Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριακή ΙΖ΄ Ματθαίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυριακή ΙΖ΄ Ματθαίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ἡ πάλη ἐναντίον τῶν συμβιβασμῶν (Β΄ Κορ. 6,16-7,1)

 "Ἡ ἀφυπνιστική φωνή τοῦ Παύλου συνίσταται στό ξεσκέπασμα τοῦ ἑαυτοῦ μας, στήν τοποθέτησή του μπροστά στήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ ὁποία μέ κανένα τρόπο δέν μπορεῖ νά συνυπάρχει μέ τό ψέμα τῆς κοινωνικῆς συμβατικότητας, μέ τήν ὑποκρισία καί τόν συμβιβασμό".

Τὰ ὁμολογεῖτε, ἀλλὰ δὲν τὰ πράττετε. Υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα, μεγαλύτερη ὑποκρισία ἀπὸ τὴν αἵρεση; Ὑπάρχει χειρότερος συμβιβασμὸς ἀπὸ τὸν συμβιβασμὸ μαζί της; Τότε γιατὶ  δὲν καλεῖτε, ὅπως ὁ Παῦλος, σὲ χωρισμὸ ἀπ' αὐτήν;



Β΄ Κορ. 6,16-7,1

Τό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς, ἀπό τήν Β΄ πρός Κορινθίους ἐπιστολή τοῦ Ἀπ. Παύλου, εἶναι σέ νεοελληνική μετάφραση τό ἀκόλουθο:

«Ἀδελφοί, μπορεῖ νά ὑπάρχουν στόν ἴδιο τόπο ὁ ναός τοῦ Θεοῦ καί ὁ ναός τῶν εἰδώλων; Ἐσεῖς εἶστε ναός τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὅπως ὁ ἴδιος εἶπε: Θά κατοικήσω ἀνάμεσά τους καί θά πορεύομαι μαζί τους. Θά εἶμαι Θεός τους, κι αὐτοί θά εἶναι λαός μου. Γι\’ αὐτό λέει ὁ Κύριος: Φύγετε μακριά ἀπ\’ αὐτούς καί ξεχωρίστε. Μήν ἀγγίζετε ἀκάθαρτο πράγμα, κι ἐγώ θά σᾶς δεχτῶ. Θά εἶμαι γιά σᾶς ὁ Πατέρας, κι ἐσεῖς θά εἶστε γιοί καί θυγατέρες μου, λέει ἀκόμα ὁ παντοκράτορας Κύριος. Ἀφοῦ λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε αὐτές τίς ὑποσχέσεις, ἄς καθαρίσουμε τούς ἑαυτούς μας ἀπό καθετί πού μολύνει τό σῶμα καί τήν ψυχή. Ἄς ζήσουμε μία ἅγια ζωή μέ φόβο Θεοῦ» (Β΄ Κορ. 6,16-7,1).

Τά λόγια αὐτά ἀπευθύνονται στούς χριστιανούς τῆς Κορίνθου, γιά τούς ὁποίους ἡ χριστιανική ἰδιότητα συνοδευόταν ἀπό ὁρισμένες βασικές θυσίες μέσα στήν κοινωνία τῆς ἐποχῆς. Δέν ἦταν π.χ. αὐτονόητο ὅτι μποροῦσε κανείς νά ἀσπασθεῖ τόν Χριστιανισμό καί παράλληλα νά ἐξακολουθεῖ νά μετέχει στήν κοινωνική ζωή τῆς πόλης του, ἤ νά προάγεται ἐπαγγελματικά, χωρίς ἡ χριστιανική ἰδιότητά του νά τοῦ στέκεται ἐμπόδιο. Ἔπειτα, ὑπῆρχαν καί τά λεγόμενα «εἰδωλόθυτα», ὑπολείμματα δηλαδή κρεάτων ἀπό ζῶα θυσιασμένα στούς εἰδωλολατρικούς θεούς πού προσφερόταν σέ συνεστίαση. Ἦταν δυνατό νά λάβει μέρος ὁ χριστιανός σέ μία τέτοια ἐκδήλωση; Ἀλλά καί ἦταν εὔκολο νά ἀρνηθεῖ τή συμμετοχή του στούς συγγενεῖς ἤ φίλους ποὺ τόν καλοῦσαν; Κι ἄν ὁ προσκαλῶν ἦταν ὁ ἐργοδότης του, ἦταν τόσο αὐτονόητο γιά τόν νέο χριστιανό νά ἀρνηθεῖ θέτοντας σέ κίνδυνο τή θέση του; Τό πρόβλημα σέ μᾶς σήμερα φαίνεται λιγότερο ὀξύ, τότε ὅμως ἦταν ἕνα καυτό ὑπαρξιακό καί πρακτικό πρόβλημα.

Κυριακή τῆς Χαναναίας (Ματθ. 15, 21-28)

«Ἐλέησόν με, Κύριε…» (Ματθ. 15, 22)

Μία, ἀγαπητοί μου, μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες κακίες ποὺ μαστίζουν τὴν ἀνθρωπότητα εἶναι ἡ ἀχαριστία. Ἀντιθέτως μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἀρετὲς εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη, νὰ αἰσθάνεσαι τὸν ἑαυτό σου ὑποχρεωμένο νὰ πεῖ ἕνα εὐχαριστῶ στοὺς εὐεργέτες σου. Εὐγνωμοσύνη ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει στὸν πατέρα ποὺ τὸν γέννησε, στὴ μάνα ποὺ τὸν ἀνέθρεψε, στὸ δάσκαλο ποὺ τὸν δίδαξε, στὸν ἱερέα ποὺ τὸν εὐλογεῖ, σὲ κάθε εὐεργέτη του.

Ἀλλὰ τί εἶναι οἱ εὐεργέτες αὐτοί; Μικροὶ καὶ ἀσήμαντοι. Ἕνας εἶναι ὁ μέγας εὐεργέτης –ποὺ δυστυχῶς δὲν τὸ αἰσθανόμεθα· καὶ αὐτὸς ὁ μέγας εὐεργέτης εἶναι ὁ Θεός, ὁ Κύριος τοῦ παντός. Οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, ὑλικὲς καὶ πνευματικές, εἶναι ἀμέτρητες. Ἂν μπορεῖς νὰ μέτρησης τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, θὰ μετρήσης καὶ τὶς εὐεργεσίες ποὺ ἀπολαμβάνουμε συνεχῶς. Εὐεργεσίες τὴν ἡμέρα, τὴ νύχτα· τὸ χειμώνα, τὴν ἄνοιξη, τὸ καλοκαίρι, τὸ φθινόπωρο…

Ὅπως τὸ ψάρι ποὺ πάει νὰ κολυμπάει μέσα στὴν ἀχανὴ θάλασσα, ἔτσι κι ὁ ἄνθρωπος ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται εἶναι μέσα στὸ πέλαγος τῶν εὐεργεσιῶν τοῦ Θεοῦ. Κάθε στιγμὴ ἡ καρδιά σας δὲν κάνει τὶκ-τάκ; Γιὰ σκεφτεῖτε, ἐκεῖ ποὺ κάθεστε, νὰ σταματήσει; Γιὰ αὐτὸ κάθε σφυγμὸς ἂς εἶναι κ’ ἕνα εὐχαριστῶ στὸ Θεό. «Ἐν παντὶ εὐχαριστεῖτε» (Α’ Θεσ. 5,18) νὰ ἐκδηλώνουμε τὴν εὐγνωμοσύνη στὸ Θεό.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ [:Β΄ Κορ. 6,16-7,1] ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

Πρὸς τοὺς ἐφαρμόζοντες μία ἀτέρμονη Οἰκονομία μὲ ὀλέθρια ἀποτελέσματα: Ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀναφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἔχει ἐπιτίμιο; Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος μιλάει γιὰ δυνητικότητα ἐφαρμογῆς της; 

Ὑπομνηματισμὸς τῶν ἐδαφίων Β΄ Κορ. Στ΄ 14-18 καί ζ΄ 1


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ [:Β΄ Κορ. 6,16-7,1]

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

Ὑπομνηματισμὸς τῶν ἐδαφίων Β΄ Κορ. Στ΄14-18 καὶ ζ΄ 1

«Μὴ γίνεσθε ἐτεροζυγοῦντες ἀπίστοις· τίς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνῃ καὶ ἀνομίᾳ; Τίς δὲ κοινωνία φωτὶ πρὸς σκότος; Τίς δὲ συμφώνησις Χριστῷ πρὸς Βελίαλ; Ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου; (:Μὴ συνάπτετε στενὸ σύνδεσμο πρὸς τοὺς ἀπίστους, μὲ τοὺς ὁποίους δὲν μπορεῖτε νὰ ἀποτελέσετε ταιριαστὸ ζευγάρι, ὥστε νὰ μπαίνετε στὸν ἴδιο ζυγὸ μαζί τους· διότι ποιά συνάφεια καὶ ἀνάμειξη μπορεῖ νὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς παρανομίας; Καὶ ποιά ἐπικοινωνία μεταξὺ φωτὸς καὶ σκότους; Καὶ ποιά συμφωνία μπορεῖ νὰ γίνει μεταξὺ τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Σατανᾶ; Ἢ ποιό μερίδιο δύναται νὰ ἔχει ἕνας πιστὸς μὲ ἕναν ἄπιστο;)» [Β΄ Κορ. 6,14-15].
Εἶδες πῶς χρησιμοποιεῖ τίς λέξεις αὐτὲς καθ᾿ ἑαυτὲς καὶ ποὺ εἶναι ἱκανὲς νὰ ἀποτρέψουν ἀπὸ σφάλματα; Δὲν εἶπε δηλαδή: «παρανομία», ποὺ εἶναι πιὸ ἔντονη, οὔτε εἶπε: «μὲ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ σκότους καὶ τοὺς ἀνθρώπους τοῦ φωτός», ἀλλὰ χρησιμοποιεῖ τίς ἀκριβῶς ἀντιφατικὲς ἔννοιες, τὸ φῶς καὶ τὸ σκοτάδι. Οὔτε εἶπε: «ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους τοῦ Χριστοῦ καὶ στοὺς ἀνθρώπους τοῦ διαβόλου», ἀλλὰ λέξεις ποὺ εἶναι πολὺ πιὸ ἀντίθετες, «τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Βελίαρ», μὲ τὴν ἑβραϊκὴ αὐτὴ λέξη ὀνομάζοντας τὸν ἀποστάτη.
«Ἢ τίς μερὶς πιστῷ μετὰ ἀπίστου; (:Ἢ ποιό μερίδιο δύναται νὰ ἔχει ἕνας πιστὸς μὲ ἕναν ἄπιστο;)» [Β΄ Κορ. 6,15]. Ἐδῶ λοιπόν, γιὰ νὰ μὴ θεωρηθεῖ ὅτι κατηγορεῖ ἀόριστα τὴν κακία καὶ ἐπαινεῖ τὴν ἀρετή, ἀναφέρει καὶ πρόσωπα χωρὶς νὰ τὰ ὀνομάζει. Καὶ δὲν εἶπε: «κοινωνία», ἀλλὰ ἀνέφερε τὰ ἔπαθλα, λέγοντας: «μερίδα». «Τίς δὲ συγκατάθεσις ναῷ Θεοῦ μετὰ εἰδώλων; Ὑμεῖς γὰρ ναὸς Θεοῦ ἔστε ζῶντος (:Καὶ πῶς μπορεῖ νὰ βρίσκονται μαζὶ στὸν ἴδιο τόπο ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ εἴδωλα; Ναί· δὲν ἔχουν καμία θέση τὰ εἴδωλα σὲ σᾶς. Διότι ἐσεῖς εἶστε ναὸς τοῦ ζῶντος Θεοῦ)» [Β΄ Κορ. 6,16]. Μὲ αὐτὰ ἐννοεῖ τὸ ἑξῆς: «Οὔτε ὁ βασιλιᾶς σας ἔχει τίποτα τὸ κοινὸ μὲ τὸν διάβολο (γιατί "ποιά συμφωνία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Βελίαρ;"), οὔτε τὰ ἴδια τὰ πράγματα· γιατί "τί κοινὸ μπορεῖ νὰ ἔχει τὸ φῶς μὲ τὸ σκοτάδι;". Ἑπομένως οὔτε ἐσεῖς δὲν πρέπει νὰ ἔχετε». Πρῶτα ἀναφέρει τὸν βασιλιᾶ καὶ ἔπειτα αὐτούς, πρᾶγμα μὲ τὸ ὁποῖο προπάντων τοὺς ξεχωρίζει.

Κυριακή τῆς Χαναναίας (Ματθ. 15, 21-28)

του μακαριστοῦ Αὐγουστίνου Ν. Καντιώτη Μητροπολίτου Φλωρίνης (+)

«Ἐλέησόν με, Κύριε…» (Ματθ. 15, 22)

Μία, ἀγαπητοί μου, μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες κακίες ποὺ μαστίζουν τὴν ἀνθρωπότητα εἶναι ἡ ἀχαριστία. Ἀντιθέτως μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες ἀρετὲς εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη, νὰ αἰσθάνεσαι τὸν ἑαυτό σου ὑποχρεωμένο νὰ πεῖ ἕνα εὐχαριστῶ στοὺς εὐεργέτες σου. Εὐγνωμοσύνη ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει στὸν πατέρα ποὺ τὸν γέννησε, στὴ μάνα ποὺ τὸν ἀνέθρεψε, στὸ δάσκαλο ποὺ τὸν δίδαξε, στὸν ἱερέα ποὺ τὸν εὐλογεῖ, σὲ κάθε εὐεργέτη του.

Ἀλλὰ τί εἶναι οἱ εὐεργέτες αὐτοί; Μικροὶ καὶ ἀσήμαντοι. Ἕνας εἶναι ὁ μέγας εὐεργέτης –ποὺ δυστυχῶς δὲν τὸ αἰσθανόμεθα· καὶ αὐτὸς ὁ μέγας εὐεργέτης εἶναι ὁ Θεός, ὁ Κύριος τοῦ παντός. Οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, ὑλικὲς καὶ πνευματικές, εἶναι ἀμέτρητες. Ἂν μπορεῖς νὰ μέτρησης τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, θὰ μετρήσης καὶ τὶς εὐεργεσίες ποὺ ἀπολαμβάνουμε συνεχῶς. Εὐεργεσίες τὴν ἡμέρα, τὴ νύχτα· τὸ χειμώνα, τὴν ἄνοιξη, τὸ καλοκαίρι, τὸ φθινόπωρο…

Κυριακή ΙΖ΄ Ματθαίου – Ομιλία Ιερού Χρυσοστόμου στην απελευθέρωση της κόρης της Χαναναίας

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ [: Ματθ, 15,21-18]

ΙΕΡΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ,

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΗΣ ΧΑΝΑΝΑΙΑΣ

               

           («Εἰς τήν ἐπίλυσιν τῆς Χαναναίας»)


  «Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος (: Και αφού έφυγε από κει ο Ιησούς, αναχώρησε προς τα μέρη της Τύρου και Σιδώνας)» [Ματθ. 15,21].

   Θαυμάζει ο ευαγγελιστής. «Καὶ ἰδοὺ γυνὴ (: και τότε ιδού μία γυναίκα)», το παλαιό όπλο του διαβόλου, αυτή που με έβγαλε από τον παράδεισο, η μητέρα της αμαρτίας, ο αρχηγός της παράβασης· η ίδια αυτή γυναίκα έρχεται, η ίδια φύση. Καινούριο και παράξενο θαύμα· οι Ιουδαίοι φεύγουν και η γυναίκα τον καταδιώκει· «καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγαζεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ (: Τότε μια γυναίκα Χαναναία που βγήκε από τα σύνορα εκείνα του φώναξε δυνατά: “Ελέησέ με, Κύριε, ένδοξε απόγονε του Δαβίδ”)». Η γυναίκα γίνεται ευαγγελίστρια και ομολογεί τη θεότητα και την οικονομία. «Κύριε», λέγει και εννοεί την εξουσία· «Υιέ του Δαβίδ», την ενανθρώπηση. «Ελέησέ με». Πρόσεχε φιλόσοφη ψυχή. «Ελέησέ με· δεν έχω κατορθώματα ζωής· δεν έχω παρρησία συμπεριφοράς· καταφεύγω στο έλεος, όπου δεν υπάρχει δικαστήριο, όπου η σωτηρία είναι χωρίς ανάκριση». Και παρόλο που ήταν τόσο κακή και παράνομη τόλμησε να τον πλησιάσει.

   Και πρόσεχε φιλοσοφία γυναίκας. Δεν παρακαλεί τον Ιάκωβο, δεν ικετεύει τον Ιωάννη, ούτε πλησιάζει τον Πέτρο, ούτε διέσχισε τον χορό των αποστόλων. «Δεν έχω ανάγκη από  μεσίτη, αλλά πήρα συνήγορο τη μετάνοια και έρχομαι στην ίδια την Πηγή. Γι' αυτό κατέβηκε,  γι' αυτό έλαβε σάρκα, για να μιλήσω και εγώ μαζί Του. Επάνω τα χερουβείμ Τον τρέμουν, και κάτω η πόρνη συζητάει μαζί Του. Ελέησέ με·  γι' αυτό ήρθες,  γι' αυτό πήρες σάρκα,  γι' αυτό έγινες όπως είμαι εγώ. Επάνω τρόμος και κάτω παρρησία. Ελέησέ με·  δεν έχω ανάγκη από μεσίτη, ελέησέ με».

     «Τι έχεις;». «Έλεος ζητώ». «Τι έχεις πάθει;». «Ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται (: Η κόρη μου κατέχεται από δαιμόνιο και υποφέρει φρικτά)». Η φύση  βασανίζεται, η συμπάθεια γυμνάζεται. Βγήκε συνήγορος της κόρης της. Δεν φέρνει την άρρωστη, αλλά φέρνει την πίστη. Θεός είναι και τα βλέπει όλα. «Η κόρη μου βασανίζεται φρικτά από δαιμόνιο». Πένθος φοβερό· το καρφί της φύσης ξέσχισε τη μήτρα, η τρικυμία βρίσκεται στα σπλάχνα της. «Τι να κάνω; Χάνομαι».

   Και γιατί δεν λες: «ελέησε τη θυγατέρα μου», αλλά «ελέησέ με»; Εκείνη δεν αισθάνεται το πάθος, δεν ξέρει τι πάσχει, δεν καταλαβαίνει τον πόνο, επειδή έχει παραπέτασμα της συμφοράς το ανώδυνο ή καλύτερα το αναίσθητο. «Εμένα όμως ελέησε που βλέπω τα καθημερινά κακά· θέατρο συμφοράς έχω στο σπίτι μου. Πού να πάω; Στην έρημο; Αλλά δεν τολμώ να την αφήσω μόνη. Μήπως στο σπίτι; Αλλά βρίσκω τον εχθρό μέσα, τα κύματα στο λιμάνι, θέατρο συμφοράς. Τι να την ονομάσω; Νεκρή; Όμως κινείται. Μήπως ζωντανή; Αλλά δεν ξέρει τι κάνει. Δεν ξέρω να βρω όνομα που να ερμηνεύει το πάθος τηςΕλέησέ με. Αν πέθαινε η κόρη μου, δεν θα πάθαινα τέτοια· θα παρέδινα στους κόλπους της γης το σώμα της, και με τον καιρό θα έφερνα τη λήθη και θα απομάκρυνα τη λύπη. Τώρα όμως έχω ένα νεκρό που με κάνει να τον βλέπω συνέχεια, να μου ερεθίζει το τραύμα, να μου αυξάνει το πάθος. Πώς να δω τα μάτια της να αλληθωρίζουν· τα χέρια της να συστρέφονται· τα μαλλιά της να ξεπλέκονται; Αφρό να βγαίνει από το στόμα της; Τον δήμιο να είναι μέσα και να μη φαίνεται; Αυτόν που μαστιγώνει να μη φαίνεται, ενώ οι μαστιγώσεις να φαίνονται; Στάθηκα θεατής των ξένων κακών, στάθηκα ενώ η φύση με κεντρίζει. Ελέησέ με. Φοβερή η τρικυμία, φοβερό το πάθος και φοβερός ο φόβος· το πάθος της φύσης και ο φόβος του δαίμονα. Δεν μπορώ να την πλησιάσω, ούτε να τη συγκρατήσω. Με ωθεί το πάθος και με αποκρούει ο φόβος. Ελέησέ με».