεψε τὸ καθεστὼς τοῦ Τσάρου.


