Δημοσιεύουν το βιβλίο του Αγίου, αλλά αυτά που διδάσκει ο Άγιος (δείτε παρακάτω στο άρθρο) δεν τα πράττουν, ούτε (προ)φυλάσσουν το ποίμνιο από τους αιρετικούς οικουμενιστές και την ψυχοκτόνο κακοδοξία τους. Διότι λέγει ο Άγιος: "Συμφώνως προς αυτήν την στάσιν, εις τους Ορθοδόξους είναι απηγορευμένη κάθε συμπροσευχή και κάθε λατρευτική επικοινωνία μετά αιρετικών... οφείλομεν και ημείς να τηρήσωμεν την στάσιν του Αγίου Σάββα, του Αγίου Μάρκου Εφέσου, του Αγίου Κοσμά Αιτωλού, του Αγίου Ιωάννου Κροστάνδης και των λοιπών Αγίων Ομολογητών και Μαρτύρων και Νεομαρτύρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας". Δημοσιεύουν βιβλίο για την Ορθόδοξη Αλήθεια και παράλληλα υπερασπίζουν και κοινωνούν με το ψεύδος της αιρέσεως και του σχίσματος. Όλα στον βωμό του κέρδους, του Μαμωνά δηλαδή.



Επανεκδόθηκε και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις της Ι.Μ.Μ. Βατοπαιδίου το έργο του Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς υπό τον τίτλο: «Δογματική. Ορθόδοξη Φιλοσοφία της Αλήθειας». Το έργο του Αγίου Ιουστίνου δεν είναι άγνωστο στο ελληνικό κοινό, αφ’ ενός διότι πολλά από τα κείμενα και έργα του έχουν μεταφραστεί στην γλώσσα μας, και αφ’ ετέρου επειδή τόσο ο ίδιος όσο και πολλά από τα πνευματικά του τέκνα έχουν σπουδάσει στην Ελλάδα και διατηρούν με τον ελληνόφωνο κόσμο σχέσεις αδελφικές.
Το συγκεκριμένο έργο της Δογματικής του Αγίου Ιουστίνου πρόκειται για ένα εγχειρίδιο Δογματικής φοιτητών της Θεολογίας, αλλά στην ουσία του αποτελεί μία βιωματική δογματική, η οποία ως πυρήνα της έχει την αγάπη και το ολοκληρωτικό δόσιμο του ανθρώπου στον θεάνθρωπο Χριστό. Η γραφή του Αγίου αποτυπώνει την προσωπική εμπειρία και θεοπτία του, στοιχείο που ο επιμελής αναγνώστης μπορεί να διακρίνει εύκολα.
Βεβαίως, αυτό επ’ ουδενί δεν σημαίνει πώς επινοεί κάτι ή νεωτερίζει αντιθέτως, βαδίζει στα χνάρια της αγιοπατερικής παραδόσεως, γενόμενος και ο ίδιος φορέας αυτής. (Πηγή)
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ»
ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΙΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
(του αρχιμανδρίτου Ιουστίνου Πόποβιτς)
Πανιερώτατοι Πατέρες,
Την στάσιν της έναντι των αιρετικών - και αιρετικοί είναι όλοι οι μη Ορθόδοξοι - η Εκκλησία του Χριστού έχει καθορίσει άπαξ δια παντός, δια των Αγίων Αποστόλων και των αγίων Πατέρων, δηλαδή δια της αγίας Θεανθρωπίνης Παραδόσεως, της μοναδικής και αναλλοιώτου.
Συμφώνως προς αυτήν την στάσιν, εις τους Ορθοδόξους είναι απηγορευμένη κάθε συμπροσευχή και κάθε λατρευτική επικοινωνία μετά αιρετικών. Διότι «τις μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; τις δε συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; η τις μερίς πιστώ μετά απίστου;» (Β΄ Κορινθ. 6, 14-15). Ο 45ος κανών των Αγίων Αποστόλων ορίζει: ”Επίσκοπος η πρεσβύτερος…, αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω· ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως κληρικοίς ενεργήσαί τι, καθαιρείσθω”. Αυτός ο ιερός Κανών των αγίων Αποστόλων δεν προσδιορίζει ποία ακριβώς προσευχή η ακολουθία απαγορεύεται, αλλά απαγορεύει κάθε κοινήν μεθ’ αιρετικών προσευχήν, έστω και την κατ’ ιδίαν (“συνευξάμενος”). Εις δε τας οικουμενιστικάς κοινάς προσευχάς μήπως δεν γίνωνται και αδρότερα και ευρύτερα τούτων; Ο 32ος κανών της εν Λαοδικεία Συνόδου ορίζει· «Ότι ου δεί αιρετικών ευλογίας λαμβάνειν, αίτινές εισιν αλογίαι μάλλον η ευλογίαι». Μήπως όμως δεν συμβαίνει εις τας κοινάς οικουμενιστικάς συναντήσεις και συμπροσευχάς να ευλογούν αιρετικοί ρωμαιοκαθολικοί επίσκοποι και ιερείς, προτεστάνται πάστορες, ακόμη δε και γυναίκες; (!).