
άγ. Ιουστίνος Πόποβιτς: «Τὸ ζήτημα τῆς ἑνότητος δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιλυθεῖ μὲ κανένα “διάλογο” παρὰ μονάχα διὰ τῆς μετανοίας ἐνώπιον τοῦ Θεανθρώπου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ Ἐκκλησία.

Ένας Ουνίτης ιερωμένος που μετανόησε και έγινε Άγιος!
➥ ΘΛΙΨΗ: Σήμερα οι Ορθόδοξοι ιερωμένοι
γίνονται Ουνίτες!
Άγιος Αλέξιος Τοθ
Ο Άγιος που επέστρεψε, μαζί με χιλιάδες πρώην ουνίτες, στην Ορθοδοξία!

Ημερ. Εορτής: 7 Μαΐου
Ημ. Γέννησης: 18 / 3 / 1854 μ.Χ.
Ημ. Κοιμήσεως: 7 / 5 / 1909 μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Ἀλέξιος, ὁ Ὑπερασπιστὴς τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως,
γεννήθηκε στὴν Αὐστροουγγαρία στὶς 18 Μαρτίου τοῦ 1854 ἀπὸ μία φτωχὴ οἰκογένεια
Καρπαθορώσων. Ὅπως πολλὲς ἄλλες οἰκογένειες στὴν Αὐστροουγγρικὴ αὐτοκρατορία, ἡ
οἰκογένεια τοῦ Ἀλεξίου Τὸθ ἦταν ἀρχικὰ συνδεδεμένη μὲ τοὺς Οὐνίτες. Ὁ πατέρας
καὶ ὁ ἀδελφὸς τοῦ Ἀλεξίου ἦταν «ἱερεῖς» καὶ ὁ θεῖος του ἦταν «Ἐπίσκοπος» τῶν
Οὐνιτῶν. Ἔλαβε ἐξαιρετικὴ μόρφωση καὶ ἔμαθε πολλὲς γλῶσσες (καρπαθορωσικά,
οὑγγρικά, ρωσικά, γερμανικά, λατινικὰ καὶ ἑλληνικὰ μόνο γιὰ ἀνάγνωση).
Νυμφεύθηκε τὴ Ροζαλὶ Μιχάλιτς, τὴν θυγατέρα ἑνὸς «ἱερέως» καὶ χειροτονήθηκε
«πρεσβύτερος» στὶς 18 Ἀπριλίου 1878. Ἡ γυναῖκά του πέθανε σύντομα καὶ μετὰ ἀπὸ
λίγο καὶ τὸ μονάκριβο παιδί του.
Ὁ Ἀλέξιος
ἄντεξε τὶς δοκιμασίες αὐτὲς μὲ τὴν ὑπομονὴ τοῦ Ἰώβ.
Τὸν Μάιο τοῦ 1897 ὁ Ἀλέξιος ἀνεδείχθη γραμματέας τοῦ Ἐπισκόπου Πρέσωβ καὶ ὑπεύθυνος τοῦ διοικητικοῦ τομέα τῆς Ἐπισκοπῆς. Ἐπίσης, τοῦ ἀνατέθηκε ἡ διεύθυνση ἑνὸς ὀρφανοτροφείου. Στὸ σεμινάριο τοῦ Πρέσωβ ὁ Ἀλέξιος Τὸθ δίδαξε ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία καὶ κανονικὸ δίκαιο, γνώσεις ποὺ τὸν βοήθησαν πάρα πολὺ στὴν μετέπειτα ζωή του στὴν Ἀμερική.
Άγιοι Γεννάδιος και Μάξιμος Πατριάρχες Κωνσταντινούπολης

Ο λίβελλος αποκήρυξης της ενωτικής συνόδου Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439) ως έκφραση της εκκλησιολογίας της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787).
Του Βασιλείου Ι. Τουλουμτσή
Μ.Δ.Ε Δογματικής Θεολογίας
Η Εκκλησία, ως το μυστηριακό σώμα του Χριστού, έχει δεδομένη, αδιάσπαστη και αμετάβλητη τη ζωή της, η οποία ως διαχρονική αλήθεια, παραδίδεται αναλλοίωτα στο πέρασμα του συμβατικού ροώδους χρόνου. Αρραγές θεμέλιο ενότητας της Εκκλησίας αποτελεί η παραδοθείσα πίστη, η δογματική έκφραση της οποίας οριοθετεί τη γνησιότητα του αγιοπνευματικού βιώματος της εν μετοχή γνώσης του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε διαφοροποίηση από το ενοειδές της πίστεως, σηματοδοτεί ένα διαφορετικό βίωμα, το οποίο δεν ανήκει στην Εκκλησία αλλά στον κόσμο. Σε αυτήν όμως την περίπτωση η θεολογία της Εκκλησίας μετατρέπεται σε ένα σύνολο απόψεων περί Θεού, οι οποίες όμως κατ’ ουσίαν ουδόλως περιγράφουν τον Θεό, αλλά μάλλον τα διάφορα είδωλά Του, τα οποία κατασκεύασε ο σκοτισμένος άνθρωπος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν του σκοτισμού του. Γι΄ αυτόν ακριβώς τον λόγο και κάθε αίρεση αποτελεί εν τέλει μία συνεπή ειδωλολατρεία. Αυτός είναι ο λόγος που αιτιολογεί τον τρόπο, βάσει του οποίου το σώμα της Εκκλησίας στη διαχρονία του, μέσω των δογματικών του αισθητηρίων, αντιλαμβάνεται και ακολούθως αντιμετωπίζει κάθε τέτοια εκτροπή.
Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος (787), η οποία κλήθηκε να αντιμετωπίσει με εκκλησιαστικό τρόπο την αίρεση της εικονομαχίας και τις ποικίλες συνέπειές της. Πριν όμως προβεί στη θεολογική τεκμηρίωση του εξεικονισμού του προσώπου του Χριστού και των αγίων Του, προέβη στη διερεύνηση του ζητήματος της αποκατάστασης ή μη της αρχιερωσύνης των μετανοημένων πρώην αιρετικών εικονομάχων επισκόπων, ζήτημα το οποίο εξετάστηκε στη βάση της συμφωνίας αυτών με την πίστη και την παράδοση της Εκκλησίας.