
Ο Πύρινος Άγιος: Ηλίας ο Θεσβίτης (Φώτης Κόντογλου)
Σαν Σήμερα στις 13 Ιουλίου 1965 έφυγε από τη ζωή ο κύρ Φώτης Κόντογλου
Ζωγράφος, αγιογράφος, αλλά και λογοτέχνης, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νεοελληνικής πνευματικής ζωής του 20ου αιώνα.
Ιεροκατήγορος και αχάριστος και ο Φώτης Κόντογλου;
Τα σκάνδαλα των ρασοφόρων μας είναι η σπουδαιότερη αιτία που πληθαίνουν οι αιρετικοί, και μάλιστα, αυτοί οι νέοι προσύλητοι γίνονται φανατικώτατοι μέσα στην αίρεση που προσχωρούν, αηδιασμένοι από τους ανάξιους ιερωμένους μας. Για τούτο πρέπει να τρέμουν οι κληρικοί μην τυχόν ακουσθή το παραμικρό σε βάρος τους, γιατί οι ψυχές που χάνονται θα ζητηθούν μια μέρα απ' αυτούς... Πάντα, σε κάθε εποχή, υπήρχαν οι ανάξιοι κληρικοί, κοντά στους αγίους ρασοφόρους. Αλλά σήμερα το πράγμα εχειροτέρεψε κατά πολύ. Μία από τις πολλές αιτίες αυτής της θλιβερής καταστάσεως είναι ότι γίνονται συχνά κληρικοί κάποιοι άνθρωποι που δεν έχουν κλίση στην θρησκεία και που γι' αυτούς το ρασοφορείν είναι ένα επάγγελμα... Ο ευλαβής Λαός μας δεν αισθάνεται την ανάγκη να ακούη βαθυστόχαστες θεολογίες με πανεπιστήμια και με διπλώματα, ούτε παγκόσμια συμβούλια και ''διαλόγους''. Ο πόθος του είναι να ακούση ότι υπάρχει κάποιος ρασοφόρος, ιερεύς ή καλόγερος, που έχει καθαρή ζωή, ας είναι και αγράμματος. Τόση είναι η διψα του για αγιότητα, που φτάνει να είναι ένας ιερωμένος μονάχα ενάρετος, και τον λένε άγιον.
"Πρέπει να τρέμουν οι κληρικοί μην τυχόν και ακουσθεί το παραμικρό σε βάρος τους, γιατί οι ψυχές που χάνονται θα ζητηθούν κάποια μέρα από αυτούς".
ΟΙ ΑΝΑΞΙΟΙ ΚΛΗΡΙΚΟΙ ΒΛΑΠΤΟΥΝ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣIΑ
ιδιόχειρο σημείωμα του Κόντογλου από το αρχείο Φώτη Κόντογλου:
«Αυτοί οι αισχροί και τρισαμαρτωλοί, οι έχοντες κατέβει στον πάτο της κολάσεως των παθών, όταν εξομολογηθεί κανένας Χριστιανός σ΄ αυτούς, παίρνουν ύφος ανωτάτου κριτού και λένε «Αφού δεν κάνεις παιδιά σου βάζω κανόνα να μην κοινωνήσεις επί δέκα χρόνια»! Βρε αισχρέ, αυτά τα λες σ’ αυτούς τους ανθρώπους, που είναι αρχάγγελοι μπροστά σας»;

(Άρθρο του Φώτη Κόντογλου στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ – 20/3/1965)
“Δυστυχώς όπου σταθεί κανείς ακούει επικρίσεις και παράπονα για τους κληρικούς μας και για την αδράνεια της Εκκλησίας μας, Αυτό στεναχωρεί και θλίβει κάθε Ορθόδοξο Χριστιανό. Η αλήθεια είναι ότι εξαιτίας κάποιων αναξίων κληρικών γενικεύεται η δυσφήμιση της Εκκλησίας και πως εξογκώνονται τα παραστρατήματα των ιερωμένων κι αυτό είναι φυσικό επειδή ο λαός έχει την απαίτηση οι κληρικοί να είναι χωρίς κηλίδα, αλλιώς δεν τους αναγνωρίζει για πνευματικούς οδηγούς του. Οι πολλοί δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσουν το πρόσωπο από το πνευματικό λειτούργημα που κάνει και επηρεάζονται τόσο πολύ από κάποια σκάνδαλα που φημολογούνται για κάποιον ιερωμένο, ώστε γίνονται άπιστοι, δεν πατούν πια σε εκκλησία και είναι πολύ δύσκολο έναν τέτοιο αγαναχτισμένο άνθρωπο να τον συμφιλιώσει κανείς ξανά με την Εκκλησία. Αφήνω πως όποιος επιχειρήσει να τον μεταστρέψει από την απέχθεια που πήρε για τη θρησκεία, θα βρει τον μπελά του και μπορεί να ακούσει ότι κι αυτός είναι υποκριτής γιατί σκεπάζει τις αθλιότητες των παπάδων.
Τα σκάνδαλα των ρασοφόρων μας είναι η σπουδαιότερη αιτία που πληθαίνουν οι αιρετικοί και μάλιστα αυτοί, οι νέοι προσήλυτοι, γίνονται φανατικότεροι μέσα στην αίρεση που προσχωρούν,, αηδιασμένοι από τους ανάξιους ιερωμένους μας. Για τούτο πρέπει να τρέμουν οι κληρικοί μην τυχόν και ακουσθεί το παραμικρό σε βάρος τους, γιατί οι ψυχές που χάνονται θα ζητηθούν κάποια μέρα από αυτούς.
"άλλο είναι ψαλμωδία κι άλλο είναι το τραγούδισμα". Το Τροπάρι της Κασσιανής
(ένα από τα πρώτα άρθρα του Φώτη Κόντογλου στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 28/4/1948)
Το τροπάρι της Κασσιανής είναι πολύ αγαπημένο από τον Ορθόδοξο λαό μας· πάνε να το ακούσουνε και άνθρωποι που δεν πηγαίνουνε στην εκκλησία. Σε τούτο συντελεί η έμπνευση με την οποία είναι γραμμένο και το πάθος της αμαρτωλής που μετανιώνει, καθώς και η ιστορία της Κασσιανής που το συνέθεσε. Αλλά προπάντων κατά την ιδέα μου, συγκινούσε τον κόσμο η μουσική του, πού ΄ναι αργή και μεγαλοπρεπής· γιατί οι δάσκαλοι της εκκλησιαστικής μουσικής μας το τονίσανε με ξεχωριστή αγάπη και φροντίδα. Πλην αυτό μπορεί να το πει κανένας για τα περασμένα χρόνια· τώρα, δεν μπορώ να καταλάβω τι ακούνε στις περισσότερες εκκλησίες που το ψέλνουνε, ή καλύτερα το τραγουδούνε με κάποιον τρόπο αυτοσχέδιο, με μια μουσική τάχα ευρωπαϊκή, που τη φτιάνουνε άνθρωποι χωρίς χριστιανική κατάνυξη και χωρίς κανένα μουσικό αίσθημα, αλλά με κείνη τη νεκρή και ψεύτικη αντίληψη της μουσικής, που θαρρούνε πως είναι η μουσική που ταιριάζει στην εποχή μας. Πρώτα πρώτα άλλο είναι ψαλμωδία κι άλλο είναι το τραγούδισμα. Ούτε αυτό δεν έχουνε καταλάβει αυτοί οι μαέστροι, που έχουνε σε όλα για ιδεώδες τους τη σκάλα του Μιλάνου.
Μή φοβᾶσαι, ἀδελφέ μου, νά μείνεις μοναχός μέ τόν ἑαυτό σου!
Όσο κι αν διαφωνούν μερικοί «προοδευτικοί» οι ιστορικές πηγές αυτό φανερώνουν:
–Ας μην είναι κανένας, αποκρίθηκε. Ο τόπος σε λίγο θα γιομίσει παλληκάρια. Ο Θεός, πρόσθεσε με φωνή σταθερή, υπέγραψε τη λευτεριά της Ελλάδας και δεν θα πάρει πίσω την υπογραφή του!
Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Ἡ ἁγιασμένη ἐπανάσταση

Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση εἶναι ἡ πιὸ πνευματικὴ ἐπανάσταση ποὺ ἔγινε στὸ κόσμο. Εἶναι ἁγιασμένη.
Ἡ ἐπανάσταση γίνεται τὶς περισσότερες φορὲς ἀπὸ κάποιες ὑλικὲς αἰτίες, ποὺ εἶναι ἡ σκλαβιά, ἡ στέρηση, ἡ κακοπέραση, τὰ βασανιστήρια, ἡ περιφρόνηση. Ἡ λευτεριὰ εἶναι ἡ θεότητα ποὺ λατρεύει ὁ ἐπαναστάτης, καὶ γι’ αὐτὴ χύνει τὸ αἷμα του.
Μὰ τὴ λευτεριά, πολλὲς φορές, σὰν τὴν ἀποχτήσει ὁ ἐπαναστάτης, δὲν τὴ μεταχειρίζεται γιὰ πνευματικοὺς σκοπούς, ἀλλὰ γιὰ νὰ χαρεῖ τὴν ὑλικὴ ζωὴ μονάχα.
Κοντὰ στὴν ὑλικὴ ζωὴ ἔρχεται καὶ ἡ πνευματική, μὰ τὶς περισσότερες φορὲς γιὰ πνευματικὴ ζωὴ θεωροῦνε οἱ ἄνθρωποι κάποιες ἀπολαύσεις ποὺ εἶναι κι αὐτὲς ὑλικές, κι ἂς φαίνονται σὰν πνευματικές.
Ἕνας ἐπαναστάτης τῆς γαλλικῆς ἐπανάστασης, νὰ ποῦμε, θεωροῦσε γιὰ πνευματικὰ κάποια πράγματα πού, στ’ ἀλήθεια, δὲν ἤτανε πνευματικά.
Αὐτὸς ἤθελε ν’ ἀποχτήσει τὴ λευτεριά, γιὰ νὰ κάνει αὐτὰ ποὺ νόμιζε πὼς εἶναι σωστὰ καὶ δίκαια γιὰ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων σὲ τοῦτο τὸν κόσμο μοναχά, δηλαδὴ γιὰ τὴν ὑλικὴ ζωή τους, μὴ πιστεύοντας πὼς ὑπάρχει τίποτ’ ἄλλο γιὰ νὰ τὸ ἐπιδιώξει ὁ ἄνθρωπος.
Γι’ αὐτὸ λέγω πώς, γιὰ τὶς περισσότερες ἐπαναστάσεις, οἱ αἰτίες ποὺ τὶς κάνανε νὰ ξεσπάσουνε σταθήκανε ὑλικές, καὶ ἡ ἐλευθερία ποὺ ἐπιδιώξανε ἤτανε προορισμένη νὰ ἱκανοποιήσει μονάχα ὑλικὲς ἀνάγκες.
Στην εποχή μας πολλοί θα τον ονόμαζαν ειρωνικά "υπερομολογητή" και "ακραίο"
Ο Φώτης Μαρτίνος ο εγγονός του Κόντογλου σκιαγραφεί την Ορθόδοξη ακεραιότητα του παπού του και τους αγώνες του με το εκκλησιαστικό κατεστημένο της εποχής. Ανατρέχει στα δύσκολα χρόνια που έζησε ο παππούς του μέχρι τον θάνατό του, ως συνέπεια των συγκρούσεων που είχε δημιουργήσει, επικρίνοντας μέσα από τα άρθρα του το έργο κάποιων εκκλησιαστικών λειτουργών της εποχής του, και όχι μόνο.

Τα έβαλε με Αρχιεπισκόπους ( σσ δηλ. με δεσποτάδες), είχε φτάσει μέχρι και τον Πατριάρχη, στέλνοντάς του αυστηρές επιστολές και λαμβάνοντας πίσω αυστηρές προειδοποιήσεις.
Τὸ τρελλὸ νερό: Ἡ ἀλήθεια, ἡ ψευτιά, ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος Κόντογλου Φώτης
Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τὸ Μέγα Μυστήριον
Φώτης Κόντογλου Η άδεια ταφής του δεν επικυρώνεται επειδή ο θανών είχε ανοιχτό χρέος 10.000 δραχμών στην εφορία.
Οι επιστολές του Φώτη Κόντογλου προς τον πατρ. Αθηναγόρα. Ένα παράδειγμα ορθόδοξης ομολογίας.
Ἁρματωμένος τὴν ἁρματωσιὰ τοῦ Θεοῦ
Μεθαύριο εἶναι ἡ γιορτὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου, μεγάλη γιορτὴ γιὰ ὅλη τὴν Ἑλλάδα, πλὴν ἰδιαίτερα γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη, ποὺ εἶναι κ’ ἡ πατρίδα του. Ἐκεῖ θὰ γίνει φέτος μεγαλύτερη πανήγυρη, ἐπειδὴ γιορτάζουνε τὰ ἐγκαίνια τῆς φημισμένης ἐκκλησιᾶς του, ποὺ κάηκε στὰ 1917 καὶ τώρα εἶναι πάλι ξανακαινουργιευμένη ἀπὸ τὴν ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῆς Παιδείας.
H πρώτη ἐκκλησιὰ ἤτανε ἕνα χτίριο ἀπὸ τὰ πιὸ ἀρχαῖα τῆς χριστιανοσύνης, χτισμένη ἑκατὸ χρόνια ὕστερα ἀπὸ τὰ 313 μ.X., ποὺ μαρτύρησε ὁ ἅγιος Δημήτριος. Ἀλλὰ κάηκε ὕστερα ἀπὸ 300 χρόνια καὶ ξαναχτίσθηκε τὸν καιρὸ ποὺ βασίλευε Λέοντας ὁ Σοφός. Αὐτὰ τὰ ἱστορικὰ καὶ κάθε ἄλλη πληροφορία γιὰ τὸ χτίριο, γιὰ τὰ ψηφιδωτὰ ποὺ στολίζουνε τοὺς τοίχους, γιὰ τὶς τοιχογραφίες, μπορεῖ κανένας νὰ τὰ μελετήσει καταλεπτῶς σ\’ ἕνα χρήσιμο βιβλίο ποὺ ἔγραψε τελευταία στὴν ἁπλὴ γλῶσσα ὁ ξεχωριστὸς βυζαντινολόγος Ἀνδρέας Ξυγγόπουλος, καθηγητὴς στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Θεσσαλονίκης.
O ἅγιος Δημήτριος μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Γεώργιο, εἶναι τὰ δύο παλληκάρια τῆς χριστιανοσύνης. Αὐτοὶ εἶναι κάτω στὴ γῆ, κ\’ οἱ δύο ἀρχάγγελοι Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ εἶναι ἀπάνω στὸν οὐρανό. Στὰ ἀρχαῖα χρόνια τοὺς ζωγραφίζανε δίχως ἅρματα, πλὴν στὰ κατοπινὰ τὰ χρόνια τοὺς παριστάνουνε ἁρματωμένους μὲ σπαθιὰ καὶ μὲ κοντάρια καὶ ντυμένους μὲ σιδεροπουκάμισα. Στὸν ἕναν ὦμο ἔχουνε κρεμασμένη τὴν περικεφαλαία καὶ στὸν ἄλλον τὸ σκουτάρι, στὴ μέση εἶναι ζωσμένοι τὰ λουριὰ ποὺ βαστᾶνε τὸ θηκάρι τοῦ σπαθιοῦ καὶ τὸ ταρκάσι πόχει μέσα τὶς σαγίτες καὶ τὸ δοξάρι.
Τὰ τελευταῖα χρόνια, ὕστερα ἀπὸ τὸ πάρσιμο τῆς Πόλης, οἱ δύο αὐτοὶ ἅγιοι καὶ πολλὲς φορὲς κι’ ἄλλοι στρατιωτικοὶ ἅγιοι ζωγραφίζουνται καβαλλικεμένοι ἀπάνω σὲ ἄλογα, σὲ ἄσπρο ὁ ἅγιος Γεωργης, σὲ κόκκινο ὁ ἅγιος Δημήτρης. Κι\’ ὁ μὲν ἕνας κονταρίζει ἕνα θεριὸ κι’ ὁ ἄλλος ἕναν πολεμιστή, τὸν Λυαῖο.
Κάψα
Ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ εἶναι βλογημένα. Τότε ποὺ ἔκανε τὸν κόσμο, εἶδε πὼς εἶναι πολὺ καλὰ ὅσα ἔκανε. «Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς πάντα ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν». Καὶ τὸ κρύο κ’ ἡ ζέστη, κ’ ἡ καλοσύνη κ’ ἡ φουρτούνα, κι ὁ χειμῶνας καὶ τὸ καλοκαίρι, κ’ ἡ δροσιὰ κ’ ἡ πάχνη. Ἀληθινά, ὅλα εἶναι καλά. Γι’ αὐτὸ λέγει ὁ Δαβὶδ: «Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐπὶ τῆς γῆς, δράκοντες καὶ πᾶσαι ἄβυσσοι˙ πῦρ, χάλαζα, χιών, κρύσταλλος, πνεῦμα καταιγίδος, τὰ ποιοῦντα τὸν λόγον αὐτοῦ˙ τὰ ὄρη καὶ πάντες βουνοί, ξύλα καρποφόρα καὶ πᾶσαι κέδροι».
Τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσα φυσικὰ καὶ βλογημένα, θυμᾶμαι πὼς ὅλα μοῦ φαινόντανε καλά. Ὅλα τὰ δεχόμουνα μὲ χαρά, καὶ τὰ πιὸ σκληρὰ˙ φουρτοῦνες, παγωνιές, βροχές, κούραση, δίψα, πεῖνα καὶ κάθε κακοπάθηση. Καὶ μάλιστα εὕρισκα πολλὴ εὐχαρίστηση νὰ τὰ περνῶ μὲ ὑπομονή. Καὶ τώρα ποὺ τὰ θυμᾶμαι, μοῦ φαίνονται ἀκόμα πιὸ ἔμορφα.
Ἔτσι, καὶ τίς ὧρες ποὺ ἔκανε κάψα, κ’ ἡ γῆς καβουρντιζότανε καὶ μύριζε στουρναρόπετρα, ἔνιωθα πολλὰ πράγματα μέσα μου, μυστήρια ποιητικά, ποὺ μὲ κάνανε νὰ τὴν ἀγαπῶ. Τ’ ἀπομεσήμερο, τὴν ὥρα ποὺ βράζει ὁ κόσμος, βαστᾶ μιὰ βουβὴ ἡσυχία, σὰν νά ‘ναι νύχτα βαθιά.
Στὸ νησί μου ἡ ἐρημιὰ φαινότανε πιὸ μεγάλη αὐτὲς τίς ὧρες. Πολλὲς φορὲς τύχαινε νὰ πάρω τὴ βάρκα μου ἀπὸ νωρὶς καὶ νὰ πάγω νὰ ψαρέψω. Ἔπαιρνα μαζί μου ψωμὶ μαῦρο, ντομάτες, ἐλιὲς μέσα σὲ μιὰ ξυλόκουπα, ἕνα μαχαίρι, σπίρτα καὶ καπνό. Τραβοῦσα παραμέσα στὸ μπουγάζι, κατὰ τὸ μαΐστρο. Περνοῦσα δυὸ – τρεῖς μικροὺς κάβους καί, σὰν ἔφτανα σ’ ἕναν κόρφο, φουντάριζα ἀνοιχτὰ καὶ ψάρευα. Ἔπιανα καμιὰν ὀκὰ μικρόψαρα, τὰ πιὸ πολλὰ ἤτανε σαργοί, ποὺ εἶναι πολὺ νόστιμοι.
Διάκρισις ὑλικοῦ καὶ πνευματικοῦ σύμπαντος κατὰ τὸν Φώτιον Κόντογλου

Διάκρισις ὑλικοῦ καὶ πνευματικοῦ σύμπαντος κατὰ τὸν Φώτιον Κόντογλου*
Τοῦ μακαριστοῦ μοναχοῦ Κων/νου (Καβαρνοῦ), καθ. Φιλοσοφίας
1ον
Θά σᾶς ὁμιλήσω γιά τόν διδάσκαλό μου καί τόν διδάσκαλο τοῦ γένους τόν Φώτη Κόντογλου (1895-1965).
Εἶχα καί τό εὐτύχημα στή ζωή μου νά γνωρίσω τόν Φώτιο ἐπί δέκα τέσσερα ἔτη περίπου ἀπό κοντά καί ἔμαθα πάρα πολλά πρά-γματα ἀπό ἐκεῖνον γιά τήν βυζαντινή τέχνη, τήν εἰκονογραφία, ἀρχιτεκτονική, μουσική ὑμνογραφία κ.λπ. πατρολογία καί πολλοί ἀπό σᾶς φυσικά ἔχετε διαβάσει διάφορα ἔργα τοῦ Φωτίου Κόντογλου. Λοιπόν σᾶς κάνω σήμερα ἕνα δῶρο ἀπό τόν Φώτιο, διδάγματα δικά του γιά θέματα πάρα πολύ σπουδαῖα ἄν καί εἶναι τό πνευματικό σύμπαν κατά τόν Φώτιο Κόντογλου. Τό θέμα τοῦ πνευματικοῦ σύμπαντος ὑπῆρχε προφιλέστατο γιά τόν Φώτη Κόντογλου. Συχνά στά συγγράμματά του κάνει διάκριση μεταξύ δύο κόσμων τοῦ ἐξωτερικοῦ, φυσικοῦ ὑλικοῦ κόσμου καί τοῦ ἐσωτερικοῦ, ὑπερφυσικοῦ, πνευματικοῦ κόσμου.
Ὁ ὑλικός κόσμος βρίσκεται μέσα στό τοπικό καί χρονικό διάστημα, ἐνῶ ὁ πνευματικός κόσμος βρίσκεται πέρα ἀπό αὐτά. Ὁ ὑλικός κόσμος εἶναι ψεύτικος, λέει ὁ Φώτιος. Τίποτε σίγουρο δέν ὑπάρχει σ᾿ αὐτόν· ὅλα εἶναι μῦθοι, ὄνειρα, φαντασίες, ξεγελάσματα· ὅλα εἶναι πρόχειρα, φθαρτά καί αὐτά πού λένε ἀθάνατα ποιήματα, φιλοσοφίες, θαυμάσια κτίρια, ἐξαίσια ἀγάλματα, λαμπρές ζωγραφιές, ἄρχοντες, ἐξουσίες, δόξα καί φημισμένα ὀνόματα καί αὐτά κάποτε ὅλα θά ἐξαφανισθοῦν «τά πάντα ματαιότης», καθώς γράφει ὁ σοφός Σολομώντας. Στόν πνευματικό ὅμως κόσμο ὅλα εἶναι ἀληθινά, σίγουρα, αἰώνια, ἐπειδή ἐκεῖ δέν ὑπάρχει μήτε καιρός μήτε ἡ κόρη του ἡ φθορά. Ἐκεῖ ὅλα εἶναι παντοτινά, καινούργια, παντοτινά νέα. Καί ποῖα εἶναι αὐτά; Εἶναι ὁ Θεός, οἱ Ἄγγελοι, οἱ ψυχές.
Γιὰ τὸν Φώτη Κοντογλου

Η ξενομανία μας

Φώτης Κόντογλου
Η ΞΕΝΟΜΑΝΙΑ ΜΑΣ
Από τα άρθρα που έγραψα τελευταία για την παράδοση και για την εκκλησιαστική μουσική, έγινε κάποια αναταραχή στα πνεύματα, όπως κάθε φορά που γράφουνται κάποια παρόμοια πράγματα. Άλλοι δυσαρεστηθήκανε κι άλλοι ευχαριστηθήκανε.
Δυσαρεστηθήκανε όσοι θέλουνε τους νεωτερισμούς, κινημένοι από την μανία να φαίνονται προοδευτικοί και μοντέρνοι. Αυτοί θυμώνουνε σαν ακούνε τέτοια πράγματα που γράφω. «Τί θα πει παράδοση και βυζαντινή μουσική, στην εποχή που βρισκόμαστε; Σκουριασμένες ιδέες! Καθυστερημένα μυαλά!». Κάποιοι μάλιστα με βρίζουνε. Εγώ το έχω πάρει απόφαση. Βέβαια στεναχωριέμαι, που βλέπω ομοεθνείς μας να μην χωνεύουνε τα ελληνικά πράγματα, επειδή η ματαιοδοξία τους είναι πιο δυνατή από την αγάπη που έχουνε για τον τόπο τους, αλλά τί να απαντήσω στις βρισιές τους; «Άφες αυτοίς, Πάτερ, ότι εμίσησάν με δωρεάν».
Η ξενομανία είναι θαρρώ κι αυτή μια αρρώστεια. Αυτοί οι δυστυχισμένοι είναι σαν τα μικρά παιδιά, που τους αρέσει το ξένο ψωμί και το ξένο φαγητό, κι ας είναι το δικό τους καλύτερο. Δεν πας να τους λες πως ξεγελούν τον εαυτό τους και πως θρέφουνται με ψευτιές! Τους φαίνεται πως με τα λόγια σου τους προσβάλλεις, πως τους βγάζεις τα παράσημα του μοντερνισμού, πως τους κατεβάζεις από κει που τους ανέβασε η περηφάνεια τους κι η περιφρόνηση για την δική μας παράδοση.
Τη μουσική μας την περιφρονούνε γιατί είναι, κατά τη γνώμη τους, πρωτόγονη, βάρβαρη και παλιωμένη, μ’ έναν λόγο «βλάχικη», ανάξια για ανθρώπους που ζούνε «στην εποχή των μεγάλων κατακτήσεων της επιστήμης». Εμείς, οι αμόρφωτοι κ’ οι καθυστερημένοι, ζαρώνουμε μπροστά σ’ αυτούς τους βαθυστόχαστους Έλληνες, που πίνουνε το μουσικό νέκταρ της εποχής μας, καμωμένο από λογιών-λογιών βιδάνια, από τις νερουλιασμένες καντάδες και τις βαρκαρόλες (που ακούγονται σε πολλές εκκλησίες όπου λέγονται εκκλησιές ελληνικές κι ορθόδοξες), ως τα ουρλιάσματα των αραπάδων, των Μεξικάνων και τα κακομοιριασμένα κι ανούσια τραγούδια των νοτιαμερικάνων. Με τέτοια μουσικά νεροβράσματα κι αποφάγια θέλουνε να θρέφουνται αυτοί οι λεγόμενοι Έλληνες, που κληρονομήσανε τον τόπο που γεννήθηκε ο Τέρπανδρος κι ο Αρίωνας, δηλ. οι αρχαιότερες ρίζες της μουσικής στον κόσμο.
Οι φαντασμένοι που δεν θέλουνε τη βυζαντινή μουσική, την κατηγορούνε, κοντά στ’ άλλα, γιατί τάχα είναι ένρινη. Τους φταίει η μύτη, μόνο και μόνο επειδή αυτή η μύτη είναι ελληνική. Γιατί, στα γαλλικά τραγούδια που τραγουδιούνται με τη μύτη, όχι μοναχά δεν τους πειράζει το ένρινο, αλλά και τους ενθουσιάζει. Εκείνη η μύτη, βλέπεις, είναι γαλλική μύτη! Αλλά, αυτοί οι ξενομανιακοί, ας μάθουνε πως κ’ οι αρχαίοι Έλληνες μιλούσανε με τη μύτη, όπως γράφει ο Διονύσιος ο Αλικαρνασεύς κι άλλοι ιστορικοί. Μα, στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα!
Η βυζαντινή μουσική είναι σε πολλά, συνέχεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής που διαδόθηκε στην Ασία με τον Μέγ’ Αλέξαντρο. Αυτή τη μουσική πήρανε οι φυλές της Ανατολής, οι Μικρασιάτες, οι Σύροι, οι Πέρσες, και προ πάντων οι Άραβες, κι απ’ αυτούς την πήρανε οι Τούρκοι, που την παραλλάξανε αναλόγως τη φυλή τους, και γι’ αυτό κάποιοι προκομμένοι από τους φραγκεμένους Έλληνες τη λένε τούρκικη. Η βυζαντινή μουσική είναι η μουσική που έχει ιερότητα και αγιωσύνη και γι’ αυτό μ’ αυτή μπορεί να προσευχηθεί ο Χριστιανός. Το αίσθημα που νοιώθει όποιος είναι σε θέση να την καταλάβει λέγεται κατάνυξη. Η βυζαντινή μουσική δίνει τόνο και δυνατόν παλμό στη γλώσσα΄ οι λέξεις μ’ αυτή παίρνουνε την πιο δυνατή έκφρασή τους. Η μουσική αυτή είναι το φυσικό ντύσιμό τους.
Ἡ πίστη τοῦ λαοῦ μας κατὰ τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα

Οἱ Ἑλληνικὲς γιορτὲς καὶ τὰ ἀγνὰ ἔθιμά μας
Τὰ Χριστούγεννα, τὰ Φῶτα, ἡ Πρωτοχρονιά, κι ἄλλες γιορτές, γιὰ πολλοὺς ἀνθρώπους δὲν εἶναι καθόλου γιορτὲς καὶ χαρούμενες μέρες ἀλλὰ μέρες, ποὺ φέρνουνε θλίψη καὶ δοκιμασία. Δοκιμάζονται οἱ ψυχὲς ἐκείνων, ποὺ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ χαροῦνε, σὲ καιρὸ ποὺ οἱ ἄλλοι χαίρουνται. Παρ’ ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶναι πικραμένοι ἀπὸ τὶς συμφορὲς τῆς ζωῆς, τοὺς χαροκαμένους, τοὺς ἀρρώστους, οἱ περισσότερο πικραμένοι εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ τοὺς στενεύει ἡ ἀνάγκη νὰ γίνουνε τοῦτες τὶς χαρμόσυνες μέρες ζητιάνοι, διακονιαρέοι. Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς μπορεῖ νὰ μὴ δίνουνε σημασία στὴ δική τους εὐτυχία, μὰ γίνουνται ζητιάνοι γιὰ νὰ δώσουνε τὴ χαρὰ στὰ παιδιά τους καὶ στ’ ἄλλα πρόσωπα, ποὺ κρέμουνται ἀπ’ αὐτούς. Οἱ τέτοιοι κρυφοκλαῖνε ἀπὸ τὸ παράπονό τους, κι αὐτοὶ εἶναι οἱ πιὸ μεγάλοι μάρτυρες, ποὺ καταπίνουνε τὴν πίκρα τους μέρα νύχτα, σὰν τὸ πικροβότανο.
Ἴσα-ἴσα, αὐτὲς τὶς ἁγιασμένες μέρες, ποὺ θὰ ‘πρεπε νὰ σμίξουνε πιὸ κοντὰ οἱ ἄνθρωποι συναμεταξύ τους, «νὰ περιπτυχθῶσιν ἀλλήλους», ἴσια-ἴσια αὐτὲς τὶς μέρες ἀποξενώνουνται περισσότερο ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον, χωρίζουνται σὲ δύο στρατόπεδα ὁλότελα ξένα τό ’να στ’ ἄλλο, σχεδὸν ἐχθρικά. Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ εἶναι οἱ εὐτυχισμένοι, οἱ καλοπερασμένοι, οἱ καλότυχοι, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ εἶναι οἱ δυστυχισμένοι κι οἱ παραπεταμένοι. Ἀνάμεσά τους «χάσμα μέγα ἐστήρικται» κατὰ τὶς γιορτές. Κανένα γεφύρι δὲν ἑνώνει τις δυὸ ἀκροποταμιές, ἐνῶ τὶς ἄλλες μέρες ἔρχουνται σὲ περισσότερη συνάφεια. Οἱ πλούσιοι, κι ὅσοι ἔχουνε τὸν τρόπο τους, κάνουνε, ἀλλοίμονο! τὸ πᾶν, γιὰ νὰ ἐπιδείξουνε τὰ πλούτη καὶ τὰ ἀγαθά τους στοὺς λιμασμένους. Κι αὐτὸ γίνεται στ’ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ γεννήθηκε πάμφτωχος μέσα στὸ παχνί! Γιὰ τὴν γέννηση τοῦ φτωχοῦ Χριστοῦ δὲν γιορτάζουνε οἱ φτωχοὶ σὰν καὶ Κεῖνον, μὰ γιορτάζουνε οἱ πλούσιοι, ποὺ παίρνουνε γιὰ ἀφορμὴ τὴν πτώχεια Του γιὰ νὰ δείξουνε τὰ πλούτη τους. Μὰ, ἄραγε, ἀνάμεσα σὲ δυστυχισμένους, μπορεῖ νὰ νοιώση κανένας εὐτυχισμένον τὸν ἑαυτό του;
Μονάχα ἕνας ἀναίσθητος μπορεῖ νὰ νοιώσει τέτοια εὐτυχία. Ὅσο γιὰ κεῖνον, ποὺ θέλει νὰ ἐπιδείξη στὸν πεινασμένον καὶ στὸν στερημένον τὴν ἐλεεινή του αὐτὴ εὐτυχία, αὐτὸς εἶναι ἀληθινὸ κτῆνος. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, ὑπάρχουνε πολλοὶ τέτοιοι ἀνάμεσά μας, στὰ χρόνια μας, ἔνω ἤτανε σπάνιοι στὰ παλαιότερα. Εἶναι κι αὐτὸ ἕνα ἀπὸ τὰ ὡραῖα, ποὺ μᾶς ἔφερε ὁ μέγας πολιτισμὸς ἀπὸ τὰ μεγάλα κέντρα!
Ένα υπέροχο παραμύθι για την ειρήνη!
Ἡ μηλιὰ μὲ τὰ χρυσᾶ μήλα

Ἦταν ἕνας κακὸς ἄνθρωπος, μὲ λαιμὸ χοντρὸ καὶ μάτια κοντόθωρα· καὶ τὸν ἔλεγαν ἄρχοντα Σκληρόκαρδo. Ἦταν κι ἕνας ἄλλος, μὲ πιὸ λεπτὰ χείλια καὶ πιὸ μαύρη καρδιά· καὶ τὸν ἔλεγαν ἄρχοντα Στενόμυαλo. Κι ἐζοῦσαν ὁ καθένας χωριστὰ στὴ χώρα του.
Ὁ ἕνας εἶχε τὰ πιὸ ψηλὰ δέντρα καὶ τὰ πιὸ ὄμορφα λουλούδια τῆς γῆς. Χαρούμενα πεῦκα κι ἄλικα τριαντάφυλλα, καρπερὲς ἐλιές, καὶ μυρωδᾶτα γαρίφαλα, χαρὰ τ’ ἀνθρώπου καὶ μόνο νὰ τὰ βλέπει.
Κι ἀκόμα ―α! καὶ νά ‘μαστε κεί― κάτι Μεγάλα Δέντρα, π’ ἀνθίζαν καραμέλες καὶ σοκολάτες κι ὅ,τι ζαχαρωτὸ φανταστεῖς.
Ἀλίμονό σου ὅμως ἂν ἅπλωνες τὸ χέρι σου νὰ κόψεις τὸ παραμικρό.
Γιατί ὁ Σκληρόκαρδος εἶχε κάτι ψηλοὺς φύλακες, μὲ χίλια μάτια καὶ ἑκατὸ χέρια, καὶ τὸ κάθε μάτι ἄγρυπνο κοιτοῦσε μὴν κόψει κανεὶς τίποτα ἀπ’ τὰ δέντρα, καὶ μὲ τὰ μακριά τους χέρια σ’ ἀρπάζαν καὶ σ’ ἀμπαροκλείδωναν στὴν πιὸ μαύρη φυλακὴ μὲ τὰ πιὸ στενὰ παράθυρα.
Κι οὔτε τὸ φῶς ξανάβλεπες, οὔτε ξανάκουγες τὸ κελάηδημα τῶν πουλιῶν. Γιατί τέτοια διαταγὴ εἶχε βγάλει ὁ ἄρχοντας Σκληρόκαρδος, ποὺ καθισμένος στ’ ὁλόχρυσο θρονί του τραγουδοῦσε δυνατὰ κάνοντας τάχα τὸν εὐτυχισμένον, κι ἂς ἦταν ὁ πιὸ δυστυχισμένος σ’ ὅλη τή γή, ἀφοῦ κανένας ἄνθρωπος δὲν τὸν ἀγαπoύσε.
Μὰ κι ἡ καρδιά του ἦταν πάντα γεμάτη φαρμάκι, ἀπ’ τὴ μεγάλη του ζήλια γιὰ τὰ πλούτη τοῦ γείτονά του ἄρχoντα.
Γιατί ὁ Στενόμυαλος, αὐτὸς ἦταν ὁ πιὸ πλούσιος ἄνθρωπος τοῦ κόσμου.
Γεμᾶτες οἱ ἀποθῆκες του χρυσάφια, διαμάντια, ρουμπίνια.
Καὶ μόλις ἔκανες νὰ σκάψεις λίγο τὸ χῶμα ―ώπ! ἀστράφτανε μπρός σου ὅλα τὰ ὄμορφα γυαλιστερὰ πετράδια τῆς γῆς…
Κόκκινα, πράσινα, βυσσινιά.
Ἀλίμονό σου ὅμως ἂν ἅπλωνες τὸ χέρι νὰ πάρεις τὸ παραμικρό.
Γιατί ὁ Στενόμυαλος εἶχε κάτι θεόρατους στρατιῶτες μ’ ἑκατὸ μάτια καὶ χίλια χέρια. Καὶ τὸ κάθε χέρι ἤτανε ἕνα σπαθὶ καὶ ―χράπ! σου ‘κοβε ἀμέσως τὸ δικό σου τὸ χεράκι· αὐτοὶ εἴχανε χίλια, βλέπεις, καὶ δὲν τοὺς ἔμελε.
Μὰ κι ὁ πλούσιος ἄρχοντας δὲ ζοῦσε εὐτυχισμένος.
Τί, φώλιαζε πάντα στὴν καρδιά του ὁ φόβος μὴ χάσει τὸ κίτρινο χρυσάφι. Kι ἡ λαχτάρα ὅλο νὰ τὸ κάνει πιὸ πολύ, ὅλο νὰ μαζεύει.
Καὶ μὲ τὸ στενὸ μυαλό του καθόταν καὶ σκεδίαζε πῶς ν’ ἁρπάξει τὴ χώρα τοῦ γείτονά του ἄρχοντα.
Μὲ χρῆμα ἢ μὲ στρατὸ ―αυτὸ δὲν τὸν ἔνοιαζε.



