
Μπαλλῆ Χαρίκλεια, Msc Κλασσικῆς Φιλολογίας
Βρισκόμαστε στις ἀρχές του 15ου αἰώνα στήν Ἀνατολική Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία μὲ αὐτοκράτορα τὸν Ἰωάννη τὸν Η Παλαιολόγο. Παρόλο ποὺ ὁ πατέρας του, Μανουὴλ Β, ὁ ὁποῖος εἶχε ὀργώσει ὃλην τὴν Εὐρώπη ἀναζητῶντας ἀτελέσφορα βοήθεια κατὰ τῶν Ὀθωμανῶν, τὸν προειδοποιεῖ ὃτι ἡ ἓνωσις μετὰ τῶν παπικῶν δὲν θα ἐπιτευχθῇ ποτέ, ὁ Ἰωάννης μὲ τὸν Πατριάρχη Ἰωσὴφ καὶ πολλοὺς Μητροπολίτες καὶ Ἑπισκόπους ξεκινοῦν τέλη τοῦ 1437 γιὰ τὴν Φερράρα τῆς Ἰταλίας ἐπιδοτούμενοι ἀπὸ τὸν πάπα σὲ κόμιστρα, καὶ ὁμολογουμένως πενιχρὴ διατροφὴ καὶ ἂθλια διαμονή. Ἐπειδὴ ὁ πάπας εἶχε προβλήματα μὲ ἀρκετοὺς ἐπισκόπους του ποὺ ἒκαναν δικὲς τους Συνόδους (Βασιλεία) και δὲν ἀποδέχονταν τὴν κυριαρχία του καὶ ἐπειδὴ ἡ προέλαση τῶν Ὀθωμανῶν εἶχε ἀνησυχήσει καὶ τὴν Εὐρώπη, οἱ Ρωμηοὶ πίστεψαν ὃτι μπορεῖ ἳσως νὰ ἐπιτύχουν στρατιωτικὴ βοήθεια καὶ ἱσότιμες διαπαραγματεύσεις στὰ ζητήματα τῆς Πίστεως.
Ὁ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς (1391-1444), εὐγενικῆς καταγωγῆς, ὃπως μαρτυρεῖ τὸ προσωνύμιόν του, ἦταν εὐρυμαθὴς μοναχὸς μὲ σπουδὲς Ῥητορικῆς καὶ Μαθηματικῶν, θαυμαστὴς τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ σφιχτὰ ἐναγκαλιζόμενος τὴν Ἡσυχαστικὴν Παράδοσιν καὶ μαθητὴς τοῦ Ἰωσὴφ Βρυεννίου, τοῦ ὁποίου τὸν ζῆλον υἱοθέτησε. Ὁ Αὐτοκράτορας εἶχε ἀναγκάσει τὸν Μᾶρκον νὰ γίνῃ Μητροπολίτης Ἐφέσου ἐκτιμῶντας τὴν μόρφωσίν του καὶ ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας τὸν ὢρισε ἀντιπρόσωπόν του στὴν Σύνοδο τῆς Φερράρας. Φαίνεται ὃτι τόσο ἡ ἂδολη ἐπιθυμία τοῦ Μάρκου ὃσο καὶ τοῦ μαθητῆ του καὶ πρώτου μετὰ τὴν Ἃλωσιν Πατριάρχου Κων/πόλεως Γ. Γεννάδιου Σχολάριου ἦταν νὰ ἀρθῇ ἐπιτέλους τὸ Σχίσμα Ἀνατολῆς καὶ Δύσης καὶ νὰ ἐπιστρέψουν οἱ Δυτικοὶ στὴν Ἀκαινοτόμητον Εὐαγγελικὴν Ἀλήθειαν καὶ Ἀποστολικὴν Παράδοσιν πρὸ τῶν ἐνσκηπτὸντων μιαιφόνων ἀντιχρίστων Ὀθωμανῶν. Ἢθελε νὰ ἐπιστρέψουμε στὴν πρώτη χιλιετία τῆς Ἐκκλησίας καὶ γι’αυτὸ θὰ ἀναφωνήσῃ στὴν Σύνοδο: “Μέχρι τίνος δάκνομεν ἀλλήλους καὶ κατεσθίομεν;”
Στὴν στάση τῆς Ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐκκλησίας στὴν Βενετία οἱ Ἓλληνες βλέπουν τὴν σωρεία τῶν λεηλατηθέντων κειμηλίων τῆς Πόλεως ἀπὸ τοὺς Σταυροφόρους καὶ ἀθυμοῦν. Ἀρχὲς τοῦ 1438 καταφθάνουν στὴν Φερράρα καὶ γίνονται δεκτοὶ πρῶτοι οἱ πολιτικοὶ ἡγέτες, πρᾶγμα ποὺ δυσαρεστεῖ τὸν Πατριάρχη. Ἡ ἀλαζονεία τῶν Δυτικῶν γίνεται ἀμέσως ἐμφανής. Ὁ πάπας ἐκμεταλλεύεται τὸ ἀπερίγραπτο δρᾶμα τῶν Ρωμηῶν καὶ ἐπιδιώκει τὴν πλήρη ὑποταγή τους. Ἀπαιτεῖ νὰ γονατίσουν μπροστά του καὶ νὰ τοῦ φιλήσουν τὴν παντόφλα ὁ Πατριάρχης, ὁ Αὐτοκρἀτωρ καὶ ὃλοι οἱ ὀρθόδοξοι ἀντιπρόσωποι. Ὁ Ἰωάννης εὐτυχῶς ἀρνεῖται τέτοιον ἐξευτελισμὸ καὶ ὁ πάπας ὑπαναχωρεῖ “παραιτούμενος μεγαλοψύχως τοῦ δικαιώματός του, χάριν τοῦ θεαρέστου ἒργου τῆς ἑνώσεως”. Ὡστόσο, ἐνῷ ὁ πάπας κάθεται σὲ ἐπηρμένο θρόνο, στὸν Πατριάρχη καὶ τοὺς ὀρθοδόξους δίνεται κάθισμα στὸ ὓψος τοῦ ὑποποδίου τοῦ πάπα, ὃπως καὶ στοὺς καρδιναλίους του. Κάθε ψευδαίσθηση τῶν ὀρθοδόξων γιὰ ἱσότιμο διάλογο κονιορτοποιεῖται. Τὸ σιτηρέσιον (ἡ διατροφὴ) ποὺ εἶχε ὑποσχεθεῖ ὁ πάπας ἦταν τόσο πενιχρὸ καὶ πολλὲς φορὲς ἀργοποροῦσε, ὣστε νὰ ξεπουλοῦν τὰ ἰμάτιά τους πρὸς ἐπιβίωσιν. Οἱ παπικοὶ ἢθελαν νὰ τους κουράσουν καὶ νὰ τοὺς κάμψουν μὲ καθυστερήσεις, στερήσεις τροφοδοσίας, ἂθλιες συνθῆκες διαμονῆς ἀλλὰ καὶ ἐκβιασμοὺς καὶ χρηματικὲς ὑποσχέσεις ἀργότερα.