Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κορναράκης Ιωάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κορναράκης Ιωάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ἡ Ἀσχημάτιστη Ἐρημική Ἐσωτερικότης- Το θρησκευτικό προσωπείο.

 «αὐτὸς ποὺ συντηρεῖ μὲ κάθε τρόπο τὸ θρησκευτικό του προσωπεῖο, δὲν προοδεύει ποτὲ στὴ θρησκευτικὴ ζωή. Μὲ τὴν ψευδαίσθηση τῆς «ἐσχηματισμένης εὐσεβοῦς μορφώσεως» ἱκανοποιεῖται τόσο, ὅσο πρέπει νὰ καθησυχάζη τὴν θρησκευτική του συνείδηση».

Ἂν πράγματι, ὅπως ἔχουμε εἰπῇ, τὸ νόημα τῆς ἐρήμου εἶναι πολυδύναμο, εἶναι λοιπὸν ἀπέραντο, δηλ. χωρὶς «πέρας» καὶ σχῆμα. Ὁπωσδήποτε εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ ὀπτικὴ ἢ νοητικὴ εἰκόνα τῆς ἐρήμου εἶναι ἀδιάστατη, χωρὶς ὀροθετικὲς γραμμὲς καὶ ἄρα πράγματι χωρὶς σχῆμα. Ἔτσι, ὅταν προσπαθοῦμε νὰ συλλάβουμε μὲ τὸ πνεῦμα μας τὴν τοπικὴ ἔννοια τῆς ἐρήμου, συλλαμβάνουμε κάθε φορὰ κάτι ἀπέραντο, κάτι ἀπροσδιόριστο, κυρίως μιὰ ἀπουσία!

Φαίνεται, λοιπὸν, πὼς ἡ ἀδιάστατη αὐτὴ εἰκόνα τῆς ἐρήμου ἐκφράζει ὑπαρξιακὰ τὶς διαστάσεις τῆς αὐθεντικῆς εὐσεβείας. Ὁ ἐρημίτης ἀσκητὴς βιώνει μιὰ εὐσέβεια ἀπέραντη, χωρὶς σχῆμα ἢ καθωρισμένο τύπο, χωρὶς «προσωπεῖο»!

Ἡ ψυχολογία διαπιστώνει καὶ σήμερα πὼς ἡ συμπεριφορὰ καθενὸς ἀνθρώπου εἶναι σὲ κάθε στιγμὴ μιὰ σχηματισμένη συμπεριφορά. Ἕνα σύστημα ἀντιδράσεων καὶ ἐνεργειῶν, ποὺ καθορίζει κάθε φορὰ ἕναν ὡρισμένο τρόπο συμπεριφορᾶς, ἕνα σχῆμα συμπεριφορᾶς, ἀνάλογο πάντοτε πρὸς τὶς ἀπαιτήσεις τῆς ἐξωτερικῆς πραγματικότητος.

Ὁ Jung εὑρίσκει, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο τῶν ψυχικῶν δράσεων καὶ ἀντιδράσεων εἶναι ἕνα ἀπαραίτητο ψυχολογικὸ μέσο προσαρμογῆς τοῦ ἀνθρώπου στὶς συγκεκριμένες συνθῆκες τῆς ζωῆς. Τὸ προσωπεῖο (Persona) εἶναι κατὰ τὸν Jung ἕνας ψυχολογικὸς μηχανισμὸς, ποὺ προστατεύει τὸ ἄτομο ἀπὸ τὸν κίνδυνο νὰ συγκρουσθῇ μὲ τὴν πραγματικότητα τῆς ζωῆς. Γιατί τὸ προσωπεῖο εἶναι ἕνας ἀπαραίτητος μεσολαβητὴς μεταξὺ αὐτοῦ, ποὺ τὸ ἄτομο εἶναι, καὶ ἐκείνου, ποὺ ἡ πραγματικότητα τῆς ζωῆς ἀπαιτεῖ νὰ εἶναι. Γι’ αὐτὸ, τὸ προσωπεῖο εἶναι πράγματι κάτι τὸ χρήσιμο γιὰ τὸ ἄτομο, γιατί τὸ συμφιλιώνει ἀνώδυνα μὲ τὴν ἐξωτερικὴ πραγματικότητα τῆς ζωῆς.

Τὴν βασικὴ αὐτὴ θέση τοῦ Jung ἐπιβεβαιώνει πειστικὰ καὶ ὁ εἰδικὸς κλάδος τῆς ψυχολογίας, ὁ ἀσχολούμενος μὲ τὰ προβλήματα τῶν διατομικῶν καὶ διαπροσωπικῶν σχέσεων. Ἡ Κοινωνικὴ Ψυχολογία μᾶς ἀποκαλύπτει ὄψεις τοῦ πολύπλοκου μηχανισμοῦ τῆς σχηματισμένης συμπεριφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου καὶ μᾶς διαγράφει μὲ ἐνάργεια τὸ ἀσφυκτικὸ πλέγμα τῶν δράσεων καὶ ἀντιδράσεων τοῦ προσωπείου ἢ τῆς μάσκας τοῦ ἀτόμου, ποὺ ἀντιμετωπίζει μὲ τὸν ἀναπόφευκτο αὐτὸ τρόπο τὰ ἄλλα ἄτομα μέσα στὸ κοινωνικὸ σύνολο.

Ἡ ψυχολογικὴ αὐτὴ ἀναγκαιότης τῆς σχηματισμένης συμπεριφορᾶς καθιερώνεται αὐτοδύναμα καὶ σὰν θρησκευτικὴ ἀναγκαιότης. Ὁ θρησκευτικὸς ἄνθρωπος παγιδεύεται συνήθως ἀνύποπτα μέσα στὰ δόκανα τῆς «ἐσχηματισμένης εὐσεβοῦς μορφώσεως».

Γιά μιά ἀνήσυχη ἡσυχία

 

Ἄν θά μποροῦσε κανείς νά διεισδύσει πραγματικά στόν πυρῆνα τῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας τοῦ ἀνθρώπου, πού γεννᾷται ἀπό τόν πόθο γιά ἑνότητα, θά ἀνακάλυπτε ἀκριβῶς ὅτι ὁ πόθος αὐτός προδίδει τήν ψυχική δίψα τοῦ ἀνθρώπου γιά ἡσυχία. Εἶναι γεγονός ὅτι ὁ διασπασμένος καί διχασμένος ἐσωτερικά ἄνθρωπος, ἐκεῖνος τοὐλάχιστον πού βιώνει τήν ἀνάγκη γιά ἑνότητα σάν μιά βασική ἐπιδίωξη τῆς ζωῆς, στό βάθος τῆς ἐσώτερης ψυχικῆς ὑποστάσεώς του λαχταρᾷ τήν ἡσυχία. Ἐξάλλου, ἐάν ἕνας διαταραγμένος ἀπό ἐσωτερικές συγκρούσεις καί διασπάσεις ἄνθρωπος κατέληγε στήν ψυχική του συγκρότηση καί ἑνοποίηση, τό πρῶτο ἀγαθό πού θά γευόταν θάταν ἀσφαλῶς ἡ πνευματική ἡσυχία, σάν ἔκφραση τῆς ἁρμονίας τῶν ψυχικῶν του καταστάσεων καί περιεχομένων. Γι’ αὐτό τό λόγο τό ἀσκητικό βίωμα, ἡ νηπτική πατερική ἔρημος, θά πρότεινε, σ’ αὐτόν πού διψᾷ τήν ἑνότητα καί τόν πόθο τοῦ ἀπολύτου, νά βιώσει στό ψυχικό χῶρο τῆς μοναξιᾶς τήν ἀσκητική ἡσυχία καί τήν «ἀναχώρηση» ἀπό τά πράγματα τοῦ κόσμου. Κι’ ἐδῶ βέβαια θά ἀντιμετώπιζε κανείς μιά «παράλογη» ἴσως πραγματικότητα, μιά ἰδιάζουσα κατάσταση ἡσυχίας καί ψυχικῆς μοναξιᾶς.

Στήν κοινή ἀντίληψη τοῦ κόσμου, ἀλλά καί μέσα στό πνεῦμα πολλῶν πού ἀποφασίζουν νά ἐνταχθοῦν στήν ἀσκητική πολιτεία, ἡ ἡσυχία τῆς μοναχικῆς ζωῆς κατανοεῖται σάν ἐγκατάλειψη μιᾶς πραγματικότητος καί σάν παραίτηση ἀπό τήν κοινωνική λειτουργία τῆς ζωῆς. Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι ἡ μοναχική πολιτεία ἐπιλέγεται πολλές φόρες σάν τρόπος ζωῆς κάτω ἀπό τήν πίεση τῆς ψυχικῆς ἀνάγκης γιά φυγή, γιά «ἐγκατάλειψη», γιά ἀναζήτηση μιᾶς σωματικῆς καί πνευματικῆς ἠρεμίας μέσα στήν ἀπουσία τῶν κοσμικῶν φροντίδων καί θορύβων. Στήν περίπτωση αὐτή, κουρασμένος κανείς ἀπό τή ζωή, ἀπογοητευμένος ἀπό τίς αὐταπάτες πού προσφέρει, ἀηδιασμένος ἀπό τίς ἐπίπλαστες διανθρώπινες σχέσεις ζητεῖ νά προστατευθεῖ καί νά ἡσυχάσει, νά ἀναπαυθεῖ στήν ἀγκαλιά τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἀλλά ἐδῶ ἀκριβῶς εὑρίσκεται ἡ συγκλονιστική παρεξήγηση, τήν ὁποία ἐξαρθρώνει ὁ Ἰσαάκ ὁ Σῦρος μέ τίς δυνατές του περιγραφές καί τίς διακριτικές του ἀπεικονίσεις.

Ο Μύθος της Ορθοδόξου Μαρτυρίας εις τους διαλόγους με αλλοδόξους




Του Ιωάννη Κορναράκη,
Ομότιμου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών
 
Πηγή: «Ορθόδοξος Τύπος» 22 Δεκ 2006.

Στο φύλλο του «Ο. Τ.» της 17-11-06 δημοσιεύθηκε κείμενο με τίτλο: «Η επικοινωνία με τους αλλόδοξους δυνατότητα ορθοδόξου μαρτυρίας».

    Το εν λόγω κείμενο στηρίζει και προβάλλει τη συμμετοχή των ορθοδόξων στους διαχριστιανικούς διαλόγους με το γνωστό επιχείρημα ότι η επικοινωνία μας με τους αλλοδόξους αποτελεί μοναδική ευκαιρία προσφοράς, εκ μέρους μας, της μαρτυρίας της ορθοδόξου αληθείας, την οποία η Εκκλησία μας κατέχει!

    Πρόκειται, σήμερα, για έναν ισχυρισμό, ο οποίος στηρίζεται στην κοινή λογική, σύμφωνα με την οποία η επικοινωνία μας αυτή επιβάλλεται ως μονόδρομος μιας τέτοιας προσφοράς, εφόσον είναι λογικό να δεχθούμε ότι, εάν δεν συναντηθούμε εν διαλόγω με τους αλλοδόξους αδελφούς μας, δεν μπορούμε να τους πληροφορήσουμε πειστικά για τον πλούτο των αληθειών της πατερικής μας παραδόσεως και γενικά για την ορθοδοξία της πίστεώς μας!

    Αλλά ένας τέτοιος ισχυρισμός θα ήταν πράγματι, σήμερα, ένα πειστικό επιχείρημα για τη συμμετοχή της Εκκλησίας μας σε τέτοιους διάλογους, εάν υπήρχαν όντως οι όροι και οι προϋποθέσεις και οι συνθήκες εκείνες, οι οποίες θα καθιστούσαν πραγματοποιήσιμο ένα τέτοιο έργο μαρτυρίας της ορθοδόξου πατερικής διδασκαλίας στους πλανεμένους αλλοδόξους αδελφούς μας!

    Εντούτοις, σήμερα, πολλοί παράγοντες, ποικίλης φύσεως, αποδεικνύουν ουτοπικό έναν τέτοιο ισχυρισμό ή μέθοδο επικοινωνίας μας με τους αλλοδόξους, με στόχο την ανάπτυξη της ιεραποστολικότητας της Εκκλησίας σε χώρους διαχριστιανικών διαλόγων, στους οποίους κυριαρχεί το οικουμενιστικό πνεύμα, της αλλοτριώσεως της χριστιανικής πίστεως από τα στοιχεία της αγιοπνευματικής-χαρισματικής της δυναμικής! Έτσι κάτω από τις προϋποθέσεις και τους όρους, υπό τους οποίους οι διάλογοι αυτοί πραγματοποιούνται σήμερα, το επιχείρημα της αναγκαιότητος αναπτύξεως ιεραποστολικότητος της Εκκλησίας στους εν λόγω χώρους, ως ουτοπικό, αποτελεί μύθο.

Ένα πράγματι υπέροχο κείμενο που αφορά όλους μας: Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς στὴ ζωή μας

Προσευχή για εργασία για ευλογία και ευόδωση της - ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Τὸ θέμα ποὺ μοῦ ζητήθηκε νὰ ἀναπτύξω εἶναι: «ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς στὴ ζωή μας». Εἶναι ἕνα θέμα πάρα πολὺ πλούσιο σὲ προβληματισμοὺς ποὺ ἔχουν ἄμεση σχέση μὲ τὴν πραγματοποίηση τῆς κατ’ ἐξοχὴν αὐτῆς πνευματικῆς λειτουργίας ποὺ λέγεται προσευχή.

Ἂν ἀναζητήσει κανεὶς ἕνα διάγραμμα αὐτοῦ τοῦ θέματος, θὰ δεῖ ὅτι πραγματικὰ δὲν μπορεῖ νὰ ξέρη ἀπὸ ποῦ πρέπει ν’ ἀρχίσει καὶ ποῦ πρέπει νὰ τελειώσει. Κι αὐτὸ γιατί, ὅπως καταλαβαίνουμε, ἡ προσευχὴ δὲν εἶναι μιὰ διδακτικὴ ἑνότητα, δὲν εἶναι ἕνα μάθημα ποὺ μπορεῖ κανεὶς νὰ διδάξει σὲ ὁρισμένη ὥρα. Δὲν εἶναι προσδιορισμένο θεωρητικὰ αὐτὸ τὸ βιωματικὸ πνευματικὸ γεγονός.

Ὅταν κανεὶς μιλᾷ γιὰ τὴν προσευχή, καταλαβαίνει ὅτι μιλάει γιὰ ἕνα μυστήριο. Γιατί, ὅπως ξέρουμε, ἡ προσευχὴ εἶναι, στὴν ἁπλούστερη διατύπωσή της, ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, ἢ τοὐλάχιστον μιὰ βασικὴ μορφὴ τῆς σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό. Καὶ ἀσφαλῶς ὅ,τι προσεγγίζει τὸν Θεὸ δὲν εἶναι εὔκολο νὰ μελετηθεῖ καὶ νὰ προσδιοριστεῖ. Γι’ αὐτὸ ὁμολογῶ, ὅτι κι ἐγὼ δὲν μπόρεσα πολὺ εὔκολα νὰ καταλάβω τί θὰ ἔπρεπε νὰ πῶ. Κατέληξα ὅμως στὸ συμπέρασμα, ὅτι μᾶλλον πρέπει κανεὶς νὰ ἀντιμετωπίσει ἕνα βασικὸ θέμα μέσα στὸ ὅλο πρόβλημα τῆς δυνάμεως τῆς προσευχῆς, ποὺ εἶναι οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἡ προσευχὴ ἀποβαίνει ἕνα δυναμικὸ στοιχεῖο τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Νομίζω ὅτι ἄμεσα δὲν θὰ ἐνδιέφερε τὸ νὰ μάθει κανεὶς τί εἶναι ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς ἢ πῶς ἐκδηλώνεται. Αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ ἀποτελέσει ἀντικείμενο ἑνὸς κατηχητικοῦ μαθήματος. Ἴσως περισσότερο βασικὸ εἶναι νὰ σταματήσει κανεὶς σ’ αὐτὸ τὸ ἰδιαίτερο πρόβλημα καὶ νὰ διερωτηθεῖ ὑπὸ ποιούς ἀκριβῶς ὅρους, βάσει ποιῶν προϋποθέσεων, ἡ προσευχή μᾶς δίνει δύναμη, γίνεται πηγὴ δυνάμεως.

Γιατί εἶναι ἀλήθεια ὅτι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος μιλᾶ γιὰ προσευχὴ ἢ ὅταν προσεύχεται -γιὰ νὰ πᾶμε ἀμέσως στὸ πρόβλημα- , περιμένει νὰ δεῖ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς πνευματικῆς του λειτουργίας· ἡ σκέψη του εἶναι πάντα προσανατολισμένη στὸ ἀποτέλεσμα, στὴν δύναμη τῆς προσευχῆς. Γι’ αὐτὸ νομίζω, πιὸ εὔκολα κανεὶς ἀνάγεται στὴν ἔννοια τῆς δυνάμεως τῆς προσευχῆς, παρὰ στὶς προϋποθέσεις ποὺ μποροῦν νὰ ἐξασφαλίσουν, σύμφωνα μὲ τὰ ἀνθρώπινα πάντοτε κριτήρια, τὴν δύναμη τῆς προσευχῆς.

Θὰ ἤθελα λοιπὸν νὰ ὑπογραμμίσω μερικοὺς ἀπὸ τοὺς ὅρους, ποὺ μποροῦν, κατὰ τεκμήριο ἴσως καὶ σύμφωνα – ὅπως εἴπαμε – μὲ τὰ ἀνθρώπινα κριτήρια, νὰ μᾶς δώσουν τὴν ἐντύπωση ὅτι ἡ προσευχὴ μπορεῖ πραγματικὰ νὰ ἐκφρασθεῖ σὰν μιὰ δυναμικὴ λειτουργία τῆς προσωπικότητας, μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει πηγὴ δυνάμεως.

Μιὰ πρώτη βασικὴ προϋπόθεση εἶναι το πῶς ἀντιλαμβάνεται κανεὶς τὴν προσευχή. Τί ἐννοεῖ ὅταν λέει προσευχή, ἢ καλύτερα πῶς συλλαμβάνει ὑπαρξιακὰ καὶ πῶς αἰσθάνεται τὴν προσευχή;

Τί εἶναι ὅμως προσευχή; Εἶναι ἕνα βασικὸ ἐρώτημα ποὺ μπορεῖ σὰν ἀπάντηση νὰ μᾶς δώσει τὸν πρῶτο ὅρο ποὺ εἶναι ἀπαραίτητος γιὰ νὰ ἀποβεῖ ἡ προσευχὴ πηγὴ δυνάμεως.

«Η ΜΕΓΑΛΗ ΔΙΑΦΘΟΡΑ, Η Ελλαδική Ορθοδοξία θύμα των οικουμενιστικών ανοιγμάτων...

    

Μὲ τίτλο «Η ΜΕΓΑΛΗ ΔΙΑΦΘΟΡΑ, Ἡ Ἑλλαδικὴ Ὀρθοδοξία θῦμα τῶν οἰκουμενιστικῶν ἀνοιγμάτων τοῦ κ. Χριστόδουλου», δημοσίευσε ὁ «Ὀρθόδοξος Τύπος» (14 Ἰουλίου 2006, φ. 1651, σελ. 1 καὶ 5) ἄρθρο τοῦ ἀείμνηστου Ἰωάννη Κορναράκη.
                     
                                       

Ξαναδημοσιεύουμε τὸ ἀξιόλογο ἐκεῖνο ἄρθρο, ποὺ περιέχει βαρυσήμαντες ἐπισημάνσεις, τὶς ὁποῖες, τὸ καθημερινῶς ἐπιβαρυνόμενο ἀπὸ τὸν Οἰκουμενιστικὸ ἰό ἀνοσοποιητικὸ σύστημα τῶν ὀρθοδόξων, παραβλέπει!
Στὸ ἄρθρο αὐτὸ ὁ Κορναράκης, διαπιστώνει ὅτι ὁ Ἀρχιεπ. Χριστόδουλος τότε (ἕνα μεγάλο μέρος τῶν Ἐπισκόπων σήμερα) «δείχνει νὰ ἔχει ξεχασμένη τὴν ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία του», τὴν συνείδηση ὅτι «ἀνήκει στὴν Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία!».
«Λεκτικῶς βέβαια, δὲν παύει νὰ χρησιμοποιεῖ τοὺς ὅρους Ὀρθόδοξη Ἐκκλησίακαὶ Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἀλλὰ μόνο στὶς περιπτώσεις, ποὺ εἶναι ἀνάγκη, οἱ ὅροι αὐτοί, νὰ λειτουργήσουν ὡς ἐγγύηση δῆθεν τῆς Ὀρθοδοξίας… τῶν οἰκουμενιστικῶν του ἀνοιγμάτων!
»Εἶναι γνωστὴ πλέον ἡ μέθοδος τῆς Νέας Ἐποχῆς, ἡ ὁποία, μέθοδος, μὲ ἐργαλεῖο τὴ διγλωσσία, ἀναιρεῖ μιὰ δοκιμασμένη ἀλήθεια, ἀφοῦ προηγουμένως τὴν ἐπικαλεσθεῖ καὶ τὴν τονίσει ὡς ἐπιχείρημα μιᾶς συγκεκριμένης θέσεως, γιὰ νὰ ἀκυρώσει στὴ συνέχεια μὲ τὴν “ἀλήθεια”, ποὺ ἐκείνη θέλει νὰ σερβίρει! Ὅλοι οἱ οἰκουμενιστὲς κληρικοὶ καὶ θεολόγοι ἐκθέτουν τὶς ἀνορθόδοξες θεωρίες τους “πλουμισμένες” μὲ τοὺς ὅρους Πατερικὴ θεολογία, Ὀρθόδοξη Παράδοση!».
Καὶ ἀναφέρει τὸ παράδειγμα τῆς ἀποδοχῆς ἀπὸ ΟΛΟΥΣ τοὺς Ὀρθοδόξους Ποιμένες (πρωτίστως) τοῦ καταστατικοῦ τοῦ Π.Σ.Ε. (εἴτε θεωρητικά, εἴτε στὴν πράξη), σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο τὸν χαρακτηρισμὸ «Ἐκκλησία» τὸν χρησιμοποιοῦμε πλέον γιὰ «κάθε προτεσταντικὴ ὁμάδα ἢ σωματεῖο. Μιὰ τέτοια, ὅμως, ἀναγνώριση βρίσκεται ἄραγε στὰ ὅρια τῶν Ἐκκλησιολογικῶν ὁρίων τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως; Ἀσφαλῶς ὄχι! Ἀλλὰ τότε ποῦ μετατίθεται, ἡ πίστη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, σύμφωνα μὲ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, στὴ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ;». Ἀσφαλῶς στὸ περιθώριο τῶν οἰκουμενιστικῶν ἀνοιγμάτων, δηλ. στὸ περιθώριο τῆς Ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας ὅλων τῶν οἰκουμενιστῶν τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας.
Σημαντικὴ εἶναι καὶ ἡ παρακάτω διάκριση περὶ τῆς οἰκονομίας, ποὺ πιπιλίζουν σήμερα οἰκουμενιστὲς καὶ οἱ λεγόμενοι «ἀντι-Οἰκουμενιστές»!
«Ὁ ὅρος οἰκονομία εἶναι μονοσήμαντος στὸ ἐκκλησιαστικὸ λεξιλόγιο! Εἶναι ὅρος ἀποκλειστικὰ ποιμαντικὸς καὶ δὲν ἔχει σχέση μὲ θεολογικές-δογματικὲς μειοδοσίες πρὸς τοὺς αἱρετικούς! Ἡ κατ’ οἰκονομία θεολογία δὲν εἶναι ὀρθόδοξη θεολογία ἀλλὰ αἱρετικὸ κατασκεύασμα γιὰ οἰκουμενιστικὰ ἀνοίγματα!». 

Η ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΕΡΗΜΩΣΗ ΤΟΥ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥ και η «καρδιακή προσευχή». Τα τέρατα της σπηλιάς του ασυνειδήτου!

"Αλλά το σπουδαιότερο, στην περίπτωση του διαλόγου με τη σπηλιά του ασυνειδήτου, είναι πως η ψυχολογία ούτε η ίδια ημπορεί ούτε υποδεικνύει κάποιο άλλο μέσο ουσιαστικής εξώσεως των απειλητικών τεράτων από τη σπηλιά αυτή. Έτσι ιδίως η ψυχανάλυση μας αποκαλύπτει τα δόντια των ενστικτικών τεράτων του ασυνειδήτου, χωρίς να αναλαμβάνη και το έργο της προστασίας μας ή της απαλλαγής από τον κίνδυνο να μας αλέσουν τα δόντια αυτά, σε κάποια κρίσιμη ώρα!"

                            


Του αειμνήστου ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΟΡΝΑΡΑΚΗ

   Η πιο βασική κατάκτηση της ψυχολογίας υπήρξε ασφαλώς η «ανακάλυψη» του  ασυνειδήτου.

   Η επισήμανση της άγνωστης αυτής περιοχής της ανθρωπίνης προσωπικότητος άνοιξε οπωσδήποτε τη θύρα διά της οποίας ημπορεί κανείς να ρίξη το βλέμμα του στο σκοτεινό βάθος της ψυχής. Ή τουλάχιστον, ύστερα από την ανακάλυψη αυτή, είναι σε θέση κανείς να αντιληφθή τη σημασία του ασυνείδητου αυτού βάθους για την όλη ψυχική και πνευματική πορεία του ατόμου.

    Εξ άλλου είναι γεγονός που δεν ημπορεί κανείς να αμφισβητήση, ότι οι ερευνητικές προσπάθειες της ψυχολογίας μέσα στο σκοτεινό και σχεδόν ανερεύνητο ασυνείδητο βάθος της ανθρωπίνης προσωπικότητος έχουν μέχρι τώρα μια κάποια αξιόλογη επιτυχία. Η μεθοδολογία της προσπελάσεως στον χώρο του ασυνειδήτου μας έχει αποκαλύψει μέχρι σήμερα ωρισμένα μυστικά μονοπάτια που στο σύνολό τους διαγράφουν μια κάποια νομοτέλεια ωρισμένων μορφών ανθρωπίνης συμπεριφοράς. Η ψυχολογία του βάθους με τις επί μέρους σχολές της μας έχει μέχρι τώρα δώσει αξιόλογα στοιχεία του ψυχολογικού «μηχανισμού» της συμπεριφοράς αυτής και έχει ρίξει φως σε ωρισμένες περιοχές της προβληματικής της ψυχολογικής γενικά αντιδράσεως του ατόμου. Η αναγνώριση αυτής της υπηρεσίας της ψυχολογίας είναι μια ηθική υποχρέωση κάθε τιμίου ερευνητού.

    Παρ’ όλα όμως αυτά οι επιτυχίες της ψυχολογίας του Βάθους αποδεικνύονται πολλές φορές εξαιρετικώς ασήμαντες μπροστά στο μέγεθος αλλά και την πολύπλοκη σύνθεση της προβληματικής της ψυχολογικής συμπεριφοράς του ανθρώπου.

Ἡ αὐθεντικὴ θρησκευτικὴ κρίση

 

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ἐξέλιξη τῆς ζωῆς τῆς εὐσεβείας εἶναι ἀρκετὲς φορὲς περιπεπεπλεγμένη.

Βέβαια πολλοὶ ἄνθρωποι θρησκεύουν γνήσια, χωρὶς νὰ βιώνουν ἔντονες ἐμπειρίες. Ἡ θρησκευτικότης τους κυλᾶ ἤρεμα, σὰν τὸ ἁπλὸ καὶ εἰρηνικὸ ρυάκι, ποὺ δὲν γνωρίζει τὴν ὁρμητικότητα ἀπειλητικῶν χειμάρρων. Χωρὶς ἐσωτερικὲς ἀντινομίες καὶ διασπάσεις, χωρὶς καταλυτικὲς ἀμφιβολίες, πορεύονται εἰρηνικὰ τὸ δρόμο ποὺ τοὺς ὁδηγεῖ στὴν πνευματική τους ὁλοκλήρωση.

Ὑπάρχουν ὅμως καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἄνθρωποι ποὺ θρησκεύουν συνεχῶς προβληματιζόμενοι. Ἡ συνείδησή τους εἶναι μὲν καθ’ ὁλοκληρίαν θρησκευτικὴ ἀλλὰ ἡ ὕπαρξή τους συγκλονίζεται ἀπό τοὺς ἰσχυροὺς κραδασμοὺς ἐσωτερικῶν συγκρούσεων καὶ τὸ πνεῦμα τους ριπίζεται ἀπὸ τὴν καταιγίδα κάποιου ὑπαρξιακοῦ διλήμματος ἡ κάποιας σεισμικῆς ἐμπειρίας.

Στὴν περίπτωση αὐτὴ ποὺ ἕνας θρησκευτικὸς ἄνθρωπος δοκιμάζεται ἀπὸ ἐσωτερικὲς συγκρούσεις τίθεται, ἀλήθεια, τὸ ἐρώτημα· τί εἶναι ὑγιὲς στὸν ἄνθρωπο αὐτὸν καὶ τί εἶναι νοσηρό. Ἤ ἀλλοιῶς, ἂν μπορῆ νὰ δικαιολογεῖται μιὰ πνευματικὴ κρίση στὴ ζωὴ ἑνὸς αὐθεντικοῦ θρησκευτικοῦ ἄνθρωπου.

Γιά μιά ἀνήσυχη ἡσυχία

 

Ἄν θά μποροῦσε κανείς νά διεισδύσει πραγματικά στόν πυρῆνα τῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας τοῦ ἀνθρώπου, πού γεννᾷται ἀπό τόν πόθο γιά ἑνότητα, θά ἀνακάλυπτε ἀκριβῶς ὅτι ὁ πόθος αὐτός προδίδει τήν ψυχική δίψα τοῦ ἀνθρώπου γιά ἡσυχία. Εἶναι γεγονός ὅτι ὁ διασπασμένος καί διχασμένος ἐσωτερικά ἄνθρωπος, ἐκεῖνος τοὐλάχιστον πού βιώνει τήν ἀνάγκη γιά ἑνότητα σάν μιά βασική ἐπιδίωξη τῆς ζωῆς, στό βάθος τῆς ἐσώτερης ψυχικῆς ὑποστάσεώς του λαχταρᾷ τήν ἡσυχία. Ἐξάλλου, ἐάν ἕνας διαταραγμένος ἀπό ἐσωτερικές συγκρούσεις καί διασπάσεις ἄνθρωπος κατέληγε στήν ψυχική του συγκρότηση καί ἑνοποίηση, τό πρῶτο ἀγαθό πού θά γευόταν θάταν ἀσφαλῶς ἡ πνευματική ἡσυχία, σάν ἔκφραση τῆς ἁρμονίας τῶν ψυχικῶν του καταστάσεων καί περιεχομένων. Γι’ αὐτό τό λόγο τό ἀσκητικό βίωμα, ἡ νηπτική πατερική ἔρημος, θά πρότεινε, σ’ αὐτόν πού διψᾷ τήν ἑνότητα καί τόν πόθο τοῦ ἀπολύτου, νά βιώσει στό ψυχικό χῶρο τῆς μοναξιᾶς τήν ἀσκητική ἡσυχία καί τήν «ἀναχώρηση» ἀπό τά πράγματα τοῦ κόσμου. Κι’ ἐδῶ βέβαια θά ἀντιμετώπιζε κανείς μιά «παράλογη» ἴσως πραγματικότητα, μιά ἰδιάζουσα κατάσταση ἡσυχίας καί ψυχικῆς μοναξιᾶς.

Στήν κοινή ἀντίληψη τοῦ κόσμου, ἀλλά καί μέσα στό πνεῦμα πολλῶν πού ἀποφασίζουν νά ἐνταχθοῦν στήν ἀσκητική πολιτεία, ἡ ἡσυχία τῆς μοναχικῆς ζωῆς κατανοεῖται σάν ἐγκατάλειψη μιᾶς πραγματικότητος καί σάν παραίτηση ἀπό τήν κοινωνική λειτουργία τῆς ζωῆς. Εἶναι ἀλήθεια, ὅτι ἡ μοναχική πολιτεία ἐπιλέγεται πολλές φόρες σάν τρόπος ζωῆς κάτω ἀπό τήν πίεση τῆς ψυχικῆς ἀνάγκης γιά φυγή, γιά «ἐγκατάλειψη», γιά ἀναζήτηση μιᾶς σωματικῆς καί πνευματικῆς ἠρεμίας μέσα στήν ἀπουσία τῶν κοσμικῶν φροντίδων καί θορύβων. Στήν περίπτωση αὐτή, κουρασμένος κανείς ἀπό τή ζωή, ἀπογοητευμένος ἀπό τίς αὐταπάτες πού προσφέρει, ἀηδιασμένος ἀπό τίς ἐπίπλαστες διανθρώπινες σχέσεις ζητεῖ νά προστατευθεῖ καί νά ἡσυχάσει, νά ἀναπαυθεῖ στήν ἀγκαλιά τῆς μοναχικῆς πολιτείας. Ἀλλά ἐδῶ ἀκριβῶς εὑρίσκεται ἡ συγκλονιστική παρεξήγηση, τήν ὁποία ἐξαρθρώνει ὁ Ἰσαάκ ὁ Σῦρος μέ τίς δυνατές του περιγραφές καί τίς διακριτικές του ἀπεικονίσεις.

Κρίσις της αρχιερατικής αυτοσυνειδησίας

 κρίση στη ζωή της Εκκλησίας, είναι βαθύτερη από το επιφαινόμενο της ανθρωπίνης διαφθοράς"
του αείμνηστου Ιωάννου Κορναράκη
Ομ. Καθηγητού Παν. Αθηνών

Κρίσις της αρχιερατικής αυτοσυνειδησίας


Η κρίση, η οποία έχει εκσπάσει στους κόλπους της Εκκλησίας, είναι πρωτίστως κρίση της αρχιερατικής αυτοσυνειδησίας! Προτάσσεται βέβαια και προβάλλεται, κατά τις ημέρες αυτές, που οι αποκαλύψεις ποικίλων σκανδάλων συγκλονίζουν τις συνειδήσεις του πληρώματος της Εκκλησίας, ως κρίση, η διαφθορά, η οποία έχει εισδύσει στη ζωή και στον τρόπο λειτουργίας της Εκκλησίας. Αλλά το υπόβαθρο της διαφθοράς αυτής και η αδυναμία της διοικούσης Εκκλησίας να προχωρήσει σε ουσιαστική αυτοκάθαρση, έχουν το αρχικό τους αίτιο στην κρίση της επισκοπικής αυτοσυνειδησίας, η οποία δείχνει να είναι αποξενωμένη από τη συνεργία της με το Άγιο Πνεύμα, δηλ. από τη χάρη του συγκροτούντος τον θεσμό της Εκκλησίας Παρακλήτου Πνεύματος! Αλλά ποια είναι επιγραμματικά τα γεγονότα, που βεβαιώνουν την αποξένωση αυτή;

α) Η παγία τακτική να μαθαίνει το πλήρωμα της Εκκλησίας τα ονόματα των μελλόντων να αναδειχθούν στο επισκοπικό αξίωμα κληρικών, πολύ προ της ημέρας της εκλογής τους! Η παρασκηνιακή δραστηριότητα των αρμοδίων εκκλησιαστικών παραγόντων να αναδειχθούν στο αξίωμα αυτό πρόσωπα, όχι της εκλογής του Αγίου Πνεύματος, αλλά των προσωπικώντους συμφερόντων, περιθωριοποιεί την μετοχή του Αγίου Πνεύματος στη θέση του θεατού των συμβαινόντων, κατά την ανθρωπίνως μεθοδευμένη εκλογή. Με τον τρόπο αυτό οι περισσότερες εκλογές επισκόπων έχουν γίνει ερήμην του Αγίου Πνεύματος!

Ο Ηλίας ο Μέγας ως σύμβολο Μυστικής Θεολογίας

                                                 

Του αειμνήστου Ιωάννου Κορναράκη Καθηγητού Παν. Αθηνών

Κάθε λόγος περί μυστικής θεολογίας και κάθε αναφορά σε βιώματα και καταστάσεις αγιοπνευματικής εμπειρίας, που αποτελούν περιεχόμενα της θεολογίας αυτής, μας προκαλεί συχνά την αίσθηση μιας ασύλληπτης αποστάσεώς μας από τους ανθρώπους εκείνους του Θεού, που φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ευνοημένοι και προικισμένοι για τέτοιες πνευματικές αναβάσεις και χαρισματικές εκστατικές ανυψώσεις στους μυστικούς πνευματικούς λειμώνες της νοητικής θεωρίας.
Ίσως η αιτία για μια τέτοια αίσθηση δεν θα πρέπει να είναι μόνο το είδος της αυτοσυνειδησίας μας για το πνευματικό μας επίπεδο και γενικά για τις δυνατότητές μας για μια δική μας μέθεξη στις ιερές και μυστικές αυτές αναβάσεις αλλά και η δικαιολογημένη πάντως σκέψη, ότι η μυστική θεολογία φαίνεται να γεννάται και να προοδεύει σε συνθήκες και όρους μιας απόλυτα ησυχαστικής ζωής. Ησυχία εσωτερική – αρμονία και ειρήνη ψυχικών δυνάμεων – και εξωτερική – μακριά από θορύβους και περισπασμούς πάσης φύσεως – είναι εύλογο να σκεπτόμαστε ίσως, ότι αποτελούν δυσεύρετη πραγματικότητα. Η πρώτη θέαση εκ μέρους μας του φαινομένου της μυστικής θεολογίας, μας δίνει την εικόνα του πλέον ευαίσθητου άνθους του πνευματικού λειμώνος της χάριτος του Θεού, που ο σπόρος του φαίνεται να σπείρεται σε εξαιρετικά ευνοημένες από το Θεό ψυχές.

Αλλά όλες αυτές, οι πιο πάνω, πιθανές αντιδράσεις μας στο πνευματικό γεγονός της μυστικής θεολογίας, αν και εύλογες, φαίνεται να μην αποτελούν μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα. Ή τουλάχιστον να μην αποδίδουν σωστά την γενεσιουργό αιτία και τους λοιπούς συντελεστές του πνευματικού αυτού γεγονότος που λέγεται μυστική θεολογία.

Ἡ φαρισαϊκὴ δομὴ τῆς ψυχικῆς συγκρούσεως

 


Μία βασικὴ δομὴ τῆς ψυχικῆς συγκρούσεως εἶναι καὶ ἡ φαρισαϊκή. Τὰ κεντρικὰ χαρακτηριστικά της ”φαρισαϊκῆς” δομῆς εἶναι σὲ πρώτη φάση δύο: ἡ ἐξωτερικὴ συμπεριφορὰ καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ψυχοδυναμικὴ δραστικότητα.

Ἡ ἐξωτερικὴ ”φαρισαϊκὴ” συμπεριφορά: Ἡ φαρισαϊκὴ δομὴ τῆς ψυχικῆς συγκρούσεως ἐκφράζεται μὲ τὰ ἑξῆς ἰδιαίτερα στοιχεῖα.

1) Μὲ πληθωρικὴ εὐσέβεια ἢ τήρηση τῶν θρησκευτικῶν τύπων. Στὴ συμπεριφορὰ τοῦ Φαρισαίου κυριαρχεῖ ἡ ἀγχώδης τάση γιὰ βίωση καὶ πλήρωση κάθε θρησκευτικοῦ ”τύπου”, ποὺ θεωρεῖται ἀπαραίτητος γιὰ τὴν αὐτοβεβαίωση τῆς θρησκευτικῆς ὑπεροχῆς. Ὁ Φαρισαῖος ἔχει τὴ δίψα τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος.

2) Μὲ διακήρυξη τῆς θρησκευτικῆς ὁλοκληρώσεως. Ἡ Φαρισαϊκὴ δομὴ τῆς ψυχικῆς συγκρούσεως ὠθεῖ πρὸς διακήρυξη τῆς θρησκευτικῆς ὁλοκληρώσεως. Ὁ φαρισαῖος αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ βεβαιώσει τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους γιὰ τὴν ὁλοκλήρωση αὐτὴ καὶ μάλιστα νὰ τοὺς πείσει. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ χρησιμοποιεῖ τὴ στατιστική. Τὰ βιωματικὰ στοιχεῖα τῆς εὐσέβειάς του ἀντικειμενοποιοῦνται μὲ τέτοιο τρόπο ὥστε νὰ μποροῦν νὰ μετρηθοῦν καὶ νὰ ἀξιολογηθοῦν.

3) Μὲ σύγκριση τῆς ἀτομικῆς θρησκευτικότητας μὲ ἐκείνην τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Ὁ Φαρισαῖος δὲν εἶναι κοινωνικὸς μὲ τὴ βαθύτερη σημασία τῆς λέξης αὐτῆς. Ἔχει ὅμως ἀνάγκη τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους γιὰ νὰ βεβαιώσει τὴ θρησκευτική του ὑπεροχή. Ἂν καὶ ἀπομονώνεται γιὰ νὰ προβάλλει τὴ θρησκευτική του ὑπεροχή, συγχρόνως ἐπικαλεῖται τὶς ἀδυναμίες καὶ τὶς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων ἀνθρώπων γιὰ νὰ βιώσει τὴν ἱκανοποίηση τῆς θρησκευτικῆς του αὐτάρκειας.

Υπενθυμίζουμε σε όσους μονόφθαλμους με αφορμή τα συλλαλητήρια αναπολούν τον αρχιεπ. Χριστόδουλο!

Η νέα αντιπατερική εκκοσμικευμένη Εκκλησία που παρουσιάζεται ως τάχα "Ορθόδοξη" έχει γνωστούς πρωτεργάτες και προωθητές που δυστυχώς μέχρι σήμερα παρουσιάζονται ως "μεγάλες μορφές"!

Ἡ Συμβολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὴν δημιουργία μιᾶς ἀντιπατερικῆς «σύγχρονης» Ὀρθοδοξίας!


Τοῦ ἀείμνηστου καθηγητῆ Ἰωάννου Κορναράκη


Ἡ σύγχρονη Ἱστορία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὸ 1948 μέχρι σήμερα, εἶναι γραμμένη μὲ πολλὲς σελίδες οἰκουμενιστικῆς δραστηριότητος.
Ὁ ἑκάστοτε οἰκοδεσπότης τοῦ πατριαρχικοῦ οἴκου ἡγεῖτο προσπαθειῶν ἑνώσεως τῶν μὴ δυναμένων νὰ ἑνωθοῦν. Τὸ μάτι τοῦ Πατριαρχείου, σταθερὰ στραμμένο πρὸς τοὺς ἑτεροδόξους χώρους, ἀπεμπολοῦσε τὶς ἀλήθειες τῆς Ὀρθοδοξίας πρὸς χάριν μιᾶς ἐκκοσμικευμένης χριστιανοσύνης, ἀποξενωμένης ἀπὸ τὴν ἰκμάδα τῶν αὐθεντικῶν εὐαγγελικῶν καὶ πατερικῶν ἀληθειῶν.
Ἰδιαίτερα ὁ σημερινὸς οἰκοδεσπότης τοῦ ΦΑΝΑΡΙΟΥ ἔδειξε μεγάλη κινητικότητα στοὺς ἑτεροδόξους χώρους καὶ συμμετεῖχε σὲ ἑτερόδοξες λειτουργικὲς πράξεις.
Τὸ κορυφαῖο γεγονός, ποὺ ἐσχάτως καταγράφει τὴν ἔντονη ἀποδόμηση τῶν Ἱ. Κανόνων ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Βαρθολομαίου, εἶναι ἡ συλλειτουργία καὶ τοῦ Πάπα, κατὰ τὴν θρονικὴ ἑορτὴ τοῦ Πατριαρχείου, τὴν 30η Νοεμβρίου 2006. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἀπὸ τὸν ἐξώστη τοῦ Πατριαρχείου –μὲ δεμένα τὰ χέρια του μὲ τὸν Πάπα–, διαδηλώνουν ἀμφότεροι τὴν κοινὴ ἀπόφασή τους νὰ ἑνωθοῦν ἡ Ὀρθόδοξη ΕΚΚΛΗΣΙΑ μὲ τὸν Παπισμό.
Σὲ γενικὲς γραμμές, ἡ κορυφὴ τῆς «Ὀρθοδοξίας», μὲ τὰ πολλὰ καὶ γνωστὰ σὲ ὅλους οἰκουμενιστικά της ἀνοίγματα, ἔδωσε τὸ θάρρος σὲ πολλοὺς κληρικοὺς καὶ λαϊκοὺς οἰκουμενιστὲς νὰ προχωροῦν σὲ πράξεις ἀποδομήσεως καὶ προδοσίας τῶν ἀληθειῶν τῆς Ὀρθοδοξίας τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Διαφάνεια ή ψευδαίσθηση; --Το λανθάνον έργο του «αντιχρίστου»

                                      

Του αειμνήστου Ιωάννου Κορναράκη, Καθ. Παν. Αθηνών

«Μπορούμε να αρνούμεθα το Χριστό και τη στιγμή που (νομίζουμε πως) τον λατρεύουμε ή τον υπηρετούμε» και ταυτόχρονα ...κοινωνούμε με τους εχθρούς του!

 

Η διαφάνεια της χριστιανικής μας συνειδήσεως, σαν στόχος της πνευματικής μας ζωής, αποκτάται, όπως γνωρίζουμε, με την εργασία της νήψεως και της εγρηγόρσεως.

 

     Ίσως, θα έλεγε κανείς, ότι η διαφάνεια αυτή είναι μια αδιάλειπτη νηπτική λειτουργία και ποτέ μια ποιότητα πνευματικής ζωής σε σταθερή και αναλλοίωτη εικόνα αυτοσυνειδησίας. Διαφάνεια και νήψη, σαν όροι πνευματικής ζωής, δεν διαφέρουν ουσιαστικά. Κι οι δυο όροι δηλώνουν μια προσπάθεια πνευματικής διαύγειας. Ίσως η μόνη διαφορά να βρίσκεται στο γεγονός ότι εμείς τείνουμε να εννοούμε τη διαφάνεια σαν καρπό της νήψεως. Σ’ αυτή την περίπτωση η νήψη είναι η οδός που μας οδηγεί στο φωτεινό χώρο της πνευματικής ζωής που λέγεται διαφάνεια της χριστιανικής μας συνειδήσεως! Αυτό πάλι σημαίνει ότι, αν η νήψη δεν είναι αυθεντική, δεν φθάνουμε ποτέ στην αυθεντική διαφάνεια της χριστιανικής μας συνειδήσεως. Αν δεν γνωρίζουμε να νήφουμε αυθεντικά, η αυτοσυνειδησία μας δεν είναι διαφανής «εν Χριστώ Ιησού», αλλά μια ψευδαίσθηση που συντηρεί απλώς ένα χριστιανικό προσωπείο! 

    Την ψευδαίσθηση αυτή βιώνουμε όλοι εμείς οι χριστιανοί που… ξεχνούμε το διάβολο! Πολλοί από μας τους χριστιανούς, είναι αλήθεια, προσπαθούμε να συντηρούμε με τις προσευχές μας, τον εκκλησιασμό μας, τη συμμετοχή μας στα μυστήρια της Εκκλησίας και τον αγώνα για την τήρηση του θελήματος του Θεού ένα διάλογο με τον Ιησού, που μας βεβαιώνει ότι η πνευματική μας ζωή προχωρεί κανονικά, μέσα στα πλαίσια μάλιστα της ορθόδοξης σωτηριολογίας. Σε όλη όμως αυτή την προσπάθεια ενδέχεται να λησμονούμε το σατανά ή να του δίνουμε πολύ περιθωριακή θέση! 

Μία ακούσια αμαρτία πόσο «ακούσια» είναι;


      Μία ακούσια αμαρτία πόσο «ακούσια» είναι;

                    Του αειμνήστου καθηγητού Ιωάννη Κορναράκη (†)

                        


Συχνὰ ἔχουμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τὴν ἐμπειρία μίας ἀκούσιας ἁμαρτίας. Καὶ βέβαια κάθε ἐξομολόγος-πνευματικὸς πατέρας ἀκούει πολὺ συχνά, σχεδὸν σὲ κάθε ἐξομολόγηση, τὴ διαβεβαίωση ἢ τὸν ἰσχυρισμὸ τοῦ ἐξομολογούμενου γιὰ τὸ ἀθέλητο μιᾶς ἁμαρτίας του:
–Σᾶς διαβεβαιώνω εἰλικρινῶς. πάτερ μου, ὅτι αὐτὴ ἡ ἁμαρτία μου ἔγινε χωρὶς νὰ τὸ ἀντιληφθῶ. Ἐντελῶς ἀκούσια χωρὶς νὰ εἶναι στὴ βούλησή μου ἢ στὴν σκέψη μου νὰ τὴν κάνω.
Πόσο εἰλικρινὴς ἢ τουλάχιστον σίγουρη μπορεῖ νὰ εἶναι μία τέτοια διαβεβαίωση καὶ πόσο ἀληθινὸς ἕνας τέτοιος ἰσχυρισμός;

Ἕνα βιβλικὸ ἐπιχείρημα γιὰ τὸν ἀκούσιο χαρακτήρα πολλῶν ἁμαρτιῶν μας εἶναι ἀσφαλῶς τὸ ἕβδομο κεφάλαιο τῆς πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Ἐκεῖ ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν ἐκθέτει σὲ ἁδρὲς γραμμὲς τὸν ἀντιφατικὸ (συγκρουσιακὸ) χαρακτήρα τῆς λειτουργίας τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, κατὰ τὴ σχέση της, ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν μὲ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ ἀφ᾽ ἑτέρου δὲ μὲ τὴν «οἰκοῦσαν» σ᾽ αὐτὴν ἁμαρτία. «ὃ γὰρ κατεργάζομαι οὐ γινώσκω· οὐ γὰρ ὃ θέλω τοῦτο πράσσω, ἀλλ᾿ ὃ μισῶ τοῦτο ποιῶ… νυνὶ δὲ οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ᾿ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία… οὐ γὰρ ὃ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ᾿ ὃ οὐ θέλω κακὸν τοῦτο πράσσω. εἰ δὲ ὃ οὐ θέλω ἐγὼ τοῦτο ποιῶ, οὐκέτι ἐγὼ κατεργάζομαι αὐτό, ἀλλ᾿ ἡ οἰκοῦσα ἐν ἐμοὶ ἁμαρτία» (Ρωμ. ζ´ 15·17·19-20).
Ὁπωσδήποτε ὑπάρχουν ἀκούσιες ἁμαρτίες. Κάποιες αἰφνίδιες πειρασμικὲς προσβολὲς ἢ κάποιες ἀπρόβλεπτες καταστάσεις, στὴ ροὴ τῆς καθημερινότητας καὶ τῶν ποικίλων μορφῶν τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων, μπορεῖ νὰ εἶναι, τουλάχιστον φαινομενικῶς, ὑπεύθυνοι παράγοντες μιᾶς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία διαπράττεται ἀκουσίως.

Η απόδειξη της διγλωσσίας και διψυχίας των Ι. Μονών που εδώ και δεκαετίες κάνουν ότι δεν γνωρίζουν,, αλλά και η τρομερή ευθύνη όσων μιλούν για αίρεση και σταματούν στα λόγια.

«Δεν είναι πλέον καιρός λόγων αλλά έργων»! Οι Οικουμενιστές προχωρούν, επειδή οι αντιδράσεις μας είναι για το θεαθήναι ή ανύπαρκτες!

Τοῦ ἀειμνήστου Ἰωάννου Κορναράκη

   Νά, τί ἔγγραφαν πρὶν ἀπὸ μιὰ δεκαπενταετία, οἱ Ποιμένες ποὺ δυστυχῶς ἀκόμα κοινωνοῦν μὲ τοὺς Οἰκουμενιστές, δικαιώνοντας και όσα εδώ και καιρό επισημαίνουμε εις ώτα δυστυχώς μη ακουόντων, διότι οι περισσότεροι πιστοί σήμερα αρέσκονται στα λόγια:

«Το μόνο, που θα ευφράνει τους Ορθοδόξους και θα καταισχύνει τους κακόδοξους, είναι η διακοπή του μνημοσύνου του Πατριάρχου και των απανταχού συμφωνούντων ή σιωπούντων επισκόπων»!

    Ο εναγκαλισμός του Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου με την παπική αίρεση, στο Φανάρι, γεγονός απρόσμενο, στις διαδικασίες στις οποίες εκδηλώθηκε, ως πτώση της κεφαλής της Ορθοδοξίας στα χέρια του Ρωμαίου Ποντίφικα, προκάλεσε ορισμένες αντιδράσεις όπως ήταν φυσικό στο αγιώνυμο όρος της παλαίφατης ορθόδοξης μοναχικής πολιτείας, αλλά διχασμένες, ως προς το πρακτέο! Δύο αγιορείτικα κείμενα, τα οποία είδαν, μέχρι σήμερα, το φως της δημοσιότητος, χρωματίζουν με διαμετρικά αντίθετες τάσεις, το μοναχικό δυναμικό της πολιτείας αυτής, σε σχέση με τη στάση των μοναχών απέναντι στον Πατριάρχη!

   Το κείμενο που προηγήθηκε χρονικώς αντανακλά το αγωνιστικό μοναχικό πνεύμα, που κυριαρχεί σε μία μεγάλη μερίδα του Όρους, ιερομόναχων και μοναχών, στις φλέβες των οποίων φαίνεται να ρέει ο αγιοπνευματικός δυναμισμός της μαρτυρίας! Ιερομόναχοι και μοναχοί, οι οποίοι αυτοχαρακτηρίζονται, με ειλικρινή ταπείνωση ως «αμαθείς και ταλαίπωροι αμαρτωλοί» απευθύνονται στους είκοσι ηγουμένους της Ι. Μ. του Αγίου Όρους, «σοφότερους και λογιότερους» από αυτούς και τους ζητούν, μάλλον τους εκλιπαρούν, να ενεργοποιηθούν δυναμικά κατά των γεγονότων, που συνέβησαν στο Πατριαρχείο, κατά την επίσκεψη του Πάπα, και με ορθόδοξο ήθος να αναλάβουν τις ευθύνες τους απέναντι στην προάσπιση της αλήθειας της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας!

  «Δεν είναι πλέον καιρός λόγων αλλά έργων», επισημαίνουν, οι εν λόγω αγιορείτες. «Αναλάβετε τον καλόν αγώνα της πίστεως», προτρέπουν τους ταγούς του Όρους και συμπληρώνουν, ότι «Εκτιμούμε με πολύ μεγαλύτερη λύπη, ότι η πνευματική ηγεσία του Αγίου Όρους τα τελευταία έτη δεν αντιμετωπίζει με σθένος και γενναιότητα ομολογητική τα φαινόμενα της αποστασίας όπως έπραττον παλαιότερα οι Αγιορείτες πατέρες. Ο Πατριάρχης έχει μετρήσει τις αντιδράσεις μας και επειδή είναι χλιαρές και πολλές φορές ανύπαρκτες, προχωρεί χωρίς εμπόδια στην ένωση με τον αμετανόητο και παραμένοντα στις αιρέσεις του, πάπα.

Ένα θέμα τρομερά επίκαιρο και η πνευματική ερμηνεία του: Ο μόχθος της αναπαύσεως και η ανάπαυση του μόχθου!

Ανάπαυση μέσα στο μόχθο…!


«Λόγισαι την αργίαν, αρχήν της σκοτώσεως της ψυχής».



Του αειμνήστου Ιωάννου Κορναράκη, Καθηγητού Παν. Αθηνών

Η βασική επιδίωξη των τεχνολογικών κατακτήσεων εντοπίζεται εύστοχα στην εξασφάλιση κάθε φορά και τελειότερων ανέσεων μέσα στην περιοχή του ανθρωπίνου βίου. Η τεχνολογική πρόοδος δηλαδή υπηρετεί δουλικά και ασταμάτητα μια βασική αδυναμία της ανθρωπίνης προσωπικότητος, την ακατάσχετη τάση για άνεση, για ανάπαυση!

Φαίνεται ότι η νοσταλγία του Παραδείσου, την οποία και ο Μπερδιάγιεφ υπογραμμίζει, συμπυκνώνεται σήμερα (στην κοσμική της διαστροφή) σε μια ψυχική ροπή προς την αμεριμνησία, τη νωχέλεια, την ανάπαυση του σώματος και του νου. Ο τεχνολογικός αιώνας μας, όπως διαμορφώνει τη ζωή μας, εντείνει συνεχώς την ψυχική δίψα για άνεση, για ανάπαυση. Ήδη ο αιώνας αυτός κατόρθωσε να περιορίσει πολλές αναγκαίες εργασίες του ανθρώπου στην απλή πίεση ενός διακόπτη ή ενός ηλεκτρικού πλήκτρου.

                       
Έτσι ο σύγχρονος τεχνολογικός άνθρωπος εμπιστεύεται τις προσδοκίες και τις κρυφές αγωνίες του, για ανάπαυση και άνεση, σε μερικά θαυματουργικά κουμπιά. Θέλει να κινεί μόνο το δακτυλάκι του σε κάθε βασικό ή δευτερεύον έργο της ζωής και … τίποτε περισσότερο!! Ο σωματικός κόπος και μόχθος του φαίνεται σαν μια αδικαιολόγητη αδικία της φύσεως, σαν μια προσβολή της «αριστοκρατικής» του υποστάσεως. Θέλει, όσο μπορεί, να …κάθεται! Να αναπαύεται και να τρυγά τις ευχάριστες μόνο εμπειρίες της ζωής! Η τεχνολογική πρόοδος τον έχει κακομάθει αθεράπευτα!

Τὸ νηπτικὸ ἔλεος τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη

Ἂς ἀρχίσουμε ἀπὸ τὴν γνωστὴ σὲ ὅλους παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου (Λουκ. 10, 33-37).

Σὲ κάποιο σημεῖο τοῦ δρόμου ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Ἱεριχώ, κάποιος ἄνθρωπος ἔγινε στόχος σκληρόκαρδων ληστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀφοῦ τὸν λήστευσαν, τὸν ἄφησαν ἡμιθανῆ τυγχάνοντα, μισοπεθαμένο! Καταπληγωμένο καὶ ἐμφανῶς θανάσιμα κακοποιημένο.

Ὁ πρῶτος περαστικὸς ποὺ ἔτυχε νὰ ἰδεῖ τὸ τραγικὸ γιὰ τὸν συνάνθρωπό του αὐτὸ γεγονός, ἦταν ἕνας ἱερέας. Τὸν εἶδε, ποιὸς ξέρει τί σκέφθηκε καὶ συναισθάνθηκε. Πάντως τὸν εἶδε καὶ ἀντιπαρῆλθεν! Ἔφυγε. Τακτοποιημένος ἴσως μὲ τὸν ἑαυτό του, ἀφοῦ ἡ συνείδησή του δὲν λειτούργησε ἱερατικά, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει φιλάνθρωπα τὸν τραγικὸ αὐτὸν ἄνθρωπο!

Τὸ ἴδιο ἔκανε κι ἕνας ἀκόμα ἄνθρωπος, λευΐτης, ὑπηρέτης καὶ λειτουργός του ναοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθεν. Δηλαδὴ ὁ δεύτερος αὐτὸς περαστικὸς ἄνθρωπος, μπροστὰ ἀπὸ τὸν μισοπεθαμένο συνάνθρωπό του, δὲν πέρασε βιαστικὸς ὅπως ὁ ἱερέας, ἀλλὰ πλησίασε, εἶδε τὴν τραγική του κατάσταση καὶ συνέχισε ἥσυχος καὶ ἀδιάφορος τὸν δρόμο του πρὸς τὸν προορισμό του.

Ἡ αὐθεντικὴ θρησκευτικὴ κρίση

 


Κορναράκης 'Ιωάννης 
Καθηγητής Ποιμαντικῆς Ψυχολογίας καὶ Ἐξομολογητικῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν 
 

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ἐξέλιξη τῆς ζωῆς τῆς εὐσεβείας εἶναι ἀρκετὲς φορὲς περιπεπεπλεγμένη.

Βέβαια πολλοὶ ἄνθρωποι θρησκεύουν γνήσια, χωρὶς νὰ βιώνουν ἔντονες ἐμπειρίες. Ἡ θρησκευτικότης τους κυλᾶ ἤρεμα, σὰν τὸ ἁπλὸ καὶ εἰρηνικὸ ρυάκι, ποὺ δὲν γνωρίζει τὴν ὁρμητικότητα ἀπειλητικῶν χειμάρρων. Χωρὶς ἐσωτερικὲς ἀντινομίες καὶ διασπάσεις, χωρὶς καταλυτικὲς ἀμφιβολίες, πορεύονται εἰρηνικὰ τὸ δρόμο ποὺ τοὺς ὁδηγεῖ στὴν πνευματική τους ὁλοκλήρωση.

Ὑπάρχουν ὅμως καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἄνθρωποι ποὺ θρησκεύουν συνεχῶς προβληματιζόμενοι. Ἡ συνείδησή τους εἶναι μὲν καθ’ ὁλοκληρίαν θρησκευτικὴ ἀλλὰ ἡ ὕπαρξή τους συγκλονίζεται ἀπό τοὺς ἰσχυροὺς κραδασμοὺς ἐσωτερικῶν συγκρούσεων καὶ τὸ πνεῦμα τους ριπίζεται ἀπὸ τὴν καταιγίδα κάποιου ὑπαρξιακοῦ διλήμματος ἡ κάποιας σεισμικῆς ἐμπειρίας.

Στὴν περίπτωση αὐτὴ ποὺ ἕνας θρησκευτικὸς ἄνθρωπος δοκιμάζεται ἀπὸ ἐσωτερικὲς συγκρούσεις τίθεται, ἀλήθεια, τὸ ἐρώτημα· τί εἶναι ὑγιὲς στὸν ἄνθρωπο αὐτὸν καὶ τί εἶναι νοσηρό. Ἤ ἀλλοιῶς, ἂν μπορῆ νὰ δικαιολογεῖται μιὰ πνευματικὴ κρίση στὴ ζωὴ ἑνὸς αὐθεντικοῦ θρησκευτικοῦ ἄνθρωπου.

Μεταπτωτικὴ πορεία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀμετανοησία

 


(Ἡ μεταπτωτικὴ ὑπαρξιακὴ πορεία τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὸ καθεστὼς τῆς βίας τῆς ἀμετανοησίας)

Ὁ Ἀδὰμ ὑπέκυψε στὴν πίεση τῆς δαιμονικῆς βίας καὶ κράτησε τὰ πόδια του κολλημένα στὸ χῶρο τῆς ἀμετανοησίας.

Μιὰ προϋπόθεση γιὰ μιὰ τέτοια ἐμμονὴ ἦταν βέβαια καὶ ἡ βίαιη, μέσα σὲ μία μόνο στιγμή, ἀλλαγὴ τῆς ὑπαρξιακῆς του προοπτικῆς.

Μὲ τὴν προσδοκία τῆς ἄμεσης κατακτήσεως τῆς αὐτοθεΐας καὶ ἰσοθεΐας (“Καὶ ἔσεσθε ὡς Θεοί”), ποὺ τοῦ ὑπαγόρευσε ἡ δαιμονικὴ παρέμβαση, λαχτάρησε ὁ ἀδαμικὸς ἄνθρωπος μία πραγματικὰ ἰσόθεη ἀνύψωση τοῦ ἑαυτοῦ του. Ἔτσι τὴ στιγμὴ ποὺ ἔχανε, μὲ τὴν πράξη τῆς παραβάσεως, ἀπὸ τὸ ὀπτικὸ πεδίο τῆς συνειδήσεώς του, τὴν “εἰκόνα τοῦ κτίσαντος αὐτόν”, τοῦ Θεοῦ, προσδοκοῦσε καὶ ἀνέμενε, μὲ σίγουρη αἰσιοδοξία, νὰ γεμίζει τὸ ὀπτικό του αὐτὸ πεδίο μὲ τὴν “ὑπερμεγέθη”, “θεοποιημένη” εἰκόνα τοῦ ἑαυτοῦ του.

Καὶ πραγματικὰ ἔτσι ἔγινε! Τὴ θέση τοῦ Θεοῦ, τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ, στὴν προπτωτικὴ ἀδαμικὴ συνείδηση, κατέλαβε ἡ προσωπικὴ εἰκόνα τοῦ αὐτουργοῦ, τῆς παραβάσεως τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ἀδαμικοῦ ἀνθρώπου.

Ναί! Ὁ ἄνθρωπος “μεταποιήθηκε”, μὲ τὴ συνεργία τῆς δαιμονικῆς βίας σὲ “Θεό”! Ὁ ὄφις εἶχε, ἀπὸ κάποια ἄλλη ἄποψη “δίκιο”. Ὁ ἄνθρωπος ἔγινε “Θεός”!