«η γαρ σοφία του κόσμου τούτου μωρία παρά τω Θεώ εστι»
Νικόλαος Τζιράκης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
Είναι γνωστό ότι ή Ιστορική ζωή του Χριστιανισμού είναι στενώς συνυφασμένη με την ιστορία των πηγών του. Σημαντικό τμήμα των πηγών του αρχέγονου Χριστιανισμού αποτελούν τα έργα των Απολογητών και κατά κύριο λόγο οι Απολογίες, παραλήπτες των οποίων υπήρξαν οι πολιτικοί και πολιτειακοί φορείς της εποχής. Την ανάγκη βαθύτερης μελέτης των Απολογητών και ιδιαιτέρως της αναφοράς τους στη σχέση Ελληνισμού-εθνισμού και Χριστιανισμού δεν την επιβάλλει μόνο το γεγονός ότι οι Απολογητές υπήρξαν κατά την εποχή τους και προ της εισόδου τους στον Χριστιανισμό φιλόσοφοι ή φιλοσοφούντες, επομένως και ειδωλολάτρες· την επιβάλλει και η εποχή μας, κατά την οποία η ελληνορθόδοξη αυτοσυνειδησία καλείται να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τη γνησιότητα και την αυθεντικότητά της. Την τελευταία άποψη θεωρούμε πολύ σημαντική αν τη συνδέσουμε με την ιστορική συγκυρία της παρατεταμένης υποχώρησης των ανθρωπιστικών και κλασικών εν γένει σπουδών και το αυτονόητο κατά την κρίση μας χρέος της ορθόδοξης θεολογίας, όχι απλώς να ανταποδώσει τη φιλοφρόνησή της στην κλασική ελληνική παιδεία για όσα η τελευταία προσέφερε στον αρχέγονο Χριστιανισμό, αλλά και να σταθεί αρωγός και θερμός συμπαραστάτης του σύγχρονου ανθρώπου, ο οποίος παραπαίει αναζητώντας με αγωνία το πνευματικό του στίγμα στο λυκαυγές της τρίτης μ.Χ. χιλιετίας πέρα από τα ηχηρά κηρύγματα της παγκοσμιοποίησης και της νέας τάξης πραγμάτων.
Η εμφάνιση των Απολογητών σε μια καθοριστική στιγμή για τη ζωή και το έργο της Εκκλησίας δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί από τον μελετητή του έργου της Εκκλησίας ως ενέργεια της Θείας Πρόνοιας. Η με κατάλληλο γλωσσικό ένδυμα και ανάλογα επιχειρήματα παρουσίαση και εν ταυτώ υπεράσπιση της εξ αποκαλύψεως χριστιανικής αλήθειας ενώπιον των επίσημων πολιτειακών και κρατικών αρχών, των «πεπαιδευμένων» τάξεων και των άλλων ποικίλων ομάδων της κοινωνίας της ελληνορωμαϊκής αυτοκρατορίας, δεν ήταν δυνατό φυσικά να αναληφθεί από απλά μέλη της χριστιανικής κοινότητας, τα οποία βίωναν το περιεχόμενο της θείας Αποκαλύψεως «εν αγαλλιάσει και αφελότητι καρδίας αινούντες τον θεόν και έχοντες χάριν προς όλον τον λαόν», σύμφωνα με τη διήγηση των Πράξεων των Αποστόλων (2, 46-47).
