Ὁ Θεός εἶναι διατεθειμένος νά μείνη τελείως ἔξω ἀπό τήν ζωή μας, εἶναι ἕτοιμος νά τό σηκώση αὐτό σάν ἕναν σταυρό, ἀλλά δέν εἶναι καθόλου διατεθειμένος νά γίνη ἁπλῶς ἕνα μέρος τῆς ζωῆς μας.
Ἔτσι, ὅταν σκεπτόμαστε τήν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ, δέν ἀξίζει νά ἐρωτήσουμε τόν ἑαυτό μας: ποιός φταίει γι’ αὐτό;
Πάντοτε ἀποδίδουμε τήν ἐνοχή στόν Θεό, πάντοτε κατηγοροῦμε Ἐκεῖνον, εἴτε κατ’ εὐθείαν εἴτε μπροστά στούς ἀνθρώπους, ὅτι εἶναι ἀπών, ὅτι ποτέ δέν εἶναι παρών ὅταν Τόν χρειαζόμαστε, ποτέ δέν ἀνταποκρίνεται ὁσάκις καταφεύγουμε σ’ Αὐτόν.
Εἶναι στιγμές, πού εἴμαστε περισσότερο «εὐσεβεῖς» καί λέμε εὐλαβικά: «ὁ Θεός δοκιμάζει τήν ὑπομονή μου, τήν πίστη μου, τήν ταπείνωσί μου». Βρίσκομε ἕνα σωρό τρόπους, γιά νά μεταβάλουμε τήν ἐναντίον μας κρίσι τοῦ Θεοῦ σέ ἔπαινό μας. Εἴμαστε τόσο ὑπομονετικοί, ὥστε μποροῦμε νά ὑποφέρουμε ἀκόμα καί τόν Θεό!
Ὅταν πᾶμε νά προσευχηθοῦμε, ὅλες τίς φορές θέλουμε ΚΑΤΙ ἀπό Ἐκεῖνον καί καθόλου ΕΚΕΙΝΟΝ. Μπορεῖ αὐτό νά λεχθεῖ σχέση; Συμπεριφερόμαστε μέ τόν τρόπο αὐτόν στούς φίλους μας; Ἀποβλέπουμε, κυρίως, σ’ αὐτό πού ἡ φιλία μπορεῖ νά μᾶς δώση ἤ ἀγαπᾶμε τόν φίλο; Συμβαίνει τό ἴδιο στίς σχέσεις μας μέ τόν Θεό;
