
Ἀρχιμ. Αὐγουστῖνος Γ. Μύρου, Δρ Θ. (+)
ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟ ΤΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΙΑΝΩΝ
(Εἰσήγηση στὴν Πανορθόδοξη Συνδιάσκεψη στὴ Λαμία, 2011)
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Τὰ Κινήματα τῶν Πεντηκοστιανῶν δὲν διαθέτουν ἱστορικὴ συνέχεια σὲ σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὅπως αὐτὴ ἐμφανίζεται στὴν ἐποχὴ τῶν Ἀποστόλων. Καὶ τοῦτο διότι ἱστορικὰ ἀποτελοῦν ἁπλῆ μετάλλαξη τῶν Προτεσταντικῶν Κινημάτων Ἁγιότητος τοῦ 19ου αἰῶνος. Ἀναζητώντας ὅμως κάποιο σταθερὸ θεμέλιο γιὰ τὸ αἱρετικό τους οἰκοδόμημα, καταφεύγουν στὴν «μοναδικότητα» καὶ «ἀπολυτότητα» τῆς Ἁγίας Γραφῆς, σύμφωνα μὲ τὴν ἀντίληψη γι αὐτὴν, τὴν ὁποία ἔχουν κληρονομήσει ἀπὸ τοὺς πνευματικούς τους προγόνους (sola Scriptura). Ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφὴ ἐπιλέγουν μερικὲς περικοπές, τὶς ὁποῖες ἰδιαίτερα τονίζουν καὶ συχνὰ ἀπολυτοποιοῦν. Ἀνάμεσα σ’ αὐτὲς κυρίαρχη θέση κατέχει ἐκείνη τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων (κεφ. 2), ποὺ ἀναφέρεται στὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς, ὅπως καὶ κάποιες ἄλλες ὲπιλεγμένες περικοπές, σχετικὲς μὲ τὰ χαρίσματα (Α’ Κορ. 12-14). Ἀναφέρονται οἱ Πεντηκοστιανοὶ συχνὰ καὶ μὲ ἔμφαση στὶς περικοπὲς αὐτὲς, ἐπειδὴ θεωροῦν ὅτι πολλὰ ἀπὸ τὰ γνωρίσματα τοῦ γεγονότος τῆς Πεντηκοστῆς δικαιώνουν τὸν δικό τους τρόπο πίστεως, ζωῆς καὶ λατρείας, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ ἰσχυρισθοῦν ὅτι «ἡ Ἐκκλησία τῆς Πεντηκοστῆς» εἶναι ἡ μόνη γνήσια καὶ αὐθεντικὴ Ἐκκλησία τῶν Ἀποστόλων, «ἡ μόνη ὁλοκληρωμένη ἀλήθεια». Στὴν πραγματικότητα ἐπιχειροῦν νὰ προσεγγίσουν τὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον ἀπὸ τὰ ἐπιλεγμένα καὶ ἀπολυτοποιημένα ἁγιογραφικὰ κείμενα μὲ τὴν δική τους ὑποκειμενικὴ ἑρμηνεία.
ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ
Α. Ἔλλειψη προϋποθέσεων γιὰ τὴν ὀρθὴ ἁγιογραφικὴ ἑρμηνεία
Ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ ἁγιογραφικοῦ κειμένου ἀπαιτεῖ μία σειρὰ ἀπὸ βασικὲς προϋποθέσεις, οἱ ὁποῖες παραμένουν ἄγνωστες καὶ ἀναξιοποίητες ἀπὸ τοὺς Πεντηκοστιανούς, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀδυνατοῦν οἱ ἴδιοι νὰ γνωρίσουν αὐθεντικὰ τὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς στὶς πραγματικές του διαστάσεις. Θὰ ἀναφερθοῦμε στὴ συνέχεια σὲ μερικὲς ἀπὸ αὐτές.
- Ἡ ἀληθινὴ ταυτότητα τῆς Ἁγίας Γραφῆς
Πρώτη βασικὴ προϋπόθεση γιὰ τὴν ὀρθὴ ἑρμηνεία τῶν ἁγιογραφικῶν περικοπῶν, ἑπομένως καὶ αὐτῆς γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς Πεντηκοστῆς, εἶναι ἡ ὀρθὴ ἀντίληψη γιὰ τὴν ταυτότητα τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Τὶ εἶναι ἡ Ἁγία Γραφή;
Οἱ Πεντηκοστιανοί, ὅπως γενικὰ καὶ ὅλοι οἱ Προτεστάντες, ταυτίζουν τὴν Ἁγία Γραφή μὲ τὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ. Εἶναι γραμμένο στὴν ἐφημερίδα τους: «ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέχεται τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ (τὸ Εὐαγγέλιο), δέχεται τὸν ἴδιο τὸν Θεό, διότι καθὼς λέγει ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ‘Θεὸς ὁ Λόγος’» . Ὅμως μεταξύ τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἁγίων Γραφῶν ὑπάρχει σημαντικὴ διαφορά. Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ εἶναι μία σειρὰ γεγονότων, ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα λαμβάνουν χώρα μέσα στὴν ἱστορία, στὸν κτιστὸ τόπο καὶ χρόνο. Τῶν ἀποκαλυπτικῶν αὐτῶν γεγονότων λαμβάνουν πεῖρα κάποιοι συγκεκριμένοι κτιστοὶ ἄνθρωποι (προφῆτες, ἀπόστολοι, ἅγιοι), οἱ ὁποῖοι παραδίδουν στὴ συνέχεια τὴν ἐμπειρία τους αὐτὴ εἴτε προφορικά εἴτε γραπτά. Κλασικὴ εἶναι ἡ περίπτωση τοῦ ἀποστόλου Παύλου, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ ἅγιος Χρυσόστομος σημειώνει ὅτι «ἐντεῦθεν ἤδη τῶν ἐκεῖ γεγευμένος ἦν». Ἡ Ἁγία Γραφὴ δὲν εἶναι ἡ ἀποκάλυψη, ἀλλὰ ἡ γραπτὴ παράδοση τῆς ἐμπειρίας τῶν ἁγίων, ποὺ εἶχαν ἐπαφὴ μὲ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἐμπειρία τοῦ προφήτου τοῦ ἀποστόλου καὶ τοῦ ἁγίου «εἶναι ἡ πέρα ἀπὸ τὴ (φυσικὴ) θέα ὅραση τῆς ἄκτιστης δόξης τοῦ Θεοῦ». Στὴν Ἁγία Γραφὴ ἡ ὅραση αὐτὴ περιγράφεται μὲ κτιστές λέξεις, οἱ ὁποῖες δὲν διαθέτουν τόσο εὗρος, ὥστε νὰ καλύψουν μὲ πληρότητα ὅλο τὸ περιεχόμενο τῆς ἐμπειρίας τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ πολὺ περισσότερο αὐτῶν τῶν γεγονότων τῆς ἀποκαλύψεως. Ἐνδεικτικὴ εἶναι ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἀποστόλου Παύλου στὴν ἀποκάλυψη ποὺ δέχθηκε ὁ ἴδιος, ὅτι δηλαδή «ἤκουσεν ἄρρητα ρήματα, ἅ οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι». Σαφέστατα ἐπισημαίνει αὐτὴν ἀλήθεια καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Καὶ πανταχοῦ συγκατάβασις ἐστιν ἐν ταὶς ἁγίαις Γραφαῖς, καὶ ρήματα καὶ πράγματα» «Καὶ γὰρ αἱ λέξεις τοιαῦται ἀνθρώπινοι, ἀλλὰ τὰ νοήματα θεοπρεπῆ». Φαίνεται δὲ καθαρὰ ἡ ἀτέλεια αὐτὴ τῶν κτιστῶν λέξεων στὴν περικοπὴ τῆς Πεντηκοστῆς ἀπὸ τὴ χρήση τῶν ἐπιρρημάτων «ὥσπερ» καὶ «ὡσεί», γιὰ νὰ δειχθῆ ὅτι οἱ λέξεις «βιαίας πνοῆς» καὶ «πυρὸς», ποὺ προσδιορίζονται ἀπὸ αὐτὰ, περικλείουν κάποιο ἄλλο βαθύτερο περιεχόμενο ἀπὸ αὐτὸ τὸ γνωστὸ φυσικὸ ποὺ ἐκ πρώτης ὄψεως ἀνθρωπίνως γίνεται ἀντιληπτό. Εἶναι πρόδηλο ὅτι οἱ Πεντηκοστιανοὶ διαφοροποιοῦνται ριζικὰ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἱστορικῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους τοὺς ἀποστόλους, καθόσον ἐντελῶς διαφορετικὰ ἀπὸ αὐτοὺς ἐκλαμβάνουν τὴν ταυτότητα τῶν Ἁγίων Γραφῶν. Εὑρισκόμενοι ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία εἶναι ἀποξενωμένοι καὶ τελείως ἄγευστοι τῶν πνευματικῶν πραγματικοτήτων, ποὺ ἀναφέρονται στὶς Ἅγιες Γραφές. Παραμένουν δὲ καὶ ἀβοήθητοι, ἐπειδὴ ἔχουν ἀρνηθῆ τοὺς ἁγίους, αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἀποκτήσει τὴν ἀνάλογη ἐμπειρία. Ἑπομένως ἀδυνατοῦν νὰ ἀντιστοιχήσουν τὰ γλωσσικὰ σύμβολα, τὶς ἁγιογραφικὲς λέξεις, μὲ τὶς πραγματικότητες ποὺ αὐτὰ ἐκφράζουν, καὶ γι αὐτὸ ἀποτυγχάνουν νὰ φθάσουν στὴν ὀρθὴ ἑρμηνεία τὼν θείων Γραφῶν. Ὅπως εὔστοχα παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, «Οὐ μετέχεις τῶν πραγμάτων, διὰ τοῦτο καὶ τῶν ρημάτων ἐκπίπτεις».