Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτης Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φώτης Κόντογλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο Πύρινος Άγιος: Ηλίας ο Θεσβίτης (Φώτης Κόντογλου)

                                            

Σήμερα 20 Ιουλίου είναι η μνήμη του προφήτη Hλία. Aυτός ο άγιος ξεχωρίζει ανάμεσα στους άλλους, και με όλο που ήτανε άνθρωπος, φαίνεται σαν κάποιο υπερφυσικό και μυστηριώδες πλάσμα, που έρχεται και ξανάρχεται στον κόσμο. Oι Iουδαίοι περιμένανε να ξανάρθει στον κόσμο, για τούτο θαρρούσανε πως ο άγιος Iωάννης ο Πρόδρομος ήτανε ο Hλίας. Kαι τότε που ρώτησε ο Xριστός τους μαθητές του “Ποιος, λένε, πως είμαι, οι άνθρωποι;”, του απαντήσανε πως λέγανε πως ήτανε ο Hλίας ή κάποιος άλλος από τους προφήτες. O προφήτης Mαλαχίας, που έζησε πολύ υστερώτερα από τον Hλία, λέγει: “Tάδε λέγει Kύριος Παντοκράτωρ. Iδού εγώ αποστελώ υμίν Hλίαν τον Θεσβίτην, πριν ή ελθείν την ημέραν Kυρίου την μεγάλην και επιφανή”, και πολλοί το εξηγήσανε πως ο Hλίας θάρθη πάλι στον κόσμο πριν από τη Δευτέρα Παρουσία και θα μαρτυρήσει. Σε όλα μοιάζει μ’ αυτόν ο Πρόδρομος, γι’ αυτό οι απόστολοι κ’ οι άλλοι Eβραίοι υποπτευόντανε μήπως ήτανε ο Hλίας ξαναγεννημένος. Ύστερα από τη Mεταμόρφωση, σαν κατεβήκανε από το βουνό οι τρεις μαθητάδες με τον Xριστό, τον ρωτήσανε: “Oι γραμματείς λένε πως ο Hλίας πρέπει νάρθει πρώτα. Eσύ τι λες;” Kι’ ο Xριστός τούς αποκρίθηκε: “O Hλίας έρχεται πρώτα και θα τ’ αποκαταστήσει όλα· αλλά σας λέγω πως ο Hλίας ήρθε κιόλας, και δεν τον γνωρίσανε, αλλά του κάνανε όσα θελήσανε· τα ίδια μέλλεται να πάθει και ο γυιος του ανθρώπου απ’ αυτούς”. Tότε καταλάβανε οι μαθητές πως για τον Iωάννη τον Bαπτιστή τούς είπε (Mατθ. ιστ΄, 10). Pωτήσανε οι μαθητές τον Xριστό για τον Hλία, επειδή τον είχανε δει πριν από λίγο, απάνω στο Θαβώρ, να φανερώνεται μαζί με τον Mωυσή, την ώρα που μεταμορφώθηκε ο Xριστός, και να μιλά μαζί του, με όλο που είχε ζήσει σ’ αυτόν τον κόσμο πριν από 800 χρόνια. Aλλά και κατά τη Σταύρωση, σαν φώναξε ο Xριστός “Hλί ηλί, λαμά σαβαχθανί”, κάποιοι από τους Eβραίους που στεκόντανε κοντά στο σταυρό λέγανε πως θα φώναζε τον Hλία να τον βοηθήσει: “Tινές δε των εκεί εστώτων ακούσαντες έλεγον ότι Hλίαν φωνεί ούτος” (Mατθ. κζ΄, 46). Παντού πλανιέται ο ίσκιος του.

Ιεροκατήγορος και αχάριστος και ο Φώτης Κόντογλου;

 Τα σκάνδαλα των ρασοφόρων μας είναι η σπουδαιότερη αιτία που πληθαίνουν οι αιρετικοί, και μάλιστα, αυτοί οι νέοι προσύλητοι γίνονται φανατικώτατοι μέσα στην αίρεση που προσχωρούν, αηδιασμένοι από τους ανάξιους ιερωμένους μας. Για τούτο πρέπει να τρέμουν οι κληρικοί μην τυχόν ακουσθή το παραμικρό σε βάρος τους, γιατί οι ψυχές που χάνονται θα ζητηθούν μια μέρα απ' αυτούς... Πάντα, σε κάθε εποχή, υπήρχαν οι ανάξιοι κληρικοί, κοντά στους αγίους ρασοφόρους. Αλλά σήμερα το πράγμα εχειροτέρεψε κατά πολύ. Μία από τις πολλές αιτίες αυτής της θλιβερής καταστάσεως είναι ότι γίνονται συχνά κληρικοί κάποιοι άνθρωποι που δεν έχουν κλίση στην θρησκεία  και που γι' αυτούς το ρασοφορείν είναι ένα επάγγελμα... Ο ευλαβής Λαός μας δεν αισθάνεται την ανάγκη να ακούη βαθυστόχαστες θεολογίες με πανεπιστήμια και με διπλώματα, ούτε παγκόσμια συμβούλια και ''διαλόγους''. Ο πόθος του είναι να ακούση  ότι υπάρχει κάποιος ρασοφόρος, ιερεύς ή καλόγερος, που έχει καθαρή ζωή, ας είναι και αγράμματος. Τόση είναι η διψα του για αγιότητα, που φτάνει να είναι ένας ιερωμένος μονάχα ενάρετος, και τον λένε άγιον.

Πηγή

"Πρέπει να τρέμουν οι κληρικοί μην τυχόν και ακουσθεί το παραμικρό σε βάρος τους, γιατί οι ψυχές που χάνονται θα ζητηθούν κάποια μέρα από αυτούς".

ΟΙ ΑΝΑΞΙΟΙ ΚΛΗΡΙΚΟΙ ΒΛΑΠΤΟΥΝ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣIΑ

ιδιόχειρο σημείωμα του Κόντογλου από το αρχείο Φώτη Κόντογλου:

«Αυτοί οι αισχροί και τρισαμαρτωλοί, οι έχοντες κατέβει στον πάτο της κολάσεως των παθών, όταν εξομολογηθεί κανένας Χριστιανός σ΄ αυτούς, παίρνουν ύφος ανωτάτου κριτού και λένε «Αφού δεν κάνεις παιδιά σου βάζω κανόνα να μην κοινωνήσεις επί δέκα χρόνια»! Βρε αισχρέ, αυτά τα λες σ’ αυτούς τους ανθρώπους, που είναι αρχάγγελοι μπροστά σας»;

                            

(Άρθρο του Φώτη Κόντογλου στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ – 20/3/1965)

“Δυστυχώς όπου σταθεί κανείς ακούει επικρίσεις και παράπονα για τους κληρικούς μας και για την αδράνεια της Εκκλησίας μας, Αυτό στεναχωρεί και θλίβει κάθε Ορθόδοξο Χριστιανό. Η αλήθεια είναι ότι εξαιτίας κάποιων αναξίων κληρικών γενικεύεται η δυσφήμιση της Εκκλησίας και πως εξογκώνονται τα παραστρατήματα των ιερωμένων κι αυτό είναι φυσικό επειδή ο λαός έχει την απαίτηση οι κληρικοί να είναι χωρίς κηλίδα, αλλιώς δεν τους αναγνωρίζει για πνευματικούς οδηγούς του. Οι πολλοί δεν είναι σε θέση να ξεχωρίσουν το πρόσωπο από το πνευματικό λειτούργημα που κάνει και επηρεάζονται τόσο πολύ από κάποια σκάνδαλα που φημολογούνται για κάποιον ιερωμένο, ώστε γίνονται άπιστοι, δεν πατούν πια σε εκκλησία και είναι πολύ δύσκολο έναν τέτοιο αγαναχτισμένο άνθρωπο να τον συμφιλιώσει κανείς ξανά με την Εκκλησία. Αφήνω πως όποιος επιχειρήσει να τον μεταστρέψει από την απέχθεια που πήρε για τη θρησκεία, θα βρει τον μπελά του και μπορεί να ακούσει ότι κι αυτός είναι υποκριτής γιατί σκεπάζει τις αθλιότητες των παπάδων.

Τα σκάνδαλα των ρασοφόρων μας είναι η σπουδαιότερη αιτία που πληθαίνουν οι αιρετικοί και μάλιστα αυτοί, οι νέοι προσήλυτοι, γίνονται φανατικότεροι μέσα στην αίρεση που προσχωρούν,, αηδιασμένοι από τους ανάξιους ιερωμένους μας. Για τούτο πρέπει να τρέμουν οι κληρικοί μην τυχόν και ακουσθεί το παραμικρό σε βάρος τους, γιατί οι ψυχές που χάνονται θα ζητηθούν κάποια μέρα από αυτούς.

"άλλο είναι ψαλμωδία κι άλλο είναι το τραγούδισμα". Το Τροπάρι της Κασσιανής

(ένα από τα πρώτα άρθρα του Φώτη Κόντογλου στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 28/4/1948)

Το τροπάρι της Κασσιανής είναι πολύ αγαπημένο από τον Ορθόδοξο λαό μας· πάνε να το ακούσουνε και άνθρωποι που δεν πηγαίνουνε στην εκκλησία. Σε τούτο συντελεί η έμπνευση με την οποία είναι γραμμένο και το πάθος της αμαρτωλής που μετανιώνει, καθώς και η ιστορία της Κασσιανής που το συνέθεσε. Αλλά προπάντων κατά την ιδέα μου, συγκινούσε τον κόσμο η μουσική του, πού ΄ναι αργή και μεγαλοπρεπής· γιατί οι δάσκαλοι της εκκλησιαστικής μουσικής μας το τονίσανε με ξεχωριστή αγάπη και φροντίδα. Πλην αυτό μπορεί να το πει κανένας για τα περασμένα χρόνια· τώρα, δεν μπορώ να καταλάβω τι ακούνε στις περισσότερες εκκλησίες που το ψέλνουνε, ή καλύτερα το τραγουδούνε με κάποιον τρόπο αυτοσχέδιο, με μια μουσική τάχα ευρωπαϊκή, που τη φτιάνουνε άνθρωποι χωρίς χριστιανική κατάνυξη και χωρίς κανένα μουσικό αίσθημα, αλλά με κείνη τη νεκρή και ψεύτικη αντίληψη της μουσικής, που θαρρούνε πως είναι η μουσική που ταιριάζει στην εποχή μας. Πρώτα πρώτα άλλο είναι ψαλμωδία κι άλλο είναι το τραγούδισμα. Ούτε αυτό δεν έχουνε καταλάβει αυτοί οι μαέστροι, που έχουνε σε όλα για ιδεώδες τους τη σκάλα του Μιλάνου.

Μή φοβᾶσαι, ἀδελφέ μου, νά μείνεις μοναχός μέ τόν ἑαυτό σου!

Φώτης Κόντογλου

Μὴ φοβᾶσαι, ἀδελφέ μου, νὰ μείνεις μοναχὸς μὲ τὸν ἑαυτό σου! 
Μὴ καταγίνεσαι ὁλοένα μὲ χίλια πράγματα, γιὰ νὰ τὸν ξεχάσεις! 
Γιατὶ ὅποιος ἔχασε τὸν ἑαυτό του, κάθεται μὲ ἴσκιους καὶ μὲ φαντάσματα μέσα στὴν ἔρημό του θανάτου. 
Ἀγάπησε τὸν Χριστὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, περισσότερο ἀπὸ τὶς πεθαμένες σοφίες τῶν ἀνθρώπων. 
Περισσότερο ἀπὸ κάθε τιμὴ καὶ δόξα ἐτούτου τοῦ κόσμου. 
Καὶ μοναχὰ τότε, θὰ χαίρεσαι σὲ κάθε ὥρα τῆς ζωῆς σου. 
Κανένας δρόμος δὲν βγάζει στὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς, παρὰ μόνο ὁ Χριστός, ποὺ σὲ καλεῖ πονετικὰ καὶ ποὺ σοῦ λέγει: «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ὁδός».

Όσο κι αν διαφωνούν μερικοί «προοδευτικοί» οι ιστορικές πηγές αυτό φανερώνουν:

      –Ας μην είναι κανένας, αποκρίθηκε. Ο τόπος σε λίγο θα γιομίσει παλληκάρια. Ο Θεός, πρόσθεσε με φωνή σταθερή, υπέγραψε τη λευτεριά της Ελλάδας και δεν θα πάρει πίσω την υπογραφή του!

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης 


                          Ἡ ἁγιασμένη ἐπανάσταση

Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση εἶναι ἡ πιὸ πνευματικὴ ἐπανάσταση ποὺ ἔγινε στὸ κόσμο. Εἶναι ἁγιασμένη.

Ἡ ἐπανάσταση γίνεται τὶς περισσότερες φορὲς ἀπὸ κάποιες ὑλικὲς αἰτίες, ποὺ εἶναι ἡ σκλαβιά, ἡ στέρηση, ἡ κακοπέραση, τὰ βασανιστήρια, ἡ περιφρόνηση. Ἡ λευτεριὰ εἶναι ἡ θεότητα ποὺ λατρεύει ὁ ἐπαναστάτης, καὶ γι’ αὐτὴ χύνει τὸ αἷμα του.

Μὰ τὴ λευτεριά, πολλὲς φορές, σὰν τὴν ἀποχτήσει ὁ ἐπαναστάτης, δὲν τὴ μεταχειρίζεται γιὰ πνευματικοὺς σκοπούς, ἀλλὰ γιὰ νὰ χαρεῖ τὴν ὑλικὴ ζωὴ μονάχα.

Κοντὰ στὴν ὑλικὴ ζωὴ ἔρχεται καὶ ἡ πνευματική, μὰ τὶς περισσότερες φορὲς γιὰ πνευματικὴ ζωὴ θεωροῦνε οἱ ἄνθρωποι κάποιες ἀπολαύσεις ποὺ εἶναι κι αὐτὲς ὑλικές, κι ἂς φαίνονται σὰν πνευματικές.

Ἕνας ἐπαναστάτης τῆς γαλλικῆς ἐπανάστασης, νὰ ποῦμε, θεωροῦσε γιὰ πνευματικὰ κάποια πράγματα πού, στ’ ἀλήθεια, δὲν ἤτανε πνευματικά.

Αὐτὸς ἤθελε ν’ ἀποχτήσει τὴ λευτεριά, γιὰ νὰ κάνει αὐτὰ ποὺ νόμιζε πὼς εἶναι σωστὰ καὶ δίκαια γιὰ τὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων σὲ τοῦτο τὸν κόσμο μοναχά, δηλαδὴ γιὰ τὴν ὑλικὴ ζωή τους, μὴ πιστεύοντας πὼς ὑπάρχει τίποτ’ ἄλλο γιὰ νὰ τὸ ἐπιδιώξει ὁ ἄνθρωπος.

Γι’ αὐτὸ λέγω πώς, γιὰ τὶς περισσότερες ἐπαναστάσεις, οἱ αἰτίες ποὺ τὶς κάνανε νὰ ξεσπάσουνε σταθήκανε ὑλικές, καὶ ἡ ἐλευθερία ποὺ ἐπιδιώξανε ἤτανε προορισμένη νὰ ἱκανοποιήσει μονάχα ὑλικὲς ἀνάγκες.

Στην εποχή μας πολλοί θα τον ονόμαζαν ειρωνικά "υπερομολογητή" και "ακραίο"

 Ο Φώτης Μαρτίνος ο εγγονός του Κόντογλου σκιαγραφεί την Ορθόδοξη ακεραιότητα του παπού του και τους αγώνες του με το εκκλησιαστικό κατεστημένο της εποχής. Ανατρέχει στα δύσκολα χρόνια που έζησε ο παππούς του μέχρι τον θάνατό του, ως συνέπεια των συγκρούσεων που είχε δημιουργήσει, επικρίνοντας μέσα από τα άρθρα του το έργο κάποιων εκκλησιαστικών λειτουργών της εποχής του, και όχι μόνο.



Τα έβαλε με Αρχιεπισκόπους ( σσ δηλ. με δεσποτάδες), είχε φτάσει μέχρι και τον Πατριάρχη, στέλνοντάς του αυστηρές επιστολές και λαμβάνοντας πίσω αυστηρές προειδοποιήσεις.

«Από το 1955 και μετά, τα χρόνια δυσκόλευαν όλο και περισσότερο, γιατί είχε δημιουργήσει πολλές κόντρες και με το καθηγητικό, αλλά και με το ιεραρχικό κατεστημένο. Τα έβαλε με Αρχιεπισκόπους, είχε φτάσει μέχρι και τον Πατριάρχη, στέλνοντάς του αυστηρές επιστολές και λαμβάνοντας πίσω αυστηρές προειδοποιήσεις. Μάλιστα, σταμάτησαν να του δίνουν πια εικονογραφήσεις εκκλησιών και τον απέκλεισαν ακόμη και από το έργο της Καπνικαρέας, το οποίο είχε ξεκινήσει, αλλά δεν κατάφερε να ολοκληρώσει. Κι έφτασε στο σημείο, όταν σε εκείνον και τη γιαγιά μου συνέβη το σοβαρό αυτοκινητικό ατύχημα το 1963, να μην έχει πια τίποτα. Ζούσε μόνο από τις βοήθειες που του παρείχε ο εκδότης του και νονός μου, Αλέκος Παπαδημητρίου».
Τον Ιούλιο του 1965, δύο χρόνια μετά το ατύχημα, ο Κόντογλου πεθαίνει ύστερα από μετεγχειρητική μόλυνση και το σπίτι του στα Πατήσια γεμίζει από κόσμο.

Τὸ τρελλὸ νερό: Ἡ ἀλήθεια, ἡ ψευτιά, ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος Κόντογλου Φώτης

                                        

Ἡ ψευτιὰ καὶ ὁ πνευματικὸς ἐκφυλισμὸς ἁπλώνει μέρα μὲ τὴν ἡμέρα ἀπάνω στοὺς Ἕλληνες καὶ τοὺς παραμορφώνει. Ἕναν λαὸ, ποὺ ξεχωρίζει ἀνάμεσα σ’ ὅλα τὰ ἔθνη καὶ ποὺ εἶναι γεμᾶτος πνευματικὴ ὑγεία, πᾶμε νὰ τὸν κάνουμε ἐμεῖς, οἱ λογῆς-λογῆς καλαμαράδες, καί οἱ ἄλλοι γραμματιζούμενοι, σαχλόν, χωρὶς χαρακτῆρα, χωρὶς πνευματικὸ νεῦρο, χωρὶς πνευματικὴ ἀνδροπρέπεια, χωρὶς χαρακτῆρα. Οἱ διὰφοροι φωστῆρες βαστᾶνε ἀπὸ μιὰ πατέντα στὰ χέρια καὶ μέρα-νύχτα δουλεύουνε γιὰ νὰ «συγχρονίσουν» τὴν Ἑλλάδα, ἐνῶ στ’ ἀληθινὰ σκάβουνε τὸν λάκκο της. Ἀμυαλα νευρόσπαστα! Ποιόν θὰ συγχρονίσετε; Αὐτὸ ποὺ λέτε ἐσεῖς «συγχρονισμὸ» καὶ «ἐξέλιξη» εἶναι μιὰ ἄθλια παραμόρφωση, σύμφωνα μ’ ἕνα βλακῶδες μοντέλλο, ὅπου κάνανε οἱ σαρακοστιανοὶ καὶ κάλπικοι ἄνθρωποι, ποὺ τοὺς λέγει ἡ Γραφὴ «χλιαρούς», δηλαδὴ σαχλούς, καὶ γιὰ τοὺς ὁποίους λέγει ὁ Θεὸς, ὅτι «μὲλλει ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματος αὐτοῦ, εἰ χλιαροὶ εἰσι, καὶ οὔτε ζεστοὶ οὔτε ψυχροὶ» (Ἀποκαλ. γ’ 16). Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ καλούπι θέλετε νὰ βάλετε τὸν λαό, κι ἔτσι νὰ χαθεῖ ἀπὸ πάνω του κάθε πρωτοτυπία, κάθε σημάδι ἀληθινῆς ζωῆς, κάθε χαρακτῆρας. Θέλετε, μ’ ἄλλα λόγια, νὰ ἐπιβάλετε στὸν κόσμο ἕνα πνευματικὸ «ἐσπεράντο», ποὺ νὰ καταργήσει κάθε ζωντανὴ οὐσία κι ἔκφραση μέσα στοὺς ἀνθρώπους, δηλαδὴ ἕναν πνευματικό θάνατο ἢ μιὰ πνευματικὴ παραλυσία. Αὐτὸ τὸ λέτε «συγχρονισμὸ» καὶ «ἐξέλιξη»! Ἀνόητοι κι ἀναίσθητοι! «Συγχρονισμένο» καὶ «ἐξελιγμένο» εἶναι ὅ,τι εἶναι ζωντανό, καὶ μοναχὰ ὅ,τι εἶναι πνευματικὰ πεθαμένο, ὅπως εἴσαστε ἐσεῖς, αὐτὸ δὲ μπορεῖ νὰ ‘ναι οὔτε συγχρονισμένο οὔτε ἐξελιγμένο, ἀφοῦ δὲν εἶναι ζωντανό.
Ὁ συγχρονισμὸς ὁ ἀληθινὸς εἶναι κάποια ἐνέργεια, ποὺ γίνεται μόνη της μέσα σὲ κάθε ζωντανὸ πλάσμα. Λοιπόν, ποιά Ἑλλάδα καὶ ποιόν λαὸ θὰ «συγχρονίσετε», ἀφοῦ ἡ Ἑλλάδα εἶναι ὁλοζώντανη κι ὁ λαός της εἶναι ἀείζωος; Θὰ ζωντανέψετε ἐσεῖς τὴ ζωή, ἐσεῖς οἱ πεθαμένοι καὶ θαμμένοι; Θαρρεῖτε, πὼς μὲ τὶς ὑστερικές φωνὲς καὶ μὲ τὶς θεατρικὲς σκηνοθεσίες φανερώνεται ἡ ζωή;

Ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τὸ Μέγα Μυστήριον


Κόντογλου Φώτης

Μυστήριο ξένον, λέγει ὁ Ὑμνωδός, τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τὸ νὰ γεννηθῆ σὰν ἄνθρωπος, ὄχι κανένας προφήτης, ὄχι κανένας ἄγγελος, ἄλλα ὁ ἴδιος ὁ Θεός! Ὁ ἄνθρωπος, θὰ μποροῦσε νὰ φθάσει σὲ μία τέτοια πίστη; Οἱ φιλόσοφοι καὶ οἱ ἄλλοι τετραπέρατοι σπουδασμένοι ἤτανε δυνατὸ νὰ παραδεχθοῦν ἕνα τέτοιο πράγμα; Ἀπὸ τὴν κρισάρα τῆς λογικῆς τους δὲν μποροῦσε νὰ περάσει ἢ παραμικρὴ ψευτιά, ὄχι ἕνα τέτοιο τερατολόγημα! Ὁ Πυθαγόρας, ὁ Ἐμπεδοκλῆς κι ἄλλοι τέτοιοι θαυματουργοί, ποὺ ἤτανε καὶ σπουδαῖοι φιλόσοφοι, δὲ μπορέσανε νὰ τοὺς κάνουνε νὰ πιστέψουνε κάποια πράγματα πολὺ πιστευτά, καὶ θὰ πιστεύανε ἕνα τέτοιο τερατολόγημα; Γι᾿ αὐτὸ ὁ Χριστὸς γεννήθηκε ἀνάμεσα σὲ ἁπλοὺς ἀνθρώπους, ἀνάμεσα σὲ ἀπονήρευτους τσοπάνηδες, μέσα σε μία σπηλιά, μέσα στὸ παχνί, ποὺ τρώγανε τὰ βόδια.

Κανένας δὲν τὸν πῆρε εἴδηση, μέσα σε ἐκεῖνον τὸν ἀπέραντο κόσμο, ποὺ ἐξουσιάζανε οἱ Ῥωμαῖοι, γιὰ τοῦτο εἶχε πεῖ ὁ προφήτης Γεδεών, πὼς θὰ κατέβαινε ἥσυχα στὸν κόσμο, ὅπως κατεβαίνει ἡ δροσιὰ ἀπάνω στὸ μπουμπούκι τοῦ λουλουδιοῦ, «ὡς ὑετὸς ἐπὶ πόκον». Ἀνάμεσα σὲ τόσες μυριάδες νεογέννητα παιδιά, ποιὸς νὰ πάρει εἴδηση τὸ πιὸ πτωχὸ ἀπὸ τὰ πτωχά, ἐκεῖνο ποῦ γεννήθηκε ὄχι σὲ καλύβι, ὄχι σὲ στρούγκα, ἀλλὰ σὲ μία σπηλιά; Καὶ κείνη ξένη, γιατὶ τὴν εἴχανε οἱ τσομπαναρέοι νὰ σταλιάζουνε τὰ πρόβατά τους.

Τὸ «ὑπερεξαίσιον καὶ φρικτὸν μυστήριο» τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἔγινε τὸν καιρὸ ποὺ βασίλευε ἕνας μοναχὰ αὐτοκράτορας ἀπάνω στὴ γῆ, ὁ Αὔγουστος, ὁ ἀνιψιὸς τοῦ Καίσαρα, ὕστερα ἀπὸ μεγάλη ταραχὴ καὶ αἱματοχυσία ἀνάμεσα στὸν Ἀντώνιο ἀπὸ τὴ μία μεριά, καὶ στὸν Βροῦτο καὶ τὸν Κάσσιο ἀπὸ τὴν ἄλλη.

Φώτης Κόντογλου Η άδεια ταφής του δεν επικυρώνεται επειδή ο θανών είχε ανοιχτό χρέος 10.000 δραχμών στην εφορία.

Φώτης Κόντογλου, ένας εμβληματικός ζωγράφος που αδικήθηκε από το ελληνικό κράτος - Εξήντα χρόνια από τον θάνατό του


Φώτης Κόντογλου, αυτοπροσωπογραφία

Με χαρά και ενδιαφέρον διαβάσαμε το πληρέστατο άρθρο για τον Φώτη Κόντογλου στο Πρώτο Θέμα 13.12.25
Μια μικρή επισήμανση μόνο θέλουμε να κάνουμε σχετικά με όσα ανέφερε ο πατέρας μας Γιάννης Μαρτίνος για τη σχέση του Κόντογλου με τους μαθητές του. Είναι αλήθεια ότι ο Κόντογλου έχει αφήσει πολυσέλιδα κείμενα όπου εκφράζει την πικρία του, την τεράστια στενοχώρια του αλλά πολλές φορές και τον θυμό του για την αγνωμοσύνη και την αχαριστία που επέδειξαν μαθητές του, απέναντι του και μάλιστα εκείνοι που περισσότερο από κάθε άλλον ευεργετήθηκαν από τον ίδιο. Σε καμία περίπτωση όμως αυτό αφορά τον Γιάννη Τσαρούχη με τον οποίο τελικά, και παρ' όλες τις καλλιτεχνικές διαφωνίες τους, η σχέση τους παρέμεινε αμοιβαία εκτίμηση, όπως φαίνεται και από την τελευταία επιστολή του Τσαρούχη προς τον Κόντογλου, που έχουμε δημοσιεύσει μέσα από τη σελίδα μας.

«Τώγραψα στο κουτί τα τσιγάρα αγαναχτισμένος για τα μαρτύρια που μου κάνουν οι αποχτηνωμένοι αυτοί άνθρωποι, μη πληρώνοντάς με για τις ζωγραφιές που έκανα στη Δημαρχία. Τώγραψα το δράμα στις 12 Αυγούστου 1941»...

Ένα σύντομο οργίλο μήνυμα του Φώτη Κόντογλου, γραμμένο σ΄ ένα αδειανό πακέτο τσιγάρα κασετίνα. Για να μείνει η αδικία. Να μην ξεχαστεί στον χρόνο. Σαν πεισματάρικη εξομολόγηση σε νεανικό ημερολόγιο, σαν τεκμήριο πιστοποίησης ενός μπαταχτσή κρατικού μηχανισμού σε βάρος του πολίτη. Και τι πολίτη! Του σπουδαίου ζωγράφου, που κάποτε «άνοιξε μια πόρτα στη μίζερη, μικρόπνοη, κλεισμένου χώρου, λογοτεχνία μας και μπήκε μια μεγάλη πνοή ανοιχτής θάλασσας, ανοιχτού αγέρα στην Ελλάδα», όπως σχολίαζε τη δεκαετία του 1920 ο Νίκος Καζαντζάκης για τον νεαρό τότε Κόντογλου που πρωτοεμφανιζόταν στις συντροφιές του πνεύματος, όχι ως ζωγράφος -δεξιότητα που ανακάλυψε μετά- αλλά ως λογοτέχνης με το διήγημα «Πέδρο Καζάς».

Οι επιστολές του Φώτη Κόντογλου προς τον πατρ. Αθηναγόρα. Ένα παράδειγμα ορθόδοξης ομολογίας.

Παρουσιάζουμε τις δύο επιστολές του μακαριστού κ. Φώτη Κόντογλου προς τον πατρ. Αθηναγόρα μετά τις οικουμενιστικές ενέργειες του δευτέρου. Οι επιστολές αυτές αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση ορθοδόξου ομολογίας. Η πρώτη είναι σε ύφος μειλίχια καυτηριάζοντας όμως ξεκάθαρα την φιλοπαπική στάση του Αθηναγόρα και φέρει την ελπίδα ότι ο πατριάρχης ίσως αλλάξει (τέτοιες επιστολές γράφτηκαν πολλές πριν το Κολυμπάρι). Η δεύτερη όμως, η οποία γράφτηκε, αφού αποδείχθηκε ότι ο πατριάρχης δεν πρόκειται να αλλάξει την αιρετική προδοτική του στάση, είναι κόλαφος και καυτηριάζει και καταδικάζει, όχι μόνο  τον πατριάρχη, αλλά και όσους αρχιερείς και ιερείς τον ακολουθούν. Θα τολμήσει κανείς από τους σημερινούς «διακριτικούς» να τον καταδικάσει για αυτή του την γενίκευση; 
Μην ξεχνάμε ότι οι επιστολές αυτές γράφτηκαν σε καιρούς που ο Οικουμενισμός δεν είχε ακόμα τόσο προχωρήσει όσο σήμερα. Και παρόλα αυτά τότε το Άγιον Όρος είχε σύσσωμο (τι διαφορά αλήθεια με σήμερα!) μαζί με τους τρεις επισκόπους διακόψει το μνημόσυνο του Αθηναγόρα και οι διαμαρτυρίες εκφράζονταν ακόμα και με την εμφάνιση μίας φωτογραφίας ή ενός δημοσιεύματος (βλ. Την πρώτη επιστολή αλλά και την επιστολή του μητρ. Ελευθερουπόλεως Αμβροσίου εδώ). Πόση διαφορά αλήθεια με σήμερα που όλα αντιμετωπίζονται με μία αναισθησία ή με κοινωνία, με φιλοφρονήσεις και εκδηλώσεις αγάπης προς τους πρόδότες της Πίστεως, λες και εμείς είμαστε καλύτεροι Χριστιανοί από τους τότε. Στις επιστολές αυτές ο κυρ Φώτης επιλέγει την ομολογία και το μαρτύριο από την συμπόρευση με την αίρεση και την απραξία και χρησιμοποιεί το λεξιλόγιο που και σήμερα χρησιμοποιούν όσοι κατηγορούνται ως ζηλωτές και φανατικοί. Ας τις διαβάσουμε και ας αναλογισθούμε.
Α.Τ.

                                

Α΄ Επιστολή 
Παναγιώτατε,
Ἡ εὐμένεια καὶ ἡ συγκατάβασις μεθ’ ἢς συμπεριεφέρθητε εἰς ἐμέ, τὸν
ἀσήμαντον, κατὰ τὴν κατ’ ἐπιθυμίαν Ὑμῶν συνάντησίν μας ἐν Ἀθήναις, μοὶ δίδει τὸ θάρρος ὅπως σᾶς ὑποβάλω τὰς κάτωθι σκέψεις καὶ ὑπομνήσεις σχετικῶς μὲ τὸ μέγιστον καὶ φοβερὸν θέμα τῶν σχέσεων μεταξύ της Ὀρθοδόξου καὶ τῆς Παπικῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ὑμετέρα Παναγιότης, ἄλλως τέ, μὲ παρώτρυνε πρὸς τοῦτο.

Ἁρματωμένος τὴν ἁρματωσιὰ τοῦ Θεοῦ


Ὁ ἅγιος Δημήτριος ὁ Μυροβλήτης

Μεθαύριο εἶναι ἡ γιορτὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου, μεγάλη γιορτὴ γιὰ ὅλη τὴν Ἑλλάδα, πλὴν ἰδιαίτερα γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη, ποὺ εἶναι κ’ ἡ πατρίδα του. Ἐκεῖ θὰ γίνει φέτος μεγαλύτερη πανήγυρη, ἐπειδὴ γιορτάζουνε τὰ ἐγκαίνια τῆς φημισμένης ἐκκλησιᾶς του, ποὺ κάηκε στὰ 1917 καὶ τώρα εἶναι πάλι ξανακαινουργιευμένη ἀπὸ τὴν ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῆς Παιδείας.

H πρώτη ἐκκλησιὰ ἤτανε ἕνα χτίριο ἀπὸ τὰ πιὸ ἀρχαῖα τῆς χριστιανοσύνης, χτισμένη ἑκατὸ χρόνια ὕστερα ἀπὸ τὰ 313 μ.X., ποὺ μαρτύρησε ὁ ἅγιος Δημήτριος. Ἀλλὰ κάηκε ὕστερα ἀπὸ 300 χρόνια καὶ ξαναχτίσθηκε τὸν καιρὸ ποὺ βασίλευε Λέοντας ὁ Σοφός. Αὐτὰ τὰ ἱστορικὰ καὶ κάθε ἄλλη πληροφορία γιὰ τὸ χτίριο, γιὰ τὰ ψηφιδωτὰ ποὺ στολίζουνε τοὺς τοίχους, γιὰ τὶς τοιχογραφίες, μπορεῖ κανένας νὰ τὰ μελετήσει καταλεπτῶς σ\’ ἕνα χρήσιμο βιβλίο ποὺ ἔγραψε τελευταία στὴν ἁπλὴ γλῶσσα ὁ ξεχωριστὸς βυζαντινολόγος Ἀνδρέας Ξυγγόπουλος, καθηγητὴς στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Θεσσαλονίκης.

O ἅγιος Δημήτριος μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Γεώργιο, εἶναι τὰ δύο παλληκάρια τῆς χριστιανοσύνης. Αὐτοὶ εἶναι κάτω στὴ γῆ, κ\’ οἱ δύο ἀρχάγγελοι Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ εἶναι ἀπάνω στὸν οὐρανό. Στὰ ἀρχαῖα χρόνια τοὺς ζωγραφίζανε δίχως ἅρματα, πλὴν στὰ κατοπινὰ τὰ χρόνια τοὺς παριστάνουνε ἁρματωμένους μὲ σπαθιὰ καὶ μὲ κοντάρια καὶ ντυμένους μὲ σιδεροπουκάμισα. Στὸν ἕναν ὦμο ἔχουνε κρεμασμένη τὴν περικεφαλαία καὶ στὸν ἄλλον τὸ σκουτάρι, στὴ μέση εἶναι ζωσμένοι τὰ λουριὰ ποὺ βαστᾶνε τὸ θηκάρι τοῦ σπαθιοῦ καὶ τὸ ταρκάσι πόχει μέσα τὶς σαγίτες καὶ τὸ δοξάρι.

Τὰ τελευταῖα χρόνια, ὕστερα ἀπὸ τὸ πάρσιμο τῆς Πόλης, οἱ δύο αὐτοὶ ἅγιοι καὶ πολλὲς φορὲς κι’ ἄλλοι στρατιωτικοὶ ἅγιοι ζωγραφίζουνται καβαλλικεμένοι ἀπάνω σὲ ἄλογα, σὲ ἄσπρο ὁ ἅγιος Γεωργης, σὲ κόκκινο ὁ ἅγιος Δημήτρης. Κι\’ ὁ μὲν ἕνας κονταρίζει ἕνα θεριὸ κι’ ὁ ἄλλος ἕναν πολεμιστή, τὸν Λυαῖο.

Κάψα

 

Βάρκα με πανί (Πάνορμος, Τήνου), π. 1925, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη

Κόντογλου Φώτης

Ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ εἶναι βλογημένα. Τότε ποὺ ἔκανε τὸν κόσμο, εἶδε πὼς εἶναι πολὺ καλὰ ὅσα ἔκανε. «Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς πάντα ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν». Καὶ τὸ κρύο κ’ ἡ ζέστη, κ’ ἡ καλοσύνη κ’ ἡ φουρτούνα, κι ὁ χειμῶνας καὶ τὸ καλοκαίρι, κ’ ἡ δροσιὰ κ’ ἡ πάχνη. Ἀληθινά, ὅλα εἶναι καλά. Γι’ αὐτὸ λέγει ὁ Δαβὶδ: «Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐπὶ τῆς γῆς, δράκοντες καὶ πᾶσαι ἄβυσσοι˙ πῦρ, χάλαζα, χιών, κρύσταλλος, πνεῦμα καταιγίδος, τὰ ποιοῦντα τὸν λόγον αὐτοῦ˙ τὰ ὄρη καὶ πάντες βουνοί, ξύλα καρποφόρα καὶ πᾶσαι κέδροι».

Τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσα φυσικὰ καὶ βλογημένα, θυμᾶμαι πὼς ὅλα μοῦ φαινόντανε καλά. Ὅλα τὰ δεχόμουνα μὲ χαρά, καὶ τὰ πιὸ σκληρὰ˙ φουρτοῦνες, παγωνιές, βροχές, κούραση, δίψα, πεῖνα καὶ κάθε κακοπάθηση. Καὶ μάλιστα εὕρισκα πολλὴ εὐχαρίστηση νὰ τὰ περνῶ μὲ ὑπομονή. Καὶ τώρα ποὺ τὰ θυμᾶμαι, μοῦ φαίνονται ἀκόμα πιὸ ἔμορφα.

Ἔτσι, καὶ τίς ὧρες ποὺ ἔκανε κάψα, κ’ ἡ γῆς καβουρντιζότανε καὶ μύριζε στουρναρόπετρα, ἔνιωθα πολλὰ πράγματα μέσα μου, μυστήρια ποιητικά, ποὺ μὲ κάνανε νὰ τὴν ἀγαπῶ. Τ’ ἀπομεσήμερο, τὴν ὥρα ποὺ βράζει ὁ κόσμος, βαστᾶ μιὰ βουβὴ ἡσυχία, σὰν νά ‘ναι νύχτα βαθιά.

Στὸ νησί μου ἡ ἐρημιὰ φαινότανε πιὸ μεγάλη αὐτὲς τίς ὧρες. Πολλὲς φορὲς τύχαινε νὰ πάρω τὴ βάρκα μου ἀπὸ νωρὶς καὶ νὰ πάγω νὰ ψαρέψω. Ἔπαιρνα μαζί μου ψωμὶ μαῦρο, ντομάτες, ἐλιὲς μέσα σὲ μιὰ ξυλόκουπα, ἕνα μαχαίρι, σπίρτα καὶ καπνό. Τραβοῦσα παραμέσα στὸ μπουγάζι, κατὰ τὸ μαΐστρο. Περνοῦσα δυὸ – τρεῖς μικροὺς κάβους καί, σὰν ἔφτανα σ’ ἕναν κόρφο, φουντάριζα ἀνοιχτὰ καὶ ψάρευα. Ἔπιανα καμιὰν ὀκὰ μικρόψαρα, τὰ πιὸ πολλὰ ἤτανε σαργοί, ποὺ εἶναι πολὺ νόστιμοι.

Διάκρισις ὑλικοῦ καὶ πνευματικοῦ σύμπαντος κατὰ τὸν Φώτιον Κόντογλου

 

Διάκρισις ὑλικοῦ καὶ πνευματικοῦ σύμπαντος κατὰ τὸν Φώτιον Κόντογλου*

Τοῦ μακαριστοῦ μοναχοῦ Κων/νου (Καβαρνοῦ), καθ. Φιλοσοφίας

1ον

  Θά σᾶς ὁμιλήσω γιά τόν διδάσκαλό μου καί τόν διδάσκαλο τοῦ γένους τόν Φώτη Κόντογλου (1895-1965).

  Εἶχα καί τό εὐτύχημα στή ζωή μου νά γνωρίσω τόν Φώτιο ἐπί δέκα τέσσερα ἔτη περίπου ἀπό κοντά καί ἔμαθα πάρα πολλά πρά-γματα ἀπό ἐκεῖνον γιά τήν βυζαντινή τέχνη, τήν εἰκονογραφία, ἀρχιτεκτονική, μουσική ὑμνογραφία κ.λπ. πατρολογία καί πολλοί ἀπό σᾶς φυσικά ἔχετε διαβάσει διάφορα ἔργα τοῦ Φωτίου Κόντογλου. Λοιπόν σᾶς κάνω σήμερα ἕνα δῶρο ἀπό τόν Φώτιο, διδάγματα δικά του γιά θέματα πάρα πολύ σπουδαῖα ἄν καί εἶναι τό πνευματικό σύμπαν κατά τόν Φώτιο Κόντογλου. Τό θέμα τοῦ πνευματικοῦ σύμπαντος ὑπῆρχε προφιλέστατο γιά τόν Φώτη Κόντογλου. Συχνά στά συγγράμματά του κάνει διάκριση μεταξύ δύο κόσμων τοῦ ἐξωτερικοῦ, φυσικοῦ ὑλικοῦ κόσμου καί τοῦ ἐσωτερικοῦ, ὑπερφυσικοῦ, πνευματικοῦ κόσμου.

  Ὁ ὑλικός κόσμος βρίσκεται μέσα στό τοπικό καί χρονικό διάστημα, ἐνῶ ὁ πνευματικός κόσμος βρίσκεται πέρα ἀπό αὐτά. Ὁ ὑλικός κόσμος εἶναι ψεύτικος, λέει ὁ Φώτιος. Τίποτε σίγουρο δέν ὑπάρχει σ᾿ αὐτόν· ὅλα εἶναι μῦθοι, ὄνειρα, φαντασίες, ξεγελάσματα· ὅλα εἶναι πρόχειρα, φθαρτά καί αὐτά πού λένε ἀθάνατα ποιήματα, φιλοσοφίες, θαυμάσια κτίρια, ἐξαίσια ἀγάλματα, λαμπρές ζωγραφιές, ἄρχοντες, ἐξουσίες, δόξα καί φημισμένα ὀνόματα καί αὐτά κάποτε ὅλα θά ἐξαφανισθοῦν «τά πάντα ματαιότης», καθώς γράφει ὁ σοφός Σολομώντας. Στόν πνευματικό ὅμως κόσμο ὅλα εἶναι ἀληθινά, σίγουρα, αἰώνια, ἐπειδή ἐκεῖ δέν ὑπάρχει μήτε καιρός μήτε ἡ κόρη του ἡ φθορά. Ἐκεῖ ὅλα εἶναι παντοτινά, καινούργια, παντοτινά νέα. Καί ποῖα εἶναι αὐτά; Εἶναι ὁ Θεός, οἱ Ἄγγελοι, οἱ ψυχές.

Γιὰ τὸν Φώτη Κοντογλου

                                        

Ὁ ἀείμνηστος Γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος τὴν 13ην Ἰουλίου τοῦ 1965 ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ Φωτίου Κόντογλου ἔγραψε μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς:

Ὁ Φώτης ἦτον δι᾿ ἐμέ, τὸν πνευματικόν του πατέρα, μία πνευματικὴ βακτηρία εἰς τὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων ἐχθρῶν τῆς ἀμωμήτου ἡμῶν πίστεως καὶ τῶν πατρικῶν παραδόσεων. Διὰ τοῦτο καὶ μοῦ ἐστοίχισεν ἰδιαιτέρως ὁ θάνατός του.

Ἀπωλέσαμεν ἓν πνευματικὸν κεφάλαιον. Ἐστερήθημεν ἑνὸς στρατιώτου τοῦ Χριστοῦ με ζῆλον Ἠλιού. Ἧτο πύρινος εἰς τὴν καρδίαν, φλογερὸς εἰς τὴν πένναν, ἀπαράμιλλος εἰς τὸν χρωστῆρα. Ἡ ἀναχώρησίς του ἐκ τῶν προσκαίρων εἰς τὰ ἀεὶ διαμένοντα ἀφῆκε μέγα κενόν, δυσαναπλήρωτον εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καὶ τὴν Ἑλλάδαν. Ἠγάπα καὶ ἠγωνίσθη ἕως θανάτου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος. Προσετέθη καὶ ἐνεγράφη ὡς πολίτης τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ, ἀλλ᾿ ἡ ἐπίγειος πατρίς του, ἡ πονεμένη καὶ μαρτυρικὴ Ἑλλάς, ἐστερήθη ἑνὸς τέκνου της, ἑνὸς πολίτου, ὅστις ἐπεθύμει καὶ ἐδίψα να ἴδῃ τὴν πατρίδα του μεγάλην καὶ ἔνδοξον, ὅπως τὴν ἀνέδειξαν καὶ μᾶς τὴν παρέδωκαν οἱ μεγάλοι αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου καὶ οἱ ἔνδοξοι ἥρωες τοῦ ῾21· τὴν Ἑλληνικὴν πατρίδα, τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἐκ τῶν σημερινῶν μισελλήνων ζητοῦν να τὴν παραδώσουν εἰς ἀθέους βαρβάρους ἐχθρούς.

Η ξενομανία μας

Φώτης Κόντογλου

Η ΞΕΝΟΜΑΝΙΑ ΜΑΣ

   Από τα άρθρα που έγραψα τελευταία για την παράδοση και για την εκκλησιαστική μουσική, έ­γινε κάποια αναταραχή στα πνεύματα, όπως κάθε φο­ρά που γράφουνται κάποια παρόμοια πράγματα. Άλλοι δυσαρεστηθήκανε κι άλλοι ευχαριστηθήκανε. 

Δυσαρεστηθήκανε όσοι θέλουνε τους νεωτερισμούς, κινη­μένοι από την μανία να φαίνονται προοδευτικοί και μοντέρνοι. Αυτοί θυμώνουνε σαν ακούνε τέτοια πράγ­ματα που γράφω. «Τί θα πει παράδοση και βυζαντινή μουσική, στην εποχή που βρισκόμαστε; Σκουριασμέ­νες ιδέες! Καθυστερημένα μυαλά!». Κάποιοι μάλιστα με βρίζουνε. Εγώ το έχω πάρει απόφαση. Βέβαια στεναχωριέμαι, που βλέπω ομοεθνείς μας να μην χωνεύουνε τα ελληνικά πράγματα, επειδή η ματαιοδοξία τους είναι πιο δυνατή από την αγάπη που έχουνε για τον τόπο τους, αλλά τί να απαντήσω στις βρισιές τους; «Άφες αυτοίς, Πάτερ, ότι εμίσησάν με δωρεάν».

Η ξενομανία είναι θαρρώ κι αυτή μια αρρώστεια. Αυτοί οι δυστυχισμένοι είναι σαν τα μικρά παιδιά, που τους αρέσει το ξένο ψωμί και το ξένο φαγητό, κι ας είναι το δικό τους καλύτερο. Δεν πας να τους λες πως ξεγελούν τον εαυτό τους και πως θρέφουνται με ψευτιές! Τους φαίνεται πως με τα λόγια σου τους προσβάλλεις, πως τους βγάζεις τα παράσημα του μοντερνισμού, πως τους κατεβάζεις από κει που τους ανέβασε η περηφάνεια τους κι η περιφρόνηση για την δική μας παράδο­ση.

Τη μουσική μας την περιφρονούνε γιατί είναι, κατά τη γνώμη τους, πρωτόγονη, βάρβαρη και παλιωμένη, μ’ έναν λόγο «βλάχικη», ανάξια για ανθρώπους που ζούνε «στην εποχή των μεγάλων κατακτήσεων της επιστήμης». Εμείς, οι αμόρφωτοι κ’ οι καθυστερημέ­νοι, ζαρώνουμε μπροστά σ’ αυτούς τους βαθυστόχα­στους Έλληνες, που πίνουνε το μουσικό νέκταρ της εποχής μας, καμωμένο από λογιών-λογιών βιδάνια, από τις νερουλιασμένες καντάδες και τις βαρκαρόλες (που ακούγονται σε πολλές εκκλησίες όπου λέγονται εκκλησιές ελληνικές κι ορθόδοξες), ως τα ουρλιάσμα­τα των αραπάδων, των Μεξικάνων και τα κακομοιρια­σμένα κι ανούσια τραγούδια των νοτιαμερικάνων. Με τέτοια μουσικά νεροβράσματα κι αποφάγια θέλουνε να θρέφουνται αυτοί οι λεγόμενοι Έλληνες, που κληρονομήσανε τον τόπο που γεννήθηκε ο Τέρπανδρος κι ο Αρίωνας, δηλ. οι αρχαιότερες ρίζες της μουσικής στον κόσμο.

Οι φαντασμένοι που δεν θέλουνε τη βυζαντινή μου­σική, την κατηγορούνε, κοντά στ’ άλλα, γιατί τάχα είναι ένρινη. Τους φταίει η μύτη, μόνο και μόνο επειδή αυτή η μύτη είναι ελληνική. Γιατί, στα γαλλικά τρα­γούδια που τραγουδιούνται με τη μύτη, όχι μοναχά δεν τους πειράζει το ένρινο, αλλά και τους ενθουσιάζει. Εκείνη η μύτη, βλέπεις, είναι γαλλική μύτη! Αλλά, αυτοί οι ξενομανιακοί, ας μάθουνε πως κ’ οι αρχαίοι Έλληνες μιλούσανε με τη μύτη, όπως γράφει ο Διονύ­σιος ο Αλικαρνασεύς κι άλλοι ιστορικοί. Μα, στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα!

Η βυζαντινή μουσική είναι σε πολλά, συνέχεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής που διαδόθηκε στην Α­σία με τον Μέγ’ Αλέξαντρο. Αυτή τη μουσική πήρα­νε οι φυλές της Ανατολής, οι Μικρασιάτες, οι Σύροι, οι Πέρσες, και προ πάντων οι Άραβες, κι απ’ αυτούς την πήρανε οι Τούρκοι, που την παραλλάξανε αναλό­γως τη φυλή τους, και γι’ αυτό κάποιοι προκομμένοι από τους φραγκεμένους Έλληνες τη λένε τούρκικη. Η βυζαντινή μουσική είναι η μουσική που έχει ιερότητα και αγιωσύνη και γι’ αυτό μ’ αυτή μπορεί να προσευχηθεί ο Χριστιανός. Το αίσθημα που νοιώθει όποιος είναι σε θέση να την καταλάβει λέγεται κατά­νυξη. Η βυζαντινή μουσική δίνει τόνο και δυνατόν παλμό στη γλώσσα΄ οι λέξεις μ’ αυτή παίρνουνε την πιο δυνατή έκφρασή τους. Η μουσική αυτή είναι το φυσικό ντύσιμό τους.

Ἡ πίστη τοῦ λαοῦ μας κατὰ τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα


κυρ Φώτης Κόντογλου

Ἐκεῖνοι οἱ ἁπλοϊκοὶ ἄνθρωποι, ἐκεῖνα τὰ ἀγράμματα γεροντάκια καὶ οἱ γριοῦλες, ποὺ τὴν Σαρακοστὴ καὶ τὴν Μεγάλη Βδομάδα βρίσκονται ὅλη μέρα στὴν ἐκκλησία, ζήσανε ἀπὸ τὰ μικρά τους χρόνια ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου καὶ καταλάβανε αὐτὸ τὸ χαροποιὸν πένθος, ποὺ δὲν τὸ καταλάβανε, ἀλοίμονο, οἱ σπουδασμένοι μας, ποὺ θέλουνε νὰ τοὺς διδάξουνε, ἀντὶ νὰ διδαχθοῦνε ἀπ᾿ αυτούς. Τώρα τὶς μέρες τῆς Σαρακοστῆς, τῆς Μεγάλης Βδομάδας καὶ τοῦ Πάσχα πορεύονται μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, ἀκολουθᾶνε ὁλοένα ἀπὸ πίσω του, ἀληθινά, ὄχι φανταστικά, ἀκούγοντάς Τον νὰ λέγῃ: «Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ παραδοθήσεται ὁ Ὑιὸς τοῦ ἀνθρώπου, καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ» βρίσκονται στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο καὶ δακρύζουνε ἀπὸ τὰ λόγιά Του, μαζί Του πᾶνε στὸ πραιτώριο καὶ στὸν Πιλᾶτο, μαζί Του ῥαπίζονται, μαζί Του μαστιγώνονται, μαζί Του ἐμπαίζονται, μαζί Του σταυρώνονται, μαζί Του θάβονται, μαζὶ τοῦ ἀνασταίνονται.

Οἱ Ἑλληνικὲς γιορτὲς καὶ τὰ ἀγνὰ ἔθιμά μας

                                                             Κόντογλου Φώτης

Τα Χριστούγεννα στα Αναγνωστικά από το 1920 μέχρι το 1980 – διαφορετικό

Τὰ Χριστούγεννα, τὰ Φῶτα, ἡ Πρωτοχρονιά, κι ἄλλες γιορτές, γιὰ πολλοὺς ἀνθρώπους δὲν εἶναι καθόλου γιορτὲς καὶ χαρούμενες μέρες ἀλλὰ μέρες, ποὺ φέρνουνε θλίψη καὶ δοκιμασία. Δοκιμάζονται οἱ ψυχὲς ἐκείνων, ποὺ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ χαροῦνε, σὲ καιρὸ ποὺ οἱ ἄλλοι χαίρουνται. Παρ’ ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶναι πικραμένοι ἀπὸ τὶς συμφορὲς τῆς ζωῆς, τοὺς χαροκαμένους, τοὺς ἀρρώστους, οἱ περισσότερο πικραμένοι εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ τοὺς στενεύει ἡ ἀνάγκη νὰ γίνουνε τοῦτες τὶς χαρμόσυνες μέρες ζητιάνοι, διακονιαρέοι. Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς μπορεῖ νὰ μὴ δίνουνε σημασία στὴ δική τους εὐτυχία, μὰ γίνουνται ζητιάνοι γιὰ νὰ δώσουνε τὴ χαρὰ στὰ παιδιά τους καὶ στ’ ἄλλα πρόσωπα, ποὺ κρέμουνται ἀπ’ αὐτούς. Οἱ τέτοιοι κρυφοκλαῖνε ἀπὸ τὸ παράπονό τους, κι αὐτοὶ εἶναι οἱ πιὸ μεγάλοι μάρτυρες, ποὺ καταπίνουνε τὴν πίκρα τους μέρα νύχτα, σὰν τὸ πικροβότανο.

Ἴσα-ἴσα, αὐτὲς τὶς ἁγιασμένες μέρες, ποὺ θὰ ‘πρεπε νὰ σμίξουνε πιὸ κοντὰ οἱ ἄνθρωποι συναμεταξύ τους, «νὰ περιπτυχθῶσιν ἀλλήλους», ἴσια-ἴσια αὐτὲς τὶς μέρες ἀποξενώνουνται περισσότερο ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον, χωρίζουνται σὲ δύο στρατόπεδα ὁλότελα ξένα τό ’να στ’ ἄλλο, σχεδὸν ἐχθρικά. Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ εἶναι οἱ εὐτυχισμένοι, οἱ καλοπερασμένοι, οἱ καλότυχοι, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ εἶναι οἱ δυστυχισμένοι κι οἱ παραπεταμένοι. Ἀνάμεσά τους «χάσμα μέγα ἐστήρικται» κατὰ τὶς γιορτές. Κανένα γεφύρι δὲν ἑνώνει τις δυὸ ἀκροποταμιές, ἐνῶ τὶς ἄλλες μέρες ἔρχουνται σὲ περισσότερη συνάφεια. Οἱ πλούσιοι, κι ὅσοι ἔχουνε τὸν τρόπο τους, κάνουνε, ἀλλοίμονο! τὸ πᾶν, γιὰ νὰ ἐπιδείξουνε τὰ πλούτη καὶ τὰ ἀγαθά τους στοὺς λιμασμένους. Κι αὐτὸ γίνεται στ’ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ γεννήθηκε πάμφτωχος μέσα στὸ παχνί! Γιὰ τὴν γέννηση τοῦ φτωχοῦ Χριστοῦ δὲν γιορτάζουνε οἱ φτωχοὶ σὰν καὶ Κεῖνον, μὰ γιορτάζουνε οἱ πλούσιοι, ποὺ παίρνουνε γιὰ ἀφορμὴ τὴν πτώχεια Του γιὰ νὰ δείξουνε τὰ πλούτη τους. Μὰ, ἄραγε, ἀνάμεσα σὲ δυστυχισμένους, μπορεῖ νὰ νοιώση κανένας εὐτυχισμένον τὸν ἑαυτό του;

Μονάχα ἕνας ἀναίσθητος μπορεῖ νὰ νοιώσει τέτοια εὐτυχία. Ὅσο γιὰ κεῖνον, ποὺ θέλει νὰ ἐπιδείξη στὸν πεινασμένον καὶ στὸν στερημένον τὴν ἐλεεινή του αὐτὴ εὐτυχία, αὐτὸς εἶναι ἀληθινὸ κτῆνος. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, ὑπάρχουνε πολλοὶ τέτοιοι ἀνάμεσά μας, στὰ χρόνια μας, ἔνω ἤτανε σπάνιοι στὰ παλαιότερα. Εἶναι κι αὐτὸ ἕνα ἀπὸ τὰ ὡραῖα, ποὺ μᾶς ἔφερε ὁ μέγας πολιτισμὸς ἀπὸ τὰ μεγάλα κέντρα!

Ένα υπέροχο παραμύθι για την ειρήνη!

                     Ἡ μηλιὰ μὲ τὰ χρυσᾶ μήλα  

Μηλιά: 11 μυστικά για την καλλιέργεια | Τα Μυστικά του Κήπου

Ἦταν ἕνας κακὸς ἄνθρωπος, μὲ λαιμὸ χοντρὸ καὶ μάτια κοντόθωρα· καὶ τὸν ἔλεγαν ἄρχοντα Σκληρόκαρδo. Ἦταν κι ἕνας ἄλλος, μὲ πιὸ λεπτὰ χείλια καὶ πιὸ μαύρη καρδιά· καὶ τὸν ἔλεγαν ἄρχοντα Στενόμυαλo. Κι ἐζοῦσαν ὁ καθένας χωριστὰ στὴ χώρα του.

Ὁ ἕνας εἶχε τὰ πιὸ ψηλὰ δέντρα καὶ τὰ πιὸ ὄμορφα λουλούδια τῆς γῆς. Χαρούμενα πεῦκα κι ἄλικα τριαντάφυλλα, καρπερὲς ἐλιές, καὶ μυρωδᾶτα γαρίφαλα, χαρὰ τ’ ἀνθρώπου καὶ μόνο νὰ τὰ βλέπει.

Κι ἀκόμα ―α! καὶ νά ‘μαστε κεί― κάτι Μεγάλα Δέντρα, π’ ἀνθίζαν καραμέλες καὶ σοκολάτες κι ὅ,τι ζαχαρωτὸ φανταστεῖς.

Ἀλίμονό σου ὅμως ἂν ἅπλωνες τὸ χέρι σου νὰ κόψεις τὸ παραμικρό.

Γιατί ὁ Σκληρόκαρδος εἶχε κάτι ψηλοὺς φύλακες, μὲ χίλια μάτια καὶ ἑκατὸ χέρια, καὶ τὸ κάθε μάτι ἄγρυπνο κοιτοῦσε μὴν κόψει κανεὶς τίποτα ἀπ’ τὰ δέντρα, καὶ μὲ τὰ μακριά τους χέρια σ’ ἀρπάζαν καὶ σ’ ἀμπαροκλείδωναν στὴν πιὸ μαύρη φυλακὴ μὲ τὰ πιὸ στενὰ παράθυρα.

Κι οὔτε τὸ φῶς ξανάβλεπες, οὔτε ξανάκουγες τὸ κελάηδημα τῶν πουλιῶν. Γιατί τέτοια διαταγὴ εἶχε βγάλει ὁ ἄρχοντας Σκληρόκαρδος, ποὺ καθισμένος στ’ ὁλόχρυσο θρονί του τραγουδοῦσε δυνατὰ κάνοντας τάχα τὸν εὐτυχισμένον, κι ἂς ἦταν ὁ πιὸ δυστυχισμένος σ’ ὅλη τή γή, ἀφοῦ κανένας ἄνθρωπος δὲν τὸν ἀγαπoύσε.

Μὰ κι ἡ καρδιά του ἦταν πάντα γεμάτη φαρμάκι, ἀπ’ τὴ μεγάλη του ζήλια γιὰ τὰ πλούτη τοῦ γείτονά του ἄρχoντα.

Γιατί ὁ Στενόμυαλος, αὐτὸς ἦταν ὁ πιὸ πλούσιος ἄνθρωπος τοῦ κόσμου.

Γεμᾶτες οἱ ἀποθῆκες του χρυσάφια, διαμάντια, ρουμπίνια.

Καὶ μόλις ἔκανες νὰ σκάψεις λίγο τὸ χῶμα ―ώπ! ἀστράφτανε μπρός σου ὅλα τὰ ὄμορφα γυαλιστερὰ πετράδια τῆς γῆς…

Κόκκινα, πράσινα, βυσσινιά.

Ἀλίμονό σου ὅμως ἂν ἅπλωνες τὸ χέρι νὰ πάρεις τὸ παραμικρό.

Γιατί ὁ Στενόμυαλος εἶχε κάτι θεόρατους στρατιῶτες μ’ ἑκατὸ μάτια καὶ χίλια χέρια. Καὶ τὸ κάθε χέρι ἤτανε ἕνα σπαθὶ καὶ ―χράπ! σου ‘κοβε ἀμέσως τὸ δικό σου τὸ χεράκι· αὐτοὶ εἴχανε χίλια, βλέπεις, καὶ δὲν τοὺς ἔμελε.

Μὰ κι ὁ πλούσιος ἄρχοντας δὲ ζοῦσε εὐτυχισμένος.

Τί, φώλιαζε πάντα στὴν καρδιά του ὁ φόβος μὴ χάσει τὸ κίτρινο χρυσάφι. Kι ἡ λαχτάρα ὅλο νὰ τὸ κάνει πιὸ πολύ, ὅλο νὰ μαζεύει.

Καὶ μὲ τὸ στενὸ μυαλό του καθόταν καὶ σκεδίαζε πῶς ν’ ἁρπάξει τὴ χώρα τοῦ γείτονά του ἄρχοντα.

Μὲ χρῆμα ἢ μὲ στρατὸ ―αυτὸ δὲν τὸν ἔνοιαζε.