Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επίσκ. Κάλλιστος Γουέαρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επίσκ. Κάλλιστος Γουέαρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ὁ θάνατος ὡς νίκη

 

Ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ πάνω στό Σταυρό δέν εἶναι μία ἀποτυχία πού ἀποκαταστάθηκε κάπως μετά τήν Ἀνάστασή του. Ὁ ἴδιος ὁ θάνατος πάνω στό Σταυρό εἶναι μία νίκη. Νίκη τίνος πράγματος; Μόνο μία ἀπάντηση μπορεῖ νά ὑπάρξει: Ἡ νίκη τῆς ὀδυνώμενης ἀγάπης. «Κραταιά ὡς θάνατος ἀγάπη…ὕδωρ πολύ οὐ δυνήσεται σβέσαι τήν ἀγάπην» (Ἆσμα ᾎσμ. 8, 6-7). Ὁ Σταυρός μᾶς δείχνει μίαν ἀγάπη πού εἶναι δυνατή σάν τό θάνατο, μίαν ἀγάπη ἀκόμη πιό δυνατή.

Ὁ ἅγ. Ἰωάννης κάνει τήν εἰσαγωγή τῆς διηγήσης του γιά τό Μυστικό Δεῖπνο καί τό Πάθος μ’ αὐτά τά λόγια: «…ἀγαπήσας τούς ἰδίους τοὺς ἐν τῷ κόσμω, εἰς τέλος ἠγάπησεν αὐτούς» (Ἰω. 13,1). Τό ἑλληνικό κείμενο λέει εἰς τέλος, πού σημαίνει «ὡς τό τέλος», «ὡς τό ἔσχατο σημεῖο». Κι αὐτή ἡ λέξη τέλος ἐπαναλαμβάνεται ἀργότερα στήν τελευταία κραυγή τοῦ Χριστοῦ πάνω στό Σταυρό: «Τετέλεσται» (Ἰω. 19,30). Αὐτό πρέπει νά ἐννοηθεῖ ὄχι σάν κραυγή αὐτοεγκατάλειψης ἤ ἀπόγνωσης, ἀλλά σάν κραυγή νίκης: Τελείωσε, κατορθώθηκε, ἐκπληρώθηκε!

Τί ἐκπληρώθηκε; Ἀπαντᾶμε: Τό ἔργο τῆς ὀδυνώμενης ἀγάπης, ἡ νίκη τῆς ἀγάπης πάνω στό μίσος. Ὁ Ἰησοῦς, ὁ Θεός μας, ἀγάπησε τούς δικούς του ὡς τό ἔσχατο σημεῖο. Ἀπό ἀγάπη δημιούργησε τόν κόσμο, ἀπό ἀγάπη γεννήθηκε σάν ἄνθρωπος μέσα σ’ αὐτό τόν κόσμο, ἀπό ἀγάπη πῆρε πάνω του τή διασπασμένη ἀνθρώπινη φύση μας καί τήν ἔκανε δική του. Ἀπό ἀγάπη ταυτίστηκε μ’ ὅλη μας τήν ἀπελπισία. Ἀπό ἀγάπη πρόσφερε τόν ἑαυτό του θυσία, διαλέγοντας στή Γεθσημανή νά πάει ἑκούσια πρός τό Πάθος του: «…τήν ψυχήν μου τίθημι ὑπέρ τῶν προβάτων… οὐδείς αἴρει αὐτήν ἀπ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐγώ τίθημι αὐτήν ἀπ\’ ἐμαυτοῦ» (Ἰω. 10: 15,18). Ἦταν θεληματική ἀγάπη κι ὄχι καταναγκασμός αὐτό πού ἔφερε τόν Ἰησοῦ στό θάνατό του. Στήν ἀγωνία του μέσα στόν κῆπο καί στή Σταύρωσή του οἱ σκοτεινές δυνάμεις τοῦ ἐπιτίθενται μ’ ὅλη τους τήν ὁρμή, ἀλλά δέν μποροῦν ν’ ἀλλάξουν τή συμπόνια του σέ μίσος• δέν μποροῦν νά ἐμποδίσουν τήν ἀγάπη του νά συνεχίσει νά εἶναι ἡ ἴδια. Ἡ ἀγάπη του δοκιμάζεται ὡς τό ἔσχατο σημεῖο, ἀλλά δέν καταπνίγεται. «Τό φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καί ἡ σκοτία αὐτό οὐ κατέλαβεν» (Ἰω. 1,5. Στή νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στό Σταυρό θά μπορούσαμε νά ἐφαρμόσουμε τά λόγια πού εἰπώθηκαν ἀπό κάποιο Ρῶσο ἱερέα, ὅταν ἀπελευθερώθηκε ἀπό τό στρατόπεδο συγκεντρώσεως: «Ὁ πόνος ἔχει καταστρέψει τά πάντα. Ἕνα μόνο πράγμα ἔχει μείνει σταθερό, ἡ ἀγάπη».

Ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος

                        



Ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος δὲν µποροῦσε νὰ ἔρθει στὸ Θεό, ὁ Θεὸς ἦρθε στὸν ἄνθρωπο, ταυτίζοντας τὸν ἑαυτό του µὲ τὸν ἄνθρωπο µὲ τὸν πιὸ ἄµεσο τρόπο. Ὁ αἰώνιος Λόγος καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔγινε ἀληθινὸς ἄνθρωπος, ἕνας ἀπὸ ἐµᾶς. Συµµετέχει ἀπόλυτα στὸ κάθε τί ποὺ µᾶς ἀποτελεῖ κι ἔτσι µᾶς δίνει τὴ δυνατότητα νὰ συµµετέχουµε σ’ αὐτὰ ποὺ τὸν ἀποτελοῦν, στὴ θεϊκή του ζωὴ καὶ στὴ δόξα του. Ἔγινε ὅ,τι εἴµαστε γιὰ νὰ µᾶς κάνει ὅ,τι εἶναι αὐτός.

Ὁ Θεὸς ἑνώνεται µὲ τὴ δηµιουργία του πιὸ στενὰ ἀπ’ τὴ κάθε δυνατὴ ἕνωση, καθὼς γίνεται ὁ ἴδιος αὐτὸ ποὺ δηµιούργησε. Ὁ Θεὸς σὰν ἄνθρωπος ἐκπληρώνει τὸ µεσολαβητικὸ ἔργο ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἀπέκρουσε κατὰ τὴ πτώση. Ὁ Ἰησοῦς, ὁ Σωτήρας µας, γεφυρώνει τὴν ἄβυσσο ἀνάµεσα στὸ Θεὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο γιατί εἶναι ταυτόχρονα καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Ὅπως λέµε σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς ὀρθόδοξους ὕµνους τῆς παραµονῆς τῶν Χριστουγέννων. «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ σήµερον ἡνώθησαν, τεχθέντος τοῦ Χριστοῦ. Σήµερον Θεὸς ἐπὶ γῆς παραγέγονε, καὶ ἄνθρωπος εἰς οὐρανοὺς ἀναβέβηκε».

Ἡ Ἐνσάρκωση λοιπὸν εἶναι ἡ ὑπέρτατη πράξη τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ µᾶς ἀπολυτρώσει καὶ νὰ ξανασυνδέσει τὴν ἐπικοινωνία µας µαζί του.

Ἡ πασχάλια χαρά

                                                

Τό Πάσχα, ἡ γιορτή τῆς Ἀνάστασης τοῦ Σωτῆρος, εἶναι, πάνω ἀπ’ ὅλα μιὰ γιορτή μεγάλης χαρᾶς. Ὅταν ὁ ἀναστημένος Χριστός συναντᾶ τίς μυροφόρες καθώς φεύγουν ἀπό τό μνῆμα, τό πρῶτο πράγμα πού τούς λέει εἶναι ἡ λέξη «Χαίρετε». Ὅσον ἀφορᾶ σ’ αὐτή τήν πασχάλια χαρά, τρία σημεῖα ἔχουν ἰδιαίτερη ἀξία: εἶναι χαρά προσωπική, εἶναι χαρά συμπαντική καί εἶναι χαρά εὐχαριστιακή.

Τό Πάσχα εἶναι μιὰ χαρά προσωπική. Ἔτσι καταπῶς τό βεβαιώνουμε στόν πασχάλιο κανόνα τῆς ἀναστάσιμης ἀκολουθίας: «Χθές συνεθαπτόμην σοι, Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι σοι». Ὁ θάνατος τοῦ Σωτῆρος, ἡ Ταφή καί ἡ Τριήμερος Ἀνάστασή Του, δέν ὑπάρχουν γιά νά τά ἀτενίζουμε ἁπλά ὡς συμβάντα τοῦ ἀπώτερου παρελθόντος, ἀλλά γιά νά τά βιώνει ὁ καθένας μας ὡς τεκταινόμενα μέσα στήν ἴδια του τή ζωή. Ὑπάρχουν γιά νά εἶναι ἄμεσα καί προσωπικά. Ἐγώ σταυρώνομαι μέ τό Χριστό, ἐγώ θάβομαι μαζί Του καί εἶμαι ἐγώ πού ἀνασταίνομαι ἐκ νεκρῶν μαζί μέ Ἐκεῖνον. Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ταυτόχρονα καί ἡ ἀνακαίνιση ἡ δική μου, ἡ ἐπαναδημιουργία μου. Εἶναι εὐλογημένοι ὅσοι τό αἰσθάνονται αὐτό στήν καρδιά τους τή νύχτα τῆς Ἀναστάσεως!

Τό Πάσχα εἶναι μιὰ χαρά συμπαντική. Οἱ ἀκτίνες τοῦ ἀναστάσιμου φωτός διεισδύουν σ’ ὁλόκληρη τήν κτίση. Μέσα ἀπό ἐμᾶς, τούς ἀνθρώπους, ἡ πασχάλια χαρά κοινωνεῖται στό κόσμο τῆς φύσης – στά ζῶα, στόν ἀέρα, στό νερό, σέ καθετί πού ἔρχεται στή ζωή τήν ἄνοιξη. Καί πάλι, ὁ ἀναστάσιμος κανόνας τονίζει ἐμφατικά αὐτό τό στοιχεῖο• «Οὐρανοί μέν ἐπαξίως εὐφραινέσθωσαν, γῆ δέ ἀγαλλιάσθω, ἑορταζέτω δέ κόσμος, ὁρατός τε ἅπας καί ἀόρατος• Χριστός γάρ ἐγήγερται». Στήν Ὀρθόδοξη Ρωσία, ὑπῆρχε κάποτε τό ἔθιμο -μπορεῖ καί νά ἐπιβιώνει μέχρι σήμερα σέ κάποιες περιοχές- νά σταματᾶνε οἱ ἀγρότες, γυρίζοντας ἀπό τήν ἀναστάσιμη ἀκολουθία καί κρατώντας τό ἅγιο φῶς, στούς στάβλους τῶν ζώων, καί νά ψέλνουν τόν ἀναστάσιμο ὕμνο στά ἄλογα καί τά κοπάδια – «Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν…». Δέν ὑπῆρχε τίποτα τό γλυκερό σ’ αὐτό• ἦταν μία ἀναγνώριση τῆς ζωντανῆς ἀλήθειας. Οἱ ἄνθρωποι δέν σώζονται ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά μαζί μέ τόν κόσμο. Εὐλογημένοι εἶναι αὐτοί πού κατά τή διάρκεια τῆς ἀναστάσιμης νύχτας εἰσέρχονται σέ ἕνα μεταμορφωμένο κόσμο!

Ὁ Θεός ὡς μυστήριο

 

Οἱ Ἕλληνες Πατέρες παρομοιάζουν τὴ συνάντηση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεὸ μὲ τὴν ἐμπειρία κάποιου ποὺ περπατάει πάνω στὰ βουνὰ μέσα στὴν ὁμίχλη· κάνει ἕνα βῆμα μπροστὰ καὶ ξαφνικὰ βρίσκει ὅτι εἶναι στὴν ἄκρη ἑνὸς γκρεμοῦ, δίχως στέρεο ἔδαφος κάτω ἀπ’ τὰ πόδια του, παρὰ μόνο μιὰν ἀπύθμενη ἄβυσσο. Ἤ, ἀλλοῦ, χρησιμοποιοῦν τὸ παράδειγμα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ στέκεται τὴ νύχτα, σ’ ἕνα σκοτεινὸ δωμάτιο· ἀνοίγει τὸ παραθυρόφυλλο σ’ ἕνα παράθυρο, καὶ καθὼς κοιτάζει ἔξω, μιὰ ξαφνικὴ λάμψη ἀστραπῆς τὸν κάνει νὰ ὀπισθοχωρήσει τρομαγμένος καὶ γιὰ μιὰ στιγμὴ τυφλωμένος. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα ὅταν ἔρχεται κανεὶς πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸ ζωντανὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ. Μᾶς φέρνει ἴλιγγο· ὅλα τὰ γνώριμα πατήματα ἐξαφανίζονται, καὶ φαίνεται νὰ μὴν ὑπάρχει γιὰ μᾶς τίποτε γιὰ νὰ πιαστοῦμε· τὰ ἐσωτερικά μας μάτια εἶναι τυφλωμένα, οἱ φυσικές μας δυνατότητες κλονίζονται.

Οἱ Πατέρες ἐπίσης θεωροῦν σύμβολα τῆς πνευματικῆς Ὁδοῦ, τὶς δύο μορφὲς τῆς Π. Διαθήκης, Τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸ Μωϋσή. Ὁ Ἀβραάμ, ὅταν ζοῦσε ἀκόμη στὸ προγονικό του σπίτι, στὴν Ὄυρ των Χαλδαίων, ἄκουσε ἀπὸ τὸ Θεό το: «…ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου καὶ δεῦρο εἰς τὴν γῆν, ἥν ἂν σοὶ δείξω». (Γέν. 12,1). Δεχόμενος τὸ θεῖο κάλεσμα, ξεριζώνεται ἀπὸ τὸ γνώριμό του περιβάλλον καὶ ριψοκινδυνεύει στὸ ἄγνωστο, δίχως καμιὰ καθαρὴ ἀντίληψη τοῦ τελικοῦ του προορισμοῦ. Ἔχει ἁπλῶς πάρει τὴ διαταγή, «ἔξελθε…» καὶ ὑπακούει μὲ πίστη.

Ὁ Μωϋσὴς δέχεται διαδοχικὰ τρία ὁράματα ἀπὸ τὸ Θεό: πρῶτα βλέπει τὸ Θεὸ σ’ ἕνα ὅραμα φωτὸς στὴν Φλεγομένη Βάτο (Εξοδ. 3,2)·

Ὁ ἄγγελος καὶ τὸ κρεμμύδι

 


Στοὺς Ἀδελφοὺς Καραμάζωφ περιλαμβάνεται μία λαϊκὴ ἱστορία, σχετικὰ μὲ μία ἡλικιωμένη γυναίκα ποὺ δὲν ἔζησε σωστὰ καὶ μετὰ θάνατον βρέθηκε σὲ μία λίμνη ἀπὸ φωτιά. Ὁ φύλακας Ἄγγελός της προσπαθοῦσε νὰ κάνει ὅ,τι μποροῦσε, γιὰ νὰ τὴν βοηθήσει. Ἡ μόνη καλή πράξη ὅμως ποὺ θυμόταν, ὅτι ἔκανε αὐτὴ ἡ γυναίκα ὅταν ζοῦσε, ἦταν ποὺ εἶχε δώσει κάποτε ἀπὸ τὸν κῆπο της ἕνα κρεμμύδι σὲ μία ζητιάνα. Πῆρε λοιπὸν ὁ ἄγγελος τὸ κρεμμύδι, εἶπε στὴ γυναῖκα νὰ πιαστεῖ ἀπ’ αὐτὸ κι ἄρχισε νὰ τὴν τραβᾶ ἔξω ἀπὸ τὴ λίμνη.

Μέσα στὴ λίμνη, ὅμως, δὲν ἦταν μόνη της. Ὅταν οἱ ἄλλοι εἶδαν τί συνέβαινε, μαζεύτηκαν τριγύρω καὶ κρεμάστηκαν πάνω της, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ συρθοῦν κι αὐτοὶ ἔξω μαζί της. Τότε ὅμως ἡ γυναίκα, μὲ τρόμο καὶ ἀγανάκτηση, ἄρχισε νὰ τοὺς κλωτσᾶ. «Ἀφῆστε με», φώναξε. «Ἐμένα τραβᾶ ἔξω, ὄχι ἐσᾶς. Δικό μου εἶναι τὸ κρεμμύδι, ὄχι δικό σας». Τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ εἶπε αὐτό, τὸ κρεμμύδι ἔσπασε στὰ δυὸ καὶ ἡ γυναίκα ἔπεσε πίσω, μέσα στὴ λίμνη. Καὶ ἐκεῖ μέσα καίγεται μέχρι σήμερα.

Ἐὰν ἡ ἡλικιωμένη γυναίκα ἔλεγε μόνο, «αὐτὸ εἶναι τὸ κρεμμύδι μας», δὲν θὰ ἀποδεικνυόταν ἄραγε ἀρκετὰ δυνατὸ, γιὰ νὰ τοὺς τραβήξει ὅλους ἔξω ἀπὸ τὴ φωτιά; Μόλις ὅμως εἶπε «εἶναι δικό μου, ὄχι δικό σας», ἔγινε κάτι λιγότερο ἀπὸ ἄνθρωπος. Μὲ τὸ νὰ ἀρνηθεῖ τὸ μοίρασμα, ἀρνήθηκε τὴν προσωπικότητά της. Ὁ γνήσιος ἄνθρωπος, πιστὸς στὴν εἰκόνα τῆς τρισυπόστατης Θεότητας, εἶναι αὐτὸς ποὺ πάντοτε λέει, ὄχι «ἐγώ» ἀλλὰ «ἐμεῖς», ὄχι «δικό μου» ἀλλὰ «δικό μας».

Ἅγιοι, μοναχοὶ καὶ αὐτοκράτορες

Κάλλιστος Γουέαρ, Ἐπίσκοπος Διοκλείας

Δὲν εἶναι χωρὶς λόγο ποὺ τὸ Βυζάντιο ἀποκλήθηκε «εἰκόνα τῆς οὐράνιας Ἱερουσαλήμ». Ἡ θρησκεία βρισκόταν σὲ κάθε πτυχὴ τῆς ζωῆς τοῦ Βυζαντίου. Οἱ γιορτὲς τοῦ Βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα ἦσαν θρησκευτικὰ πανηγύρια· οἱ ἀγῶνες ποὺ παρακολουθοῦσε στὸν Ἱππόδρομο ἄρχιζαν μὲ ὕμνους· στὰ ἐμπορικά του συμβόλαια ἐπικαλεῖτο τὴν Ἁγία Τριάδα καὶ ἔβαζε σ’ αὐτὰ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Σήμερα, σὲ μιὰ ἀθεολόγητη ἐποχή, εἶναι ἀδύνατο νὰ καταλάβουμε πόσο τρομερὸ ἐνδιαφέρον ἔδειχνε ἡ κάθε κοινωνικὴ τάξη, οἱ λαϊκοὶ καὶ οἱ κληρικοί, οἱ φτωχοὶ καὶ οἱ ἀγράμματοι, ἀλλὰ συνάμα οἱ αὐλικοὶ καὶ οἱ λόγιοι, γιὰ τὰ θρησκευτικὰ ζητήματα.

Ὁ Βυζαντινὸς ἐπίσκοπος δὲν ἦταν ἁπλῶς μιὰ ἀπόμακρη μορφὴ ποὺ παρακολουθοῦσε ἀφ’ ὑψηλοῦ τὶς συνόδους· ἦταν σὲ πολλὲς περιπτώσεις καὶ ὁ ἀληθινὸς πατέρας γιὰ τὸν λαό του, ἕνας φίλος καὶ προστάτης, στὸν ὁποῖο ὁ κόσμος στρεφόταν μὲ ἐμπιστοσύνη, ὅταν βρισκόταν σὲ ἀνάγκη. Τὴν μέριμνα γιὰ τοὺς φτωχοὺς καὶ καταπιεσμένους ποὺ ἔδειχνε ὁ ἁγ. Ἰωάννης Χρυσόστομος τὴν βρίσκουμε καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους. Ὁ ἁγ. «Ἰωάννης ὁ Ἐλεήμων, Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας (πέθανε τὸ 619), παραδείγματος χάριν, ἀφιέρωνε ὅλον τὸν πλοῦτο τῆς ἐπισκοπῆς του γιὰ νὰ βοηθεῖ ἐκείνους ποὺ ὀνόμαζε «ἀδελφοὺς καὶ ἀδελφές μου» τοὺς φτωχούς. Ὅταν στέρεψαν οἱ δικοί του πόροι, ἔκανε ἔκκληση στοὺς ἄλλους: «Συνήθιζε νὰ λέει», ὅπως μᾶς τὸ διέσωσε κάποιος σύγχρονός του, «πὼς ἂν κάποιος, χωρὶς βέβαια νὰ τὸ κάνει ἀπὸ ἔχθρα, γύμνωνε κάποιον πλούσιο ἀπὸ τὰ πλούτη του, γιὰ νὰ τὰ δώσει στοὺς φτωχούς, δὲν θὰ ἔκανε κακό». «Αὐτοὺς ποὺ ἐσὺ ὀνομάζεις φτωχοὺς καὶ ζητιάνους», ἔλεγε ὁ ἁγ. Ἰωάννης, «ἐγώ τοὺς ἀποκαλῶ κυρίους καὶ βοηθούς μου. Γιατί αὐτοί, καὶ μόνον αὐτοί, μποροῦν νὰ μᾶς βοηθήσουν πραγματικὰ νὰ εἰσέλθουμε στὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Ἡ Ἐκκλησία στὴν Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία δὲν παρέβλεπε τὶς κοινωνικὲς ὑποχρεώσεις της, καὶ μιὰ ἀπὸ τὶς κύριες λειτουργίες της ἦταν τὸ φιλανθρωπικὸ ἔργο.

Ὁ ἄγγελος καὶ τὸ κρεμμύδι



Κάλλιστος Γουέαρ
Ἐπίσκοπος Διοκλείας

Στοὺς Ἀδελφοὺς Καραμάζωφ περιλαμβάνεται μία λαϊκὴ ἱστορία, σχετικὰ μὲ μία ἡλικιωμένη γυναίκα ποὺ δὲν ἔζησε σωστὰ καὶ μετὰ θάνατον βρέθηκε σὲ μία λίμνη ἀπὸ φωτιά. Ὁ φύλακας Ἄγγελός της προσπαθοῦσε νὰ κάνει ὅ,τι μποροῦσε, γιὰ νὰ τὴν βοηθήσει. Ἡ μόνη καλή πράξη ὅμως ποὺ θυμόταν, ὅτι ἔκανε αὐτὴ ἡ γυναίκα ὅταν ζοῦσε, ἦταν ποὺ εἶχε δώσει κάποτε ἀπὸ τὸν κῆπο της ἕνα κρεμμύδι σὲ μία ζητιάνα. Πῆρε λοιπὸν ὁ ἄγγελος τὸ κρεμμύδι, εἶπε στὴ γυναῖκα νὰ πιαστεῖ ἀπ’ αὐτὸ κι ἄρχισε νὰ τὴν τραβᾶ ἔξω ἀπὸ τὴ λίμνη.

Μέσα στὴ λίμνη, ὅμως, δὲν ἦταν μόνη της. Ὅταν οἱ ἄλλοι εἶδαν τί συνέβαινε, μαζεύτηκαν τριγύρω καὶ κρεμάστηκαν πάνω της, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ συρθοῦν κι αὐτοὶ ἔξω μαζί της. Τότε ὅμως ἡ γυναίκα, μὲ τρόμο καὶ ἀγανάκτηση, ἄρχισε νὰ τοὺς κλωτσᾶ. «Ἀφῆστε με», φώναξε. «Ἐμένα τραβᾶ ἔξω, ὄχι ἐσᾶς. Δικό μου εἶναι τὸ κρεμμύδι, ὄχι δικό σας». Τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ εἶπε αὐτό, τὸ κρεμμύδι ἔσπασε στὰ δυὸ καὶ ἡ γυναίκα ἔπεσε πίσω, μέσα στὴ λίμνη. Καὶ ἐκεῖ μέσα καίγεται μέχρι σήμερα.