Θὰ σᾶς πῶ ἕνα παράδειγμα ἑνὸς νέου ὁσίου, ὁ ὁποῖος ἦταν μὲν ἐπιστήμων – ἦταν γιατρός – καὶ ἄφησε τὴν ἰατρικὴ ἐπιστήμη καὶ ἔγινε μοναχός, πῆγε στὴν Παλαιστίνη, στὴν Μονή του Χοζεβά, καὶ ἐκεῖ ἔλαβε τὸ ἀγγελικὸ σχῆμα. Ἀλλὰ τόση ἀγάπη εἶχε στὸν Θεό, τόση φλόγα, καὶ ἐπειδὴ τότε στὴν Μονὴ Χοζεβὰ ἔτρεχαν ἄνθρωποι καὶ δὲν τὸν ἄφηναν σὲ ἡσυχία, σηκώνεται καὶ φεύγει κρυφά.
Καὶ ποῦ πάει; Ἦρθε στὴν πατρίδα μου, σ’ ἕνα μοναστηράκι στὸν Μαλέα, ποὺ ἦταν παλιὰ ἕνας Γεώργιος, ὁ ἐν τῷ Μαλεῷ, ποὺ λέει καὶ ὁ συναξαριστής, καὶ ἐπειδὴ τὸν λέγανε καὶ ἐκεῖνον Γεώργιο – ἴσως ὁ ἅγιος Γεώργιος τὸν ἐφώτισε – πῆγε καὶ κατοίκησε ἐκεῖ.
Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐκεῖ κατοίκησε, κι ἦταν κοντὰ καὶ πήγαιναν ἀπὸ τὰ χωριά, σηκώθηκε κι ἔφυγε· ἄφησε τὰ βιβλία του ἐκεῖ ὅπως ἤτανε καὶ πῆγε καὶ κατοίκησε στὸν Πάρνωνα, σὲ μιὰ σπηλιά. Μιὰ σπηλιά, ἡ ὁποία ἔχει μικρὴ τρῦπα καὶ κάτω, ὅταν μπαίνει κανείς, εἶναι βαθὺ· καὶ ἐκεῖ ἔμενε ἄγνωστος.
Πόσο καιρὸ ἔμενε, δὲν ξέρει κανείς. Ἀλλὰ ὅταν ἐπῆγα ἐγὼ στὸ Μοναστήρι ποὺ ἔκανε, τὸν ἅγιο Γεώργιο, καὶ τὸν ἔλεγαν καὶ αὐτὸν Γεώργιο, ἔμαθα ὅτι ἐκεῖ στὴν σπηλιὰ τὸν βρῆκε ἕνας βοσκὸς ποὺ εἶχε χάσει ἕνα πρόβατο, καὶ περιπλανώμενος στὰ ὄρη καὶ στὰ σπήλαια γιὰ νὰ τὸ εὕρη, εἶδε τὴν σπηλιὰ ἐκείνη καὶ νόμισε μήπως κατέβηκε κάτω, καὶ κατεβαίνει, καὶ ἀντὶ νὰ ἰδεῖ τὸ πρόβατο, εἶδε ἕναν ἄνθρωπο καὶ τρόμαξε καὶ παρ’ ὀλίγο νὰ πεθάνει ἀπὸ τὸν φόβο του.















