Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ἡ φύση τοῦ κακοῦ

 

Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μιλοῦν γιὰ τὸ κακὸ μὲ τρεῖς ἔννοιες, μὲ ὀντολογικὴ ἔννοια, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἁμαρτίας καὶ γιὰ τὸ φυσικὸ κακό.

Τὸ κακό δεν ἔχει ὀντολογικὴ ὕπαρξη. Είναι στέρηση τοῦ ἀγαθοὺ καὶ παρεκτροπή, ἀπὸ τὴν κατὰ φύση κατάσταση στὴν παρὰ φύση. Τίποτε ἀπὸ ὅσα ὑπάρχουν δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς κακό, γιατί ὅλα εἶναι κτίσματα τοῦ Τριαδι­κοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὰ πάντα, χωρὶς Αὐτὸν τί­ποτε δὲν ἔγινε ἀπὸ ὅσα ἔχουν γίνει (Ἰω. ἀ’ 3) «ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα, τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα…τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται καὶ αὐτὸς ἐστὶ πρὸ πάντων καὶ τὰ πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκε»· ὅλα συγκρατοῦνται δι’ αὐτοῦ (Κόλ. ἀ’ 16-17). Ὅλα τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ εἶναι καλὰ καὶ τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶναι ἀπὸ τὴ φύση του κακὸ. «Καὶ εἶδε ὁ Θεὸς τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν» (Γέν. α’ 31).

Ἂν ἡ δημιουργία τοῦ Θεοῦ παρέμενε “κατὰ φύση”, ὅπως βγῆκε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Δημιουργοῦ, δὲν θὰ ὑπῆρχε τὸ πρόβλημα τοῦ κακοῦ. Υπήρξε, ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν θέλησή του ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸ “κατὰ φύση” καὶ προ­τίμησε τὴν “παρὰ φύση” κατάσταση. Ἐδῶ πρέπει νὰ ἀνα­ζητήσουμε τὸ κακό· ὄχι σὲ ὀντολογικὴ ὕπαρξη.

Ἡ κακία λοιπὸν εἶναι ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ ἀγαθό, ἀπὸ τὸ “κατὰ φύση”, ὅπως τὸ σκοτάδι εἶναι ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ φῶς. «Ἐφ’ ὅσον παραμένουμε στὴ φυσική μας κατά­σταση, εἴμεθα στὴν ἀρετή, ἂν ὅμως παρεκκλίνουμε ἀπὸ τὴ φυσική μας κατάσταση, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἀρετή, πηγαίνουμε στὴν παρὰ φύση», λέγει ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, συνε­χίζοντας τὴ διδαχὴ τῶν προηγουμένων ἀπὸ αὐτὸν πατέρων. «Ἡ κακία δὲν εἶναι κάτι ποὺ ὑπάρχει… Τὸ κακὸ εἶναι στέ­ρηση τοῦ ἀγαθοῦ. Ὁ ὀφθαλμὸς κατεσκευάσθη. Ἡ τύφλω­ση, ὅμως, προέρχεται μὲ τὴν ἀπώλεια τῶν ματιῶν. Ὥστε ἐὰν ὁ ὀφθαλμὸς δὲν ἦταν ἀπὸ φθαρτὴ φύση, ἡ τύφλωση δὲν θὰ εἶχε θέση. Ἔτσι καὶ τὸ κακὸ, δὲν ἔχει ἰδία ὕπαρξη ἀλλ’ ἔρχεται κατόπιν στὶς ἀναπηρίες τῆς ψυχῆς» (Μ. Βασίλειος).

Ἡ φύση τοῦ κακοῦ

 


Ἀλεβιζόπουλος Ἀντώνιος, Πρεσβύτερος (+) 

Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μιλοῦν γιὰ τὸ κακὸ μὲ τρεῖς ἔννοιες, μὲ ὀντολογικὴ ἔννοια, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἁμαρτίας καὶ γιὰ τὸ φυσικὸ κακό.

Τὸ κακό δεν ἔχει ὀντολογικὴ ὕπαρξη. Είναι στέρηση τοῦ ἀγαθοὺ καὶ παρεκτροπή, ἀπὸ τὴν κατὰ φύση κατάσταση στὴν παρὰ φύση. Τίποτε ἀπὸ ὅσα ὑπάρχουν δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς κακό, γιατί ὅλα εἶναι κτίσματα τοῦ Τριαδι­κοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὰ πάντα, χωρὶς Αὐτὸν τί­ποτε δὲν ἔγινε ἀπὸ ὅσα ἔχουν γίνει (Ἰω. ἀ’ 3) «ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα, τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα…τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται καὶ αὐτὸς ἐστὶ πρὸ πάντων καὶ τὰ πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκε»· ὅλα συγκρατοῦνται δι’ αὐτοῦ (Κόλ. ἀ’ 16-17). Ὅλα τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ εἶναι καλὰ καὶ τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶναι ἀπὸ τὴ φύση του κακὸ. «Καὶ εἶδε ὁ Θεὸς τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν» (Γέν. α’ 31).

Ἂν ἡ δημιουργία τοῦ Θεοῦ παρέμενε “κατὰ φύση”, ὅπως βγῆκε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Δημιουργοῦ, δὲν θὰ ὑπῆρχε τὸ πρόβλημα τοῦ κακοῦ. Υπήρξε, ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν θέλησή του ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸ “κατὰ φύση” καὶ προ­τίμησε τὴν “παρὰ φύση” κατάσταση. Ἐδῶ πρέπει νὰ ἀνα­ζητήσουμε τὸ κακό· ὄχι σὲ ὀντολογικὴ ὕπαρξη.

Ἡ κακία λοιπὸν εἶναι ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ ἀγαθό, ἀπὸ τὸ “κατὰ φύση”, ὅπως τὸ σκοτάδι εἶναι ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ φῶς. «Ἐφ’ ὅσον παραμένουμε στὴ φυσική μας κατά­σταση, εἴμεθα στὴν ἀρετή, ἂν ὅμως παρεκκλίνουμε ἀπὸ τὴ φυσική μας κατάσταση, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἀρετή, πηγαίνουμε στὴν παρὰ φύση», λέγει ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, συνε­χίζοντας τὴ διδαχὴ τῶν προηγουμένων ἀπὸ αὐτὸν πατέρων. «Ἡ κακία δὲν εἶναι κάτι ποὺ ὑπάρχει… Τὸ κακὸ εἶναι στέ­ρηση τοῦ ἀγαθοῦ. Ὁ ὀφθαλμὸς κατεσκευάσθη. Ἡ τύφλω­ση, ὅμως, προέρχεται μὲ τὴν ἀπώλεια τῶν ματιῶν. Ὥστε ἐὰν ὁ ὀφθαλμὸς δὲν ἦταν ἀπὸ φθαρτὴ φύση, ἡ τύφλωση δὲν θὰ εἶχε θέση. Ἔτσι καὶ τὸ κακὸ, δὲν ἔχει ἰδία ὕπαρξη ἀλλ’ ἔρχεται κατόπιν στὶς ἀναπηρίες τῆς ψυχῆς» (Μ. Βασίλειος).

Ἐσχατολογία

 

Oἱ χιλιαστικές ἀντιλήψεις τῆς κίνησης ἀπορρίπτονται ἀπό τήν ἁγία Γραφή.

Ὁ Ἰωάννης βλέπει τόν Ἄγγελο νά «δένει» τόν Δράκοντα γιά «χίλια ἔτη», στά ὁποῖα βασιλεύουν ὅσοι δέν προσκύνησαν «τό θηρίον καί τήν εἰκόνα αὐτοῦ» (Ἀποκ. κ’ 1-4. Βλ. καί ιγ’ 11-17. ιδ’ 9-11). Οἱ «λοιποί τῶν νεκρῶν» δέν ἀνέζησαν μέχρι ποὺ νά συμπληρωθοῦν τά «χίλια ἔτη». Αὐτή εἶναι ἡ «πρώτη ἀνάσταση» καί αὐτός ποὺ θά λάβει μέρος σ’ αὐτήν δέν θά γευθεῖ τό «δεύτερο θάνατο», ἀλλά θά βασιλεύσει μέ τόν Χριστό «χίλια ἔτη» (Ἀποκ. κ’ 4-6. Βλ καί β’ 11. κα’ 8). Μετά, ὁ Σατανᾶς θά λυθεῖ γιά νά πλανήσει τά ἔθνη, θά ἀκολουθήσει ἡ μεγάλη θλίψη, ποὺ ὅμως θά τελειώσει μέ τήν συντριβή τοῦ Διαβόλου καί τῶν ὀργάνων του (Ἀποκ. κ’ 7-10).

Πράγματι, μέ τήν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ ὁ Σατανᾶς «δέθηκε» καί τό κράτος του διαλύθηκε (Ματθ. ιβ’ 29). Ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ ἄρχισε, γι’ αὐτό καί ὁ Κύριος ἐξέβαλε τά δαιμόνια (Ματθ. ιβ’ 28. Λουκ. ι’ 18. ια’ 20). 

Οἱ πιστοί ἐνίκησαν τόν Σατανᾶ «διά τό αἷμα τοῦ Ἀρνίου» (Ἀποκ. Ζ’ 14), ἐλευθερώθηκαν ἀπό τή δουλεία τῆς ἁμαρτίας καί εἰσῆλθαν στή βασιλεία τοῦ Χριστοῦ (Κολ α’ 13. Ἑβρ. β’ 14-15). Ὁ Χριστός βασιλεύει στούς πιστούς (Α’ Κορ. ιε’ 24-25) καί οἱ πιστοί βασιλεύουν διά τοῦ Χριστοῦ (Ρωμ. ε’ 17-19. Ἐφεσ. β’ 5-6. Α’ Πέτ. β’ 5. 9. Ἀποκ. α’ 6). Μ’ αὐτή τήν ἔννοια ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι «ἐντός ἡμῶν», μεταξύ μας, δηλαδή παροῦσα (Λουκ. ιζ’ 21).

Τό «δέσιμο» τοῦ Σατανᾶ δέν εἶναι ἀπόλυτο καί ἡ καταδίκη του δέν εἶναι τελική, θά λυθεῖ μετά «χίλια Χρόνια» καί θά κηρύξει διωγμό ἐναντίον τῶν πιστῶν, θά ξεσηκώσει τά ἀσεβῆ ἔθνη. Ὅμως τότε μέ τή δευτέρα παρουσία τοῦ Χριστοῦ, θά πραγματοποιηθεῖ ἡ τελική κρίση του (Ἀποκ. ιθ’ 20. κ’ 8-10).

Ἡ φύση τοῦ κακοῦ

 

Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μιλοῦν γιὰ τὸ κακὸ μὲ τρεῖς ἔννοιες, μὲ ὀντολογικὴ ἔννοια, μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἁμαρτίας καὶ γιὰ τὸ φυσικὸ κακό.

Τὸ κακό δεν ἔχει ὀντολογικὴ ὕπαρξη. Είναι στέρηση τοῦ ἀγαθοὺ καὶ παρεκτροπή, ἀπὸ τὴν κατὰ φύση κατάσταση στὴν παρὰ φύση. Τίποτε ἀπὸ ὅσα ὑπάρχουν δὲν μπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς κακό, γιατί ὅλα εἶναι κτίσματα τοῦ Τριαδι­κοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὰ πάντα, χωρὶς Αὐτὸν τί­ποτε δὲν ἔγινε ἀπὸ ὅσα ἔχουν γίνει (Ἰω. ἀ’ 3) «ὅτι ἐν αὐτῷ ἐκτίσθη τὰ πάντα, τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα…τὰ πάντα δι’ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν ἔκτισται καὶ αὐτὸς ἐστὶ πρὸ πάντων καὶ τὰ πάντα ἐν αὐτῷ συνέστηκε»· ὅλα συγκρατοῦνται δι’ αὐτοῦ (Κόλ. ἀ’ 16-17). Ὅλα τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ εἶναι καλὰ καὶ τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶναι ἀπὸ τὴ φύση του κακὸ. «Καὶ εἶδε ὁ Θεὸς τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν» (Γέν. α’ 31).

Ἂν ἡ δημιουργία τοῦ Θεοῦ παρέμενε “κατὰ φύση”, ὅπως βγῆκε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Δημιουργοῦ, δὲν θὰ ὑπῆρχε τὸ πρόβλημα τοῦ κακοῦ. Υπήρξε, ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν θέλησή του ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸ “κατὰ φύση” καὶ προ­τίμησε τὴν “παρὰ φύση” κατάσταση. Ἐδῶ πρέπει νὰ ἀνα­ζητήσουμε τὸ κακό· ὄχι σὲ ὀντολογικὴ ὕπαρξη.

Ἡ κακία λοιπὸν εἶναι ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ ἀγαθό, ἀπὸ τὸ “κατὰ φύση”, ὅπως τὸ σκοτάδι εἶναι ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸ φῶς. «Ἐφ’ ὅσον παραμένουμε στὴ φυσική μας κατά­σταση, εἴμεθα στὴν ἀρετή, ἂν ὅμως παρεκκλίνουμε ἀπὸ τὴ φυσική μας κατάσταση, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἀρετή, πηγαίνουμε στὴν παρὰ φύση», λέγει ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, συνε­χίζοντας τὴ διδαχὴ τῶν προηγουμένων ἀπὸ αὐτὸν πατέρων. «Ἡ κακία δὲν εἶναι κάτι ποὺ ὑπάρχει… Τὸ κακὸ εἶναι στέ­ρηση τοῦ ἀγαθοῦ. Ὁ ὀφθαλμὸς κατεσκευάσθη. Ἡ τύφλω­ση, ὅμως, προέρχεται μὲ τὴν ἀπώλεια τῶν ματιῶν. Ὥστε ἐὰν ὁ ὀφθαλμὸς δὲν ἦταν ἀπὸ φθαρτὴ φύση, ἡ τύφλωση δὲν θὰ εἶχε θέση. Ἔτσι καὶ τὸ κακὸ, δὲν ἔχει ἰδία ὕπαρξη ἀλλ’ ἔρχεται κατόπιν στὶς ἀναπηρίες τῆς ψυχῆς» (Μ. Βασίλειος).