Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καύσις των νεκρών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα καύσις των νεκρών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η καύσις των νεκρών: η παραβίαση της ιερότητας του ανθρωπίνου προσώπου

Του Αρχιμανδρίτου Θεοφίλου Λεμοντζή

    Τα τελευταία χρόνια πολύς λόγος γίνεται για την καύση των νεκρών. Οι θιασώτες της καύσης των νεκρών αγωνίζονται για την καθιέρωσή της, επικαλούμενοι λόγους έλλειψης χώρου, λόγους υγιεινής και λόγους συναισθηματικούς. Συχνά τους συναντούμε στα Μέσα μαζικής ενημέρωσης να προσπαθούν να μας πείσουν για τα πλεονε­κτήματα της καύσης, έναντι της ταφής.

Η πρακτική της καύσης των νεκρών συναντάται σε ανατολικά θρη­σκεύματα όπως τον Ινδουισμό. Εκεί το σώμα δεν έχει κάποια ιδιαίτερη αξία. Αντίθετα ταυτίζεται με τον πόνο και την φθορά καθώς ο άνθρω­πος με το θάνατο του απελευθερώνεται από την καταδυνάστευση του υλικού σώματος. Γι’ αυτά τα θρησκεύματα ο πόνος ταυτίζεται με την ύλη. Ο άνθρωπος βρίσκεται δεσμευμένος σ’ έναν διαρκή κύκλο γεννήσε­ων και επαναγεννήσεων. Ο άνθρωπος καλείται ν’ αποδεσμευθεί από την τροχιά αυτού του κύκλου και να εισέλθει στο νιρβάνα που ταυτίζεται με την απελευθέρωση από την καταδυνάστευση της υλικής μας φύσεως. Κατά τη διάρκεια των αλλεπάλληλων μετενσαρκώσεων, ο άνθρωπος αποβάλλει την υλική του φύση η οποία ταυτίζεται με τον πόνο81.

Η ταφή των νεκρών είναι πρωταρχικό σημείο στην αναγνώριση της θρησκευτικής συνείδησης των ανθρώπων. Η ταφή διαφοροποιεί τον έλλογο άνθρωπο από τα λοιπά έμβια όντα, αλλά και από την άλογη δημιουργία και τον αναδεικνύει όν με θρησκευτική συνείδηση. Έτσι, η ταφή, αντίθετα με την καύση, συμπλέει με την φύση και εκφράζει την παράδοση του σώματος στις συνθήκες της φύσεως. Στην περίπτωση της καύσεως, το σώμα εκτίθεται στη βιαιότητα των στοιχείων της φύσεως ή στην αδηφάγο μανία της τεχνολογίας. Κατά τη χαρακτηριστική έκφραση ενός διορατικού γέροντα, η καύση των νεκρών συνιστά πολι­τισμένη ανθρωποφαγία και ταυτόχρονα αποτελεί και σύμβολο του σύγχρονου μηδενισμού82.

Με την καύση των νεκρών υποτιμάται ή υλη και κατά συνέπεια είναι έμμεση αποδοχή όλων εκείνων των γνωστικών αιρέσεων των πρώτων αιώνων που απέρριπταν την ιερότητα του υλικού σώματος. Οι Μανιχαίοι υποστήριζαν ότι το υλικό σώμα ταυτίζεται με το κακό και ότι είναι προορισμένο να καταδικασθεί83.

Στον Χριστιανισμό η υλική μας φύση, το υλικό μας σώμα, δεν είναι η πηγή του πόνου. Πηγή του πόνου και παθών μας είναι η αμαρτία. Δια της αμαρτίας εισήλθε στον κόσμο η φθορά και ο θάνατος. (Ρωμ. 5,12). Πριν το προπατορικό αμάρτημα, ο άνθρωπος δεν καταδυναστεύετο από την αμαρτία και κατά συνέπεια ήταν ελεύθερος από τον πόνο, τη φθορά και το θάνατο. Η ύλη δημιουργήθηκε από το Θεό (Γεν. 1,1). Το υλικό μας σώμα δημιουργήθηκε από τον Θεό (Γεν. 2,7), εξ ούκ όντων (Β’ Μακ. 7,28), όχι από κάποια προϋπάρχουσα ύλη, αλλά εκ του μηδενός. Αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι δημιουργήθηκαν από το μηδέν αλλά και ότι η ουσία των υλικών μας σωμάτων είναι διαφορετική από την ουσία του Θεού. Γι’αυτό το λόγο δεν πρέπει να ειδωλοποιείται και να προσκυνεί­ται ως Θεός. Ο Θεός είναι άκτιστος και άναρχος. Αντίθετα η ύλη είναι κτιστή, δημιούργημα του Θεού. Το σώμα μας δεν είναι η φυλακή της ψυχής, δεν είναι μέσο καταδυνάστευσης και υποδούλωσης της ψυχής μας, αλλά ναός του Αγίου Πνεύματος. «Η ούκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος εστίν, ου έχετε από Θεού και ούκ εστέ εαυτών» (Α’ Κορ. 6,19), αναφέρει ο Απόστολος Παύλος τονίζο­ντας την μεγάλη ιερότητα του ανθρωπίνου σώματος. Το ονομάζει ναό του Αγίου Πνεύματος και με αυτό τον τρόπο μας διδάσκει να το σεβό­μαστε από την έναρξή του μέσα στην μήτρα έως και του θανάτου.