Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου
Μὲ ἀφορμὴ τὴν προσμονὴ τοῦ Καρδινάλιου Kurt Koch τῆς ἀναγνώρισης τοῦ πρωτείου τοῦ Πάπα ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους ὡς προϋπόθεση ἑνώσεως μὲ τὸν Παπισμό (ἐδῶ), γεννιέται ἡ ἀνάγκη νὰ ξαναγγίξουμε αὐτὴ τὴν ἀσθένεια ποὺ λυμαίνεται τὴν Ἐκκλησία: τὸ πρωτεῖο. Διότι ὁ γνωστὸς γιὰ τὶς διπλωματικές του ἱκανότητες Καρδινάλιος γνωρίζει σὲ
ποιὸν ἐκφράζει αὐτὴ τὴν προσμονή.
Μία ἀπὸ τὶς πάμπολλες κακοδοξίες τῶν παναιρετικῶν Οἰκουμενιστῶν, ποὺ ἔχουν
καταλάβει ὅλα τὶς σημαντικὲς θέσεις στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία, εἶναι ἡ διδασκαλία
περὶ πρωτείου. Ἑνὸς πρωτείου ποὺ δὲν βασίζεται στὴν ἀλήθεια, τὴν ὁμολογία της, τὴν
ὑπεράσπισή της, ἀλλὰ σὲ διπλωματικὲς σχέσεις (βλ. Η.Π.Α. καὶ πατριαρχεῖο
Κων/πόλεως) τόπους, ἀριθμὸ πιστῶν, δύναμη καὶ ἐξουσία: πρωτεῖο τοῦ Πατριάρχου Κων/πόλεως,
πρωτεῖο τοῦ Πατριάρχου Μόσχας, πρωτεῖο τῶν Ἐπισκόπων, πρωτεῖο τῶν σπουδαγμένων ἱερέων
ἔναντι τῶν μὴ σπουδαγμένων, πρωτεῖο τῶν καθηγητῶν ἔναντι τῶν μὴ
πανεπιστημιακῶν, πρωτεῖο τῶν ἀξιωματούχων, πρωτεῖο, πρωτεῖο...
Ἡ κακοδοξία αὐτὴ ὄχι μόνο εἶναι ἀντίθετη στὸν εὐαγγελικὸ λόγο «εἴ τις θέλει πρῶτος εἶναι, ἔσται πάντων ἔσχατος καὶ πάντων διάκονος» (Μαρκ. 9,35), καὶ «ὑμεῖς δὲ μὴ κληθῆτε ῥαββί· εἷς γὰρ ὑμῶν ἐστιν ὁ διδάσκαλος, ὁ Χριστός· πάντες δὲ ὑμεῖς ἀδελφοί ἐστε» (Ματθ. κγ΄ 8), ἀλλὰ ἀντιτίθεται σὲ ὅλη τὴν φύση καὶ τὴν λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας ποὺ ὡς μόνο πρῶτο ἀναγνωρίζει καὶ ὁμολογεῖ τὸν Χριστό. Διότι ἄλλο τὰ πρωτεῖα τιμῆς καὶ ἡ ἱεραρχικὴ τάξη καὶ ἄλλο τὰ πρωτεῖα ἐξουσίας, κυριαρχίας, ἀσυδοσίας, ὑποτίμησης καὶ ὑποβάθμισης τῶν ἄλλων, καταπάτησης τῶν Κανόνων καὶ τοῦ δικαίου, περιφρόνησης καὶ αὐτοπροβολῆς.
Στὴ σχετικὴ μὲ τὸ παραπάνω εὐαγγελικὸ χωρίο (Μαρκ. 9,35) ὁμιλία τοῦ Ἁγ. Λουκᾶ Ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας (Λόγοι καί Ὁμιλίες τόμος Β΄ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ») διαβάζουμε μεταξὺ ἄλλων:

