Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απελπισία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα απελπισία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μία υπέροχη ιστορία, που δείχνει το απέραντο έλεος του Θεού και το πόσο απαραίτητο είναι να μην απελπιζόμαστε.

Πάντοτε πρὶν τὴν αὐγή εἶναι τὸ πιὸ πυκνὸ σκοτάδι

“Σὲ μία νύχτα, μὲ πολλὰ δάκρυα, ἀγοράζεται ὁ Παράδεισος…”

Ἡμερολόγιο τοῦ Ἰβᾶν Στάρτσκωφ, ὑπολοχαγοῦ Β’ τάγματος τοῦ Σοβιετικοῦ στρατοῦ

«…12 Δεκεμβρίου 1941… Βρίσκομαι στὸ Γενικὸ Νοσοκομεῖο κάποιας γερμανικῆς πόλεως… δὲν ξέρω τ’ ὄνομά της, ἀφοῦ μὲ μετέφεραν ἐδῶ ἀπὸ τὸ πεδίο μάχης ἐνῶ ἤμουν σὲ κῶμα… Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς δὲ θέλω νὰ μάθω τ’ ὄνομά της… τί μ’ ἐνδιαφέρει ἄλλωστε; Ἐκτὸς αὐτοῦ, κανεὶς δὲν ἔκανε τὸν κόπο νὰ μοῦ τὸ πεῖ.

Ἡ κατάστασή μου εἶναι κυριολεκτικὰ τραγική. Πρὸ τριῶν μηνῶν περίπου στὴ φοβερὴ μάχη τοῦ Λένινγκραντ ἡττηθήκαμε ἀπὸ τοὺς Γερμανοὺς Ναζί, μὲ μεγάλες ἀπώλειες καὶ ἀπὸ τὶς δυὸ πλευρές. Ἐγὼ πληγώθηκα θανάσιμα στὰ δυὸ πόδια ἀπὸ ἔκρηξη χειροβομβίδας καὶ στὸ ἀριστερὸ χέρι ἀπὸ κάποια ἀδέσποτη σφαῖρα.

Μὲ βρῆκαν πλημμυρισμένο στὸ αἷμα, ἀνάμεσα σ’ ἕνα σωρὸ νεκροὺς συναδέλφους δυὸ Γερμανοὶ στρατιῶτες, ποὺ μετὰ τὴ λήξη τῆς μάχης ἔψαχναν ἀνάμεσα στὰ πτώματα γιὰ ὁτιδήποτε χρήσιμο ἢ πολύτιμο.

Μὲ ἕνα αὐτοκίνητο τοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ μὲ μετέφεραν σὲ κάποιο σταθμὸ πρώτων βοηθειῶν ὀποῦ συνῆλθα λίγο, ἔπειτα μὲ φόρτωσαν στὸ βαγόνι ἑνὸς τρένου, ἀφοῦ μοῦ κόλλησαν ἕνα νούμερο στὸ στῆθος καὶ στὴν πλάτη. Αὐτὸ ἦταν φυσικό, ἀφοῦ γιὰ ἐκείνους δὲν ἤμουν τίποτε ἄλλο ἀπὸ ἕνα νούμερο…

Γεννήθηκα στὸ Σμολένκ, μία κωμόπολη Ρωσική, περίπου ἑκατὸ χιλιόμετρα ἀπὸ τὴ Μόσχα, τὸ 1912. Ἀπό μικρὸ παιδὶ ἤμουν σχεδὸν ἄθεος, μεγαλώνοντας ἀσπάσθηκα τὸν κομμουνισμό. Ὁ πατέρας μου ἦταν αὐστηρὸς μπολσεβίκος καὶ εἶχε λάβει μέρος στὴν κομμουνιστικὴ ἐπανάσταση τὸ 1917, ποὺ ἀνέτρεψε τὸ καθεστὼς τοῦ Τσάρου.

ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ Τόμος Α΄ – Υπόθεσις Α΄ (Να μην απελπιζόμαστε): Ε΄. Του Αγίου Αμφιλοχείου περί του μη απογινώσκειν

                    

ΥΠΟΘΕΣΙΣ Α΄ (Να μην απελπιζόμαστε)

Κανείς ποτέ δεν πρέπει να απελπίζεται, έστω και εάν διέπραξε πολλές αμαρτίας, αλλά να ελπίζη, ότι δια της μετανοίας θα σωθή. 

Ε΄. Του Αγίου Αμφιλοχείου περί του μη απογινώσκειν

ΚΑΠΟΙΟΣ αδελφός νικηθείς από το πάθος της πορνείας επετέλει καθημερινά την αμαρτίαν. Αλλά και καθ’ εκάστην όμως, με δάκρυα και προσευχάς, προσέπιπτεν εις τον Δεσπότην και Κύριον και ελάμβανε παρ’ Αυτού συγγνώμην. Ενώ δε είχε μετανοήσει, την επομένην ημέραν, εξαπατώμενος και πάλιν από την αισχράν συνήθειαν, επετέλει την αμαρτίαν.

Έπειτα, μετά την εκτέλεσιν της αμαρτίας, μετέβαινεν εις την Εκκλησίαν, όπου έπιπτε πρό της τιμίας και σεβασμίας εικόνος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και με πικρά δάκρυα έξωμολογείτο προς τον Ιησούν: «Κύριε, ελέησόν με, και σήκωσε απ’ επάνω μου τον φοβερόν αυτόν πειρασμόν, διότι με βασανίζει φοβερά και με τραυματίζει με την πικρίαν των ηδονών δεν έχω, Δέσποτά μου, καθαρόν το πρόσωπον πλέον, διά να ένατενίσω εις την εικόνα Σου και να ιδώ την αγίαν Σου μορφήν, και την λαμπροτέραν από τον ήλιον θέαν του προσώπου Σου, ώστε να γλυκανθή η καρδία μου και να ευχαριστηθή».

Ενώ δε ακόμη τα χείλη του έψιθύριζον τους λόγους αυτούς, μόλις εξήρχετο από την εκκλησίαν, έπιπτεν εκ νέου εις τον βόρβορον.

Παρ’ όλα ταύτα όμως δεν απηλπίζετο διά την σωτηρίας του, αλλ’ επιστρέφων από την αμαρτίαν, εφώναζεν, εντός της εκκλησίας, τα ίδια προς τον φιλάνθρωπον Θεόν και Κύριον ή έλεγε τα εξής: «Κύριέ μου, σε ορίζω εγγυητήν εις την υπόσχεσίν μου, ότι από τώρα και εις το εξής δεν θα διαπράξω ποτέ πλέον αυτήν την αμαρτίαν. Μόνον, αγαθέ και πολυεύσπλαγχνε Κύριε, συγχώρησον όσας αμαρτίας από την αρχήν μέχρις αυτής της στιγμής έχω διαπράξει».

Μόλις δε έδιδεν αυτάς τας φοβεράς υποσχέσεις, πάλιν ευρίσκετο αιχμάλωτος της πονηράς αυτού αμαρτίας. Και ήξιζε κανείς να θαυμάση την γλυκυτάτην φιλανθρωπίαν του Θεού και την άπειρον αγαθότητα, με την οποίαν ήνείχετο καθημερινώς την αδιόρθωτος και πονηράν παράβασιν και αγνωμοσύνης του αδελφού! πραγματικώς ο Θεός, λόγω του πλήθους του ελέους Του, επεζήτει επιμόνως την μετάνοιαν του αμαρτάνοντος εκείνου αδελφού και την αμετάστρεπτον επιστροφής του. Διότι αυτό συνέβαινεν όχι επί ένα ή δύο ή τρία έτη, αλλά πλέον των δέκα ετών.

Τα χτυπήματα πέφτουν επάνω σας αδυσώπητα απ’ όλες τις μεριές. Αλλά μην απελπίζεστε!

          

Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος (1815-1894).

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

 

Οι συμφορές και η ωφέλειά τους

Συμφορά και λύτρωση! Ο Κύριος σας θύμισε πώς είμαστε κυκλωμένοι από συμφορές, αλλά και πώς η λύτρωση είναι κοντά μας. Δόξα στη φιλανθρωπία Του!

Πάντα σας δίνονται ευκαιρίες για να κάνετε υπομονή.

Νά μακροθυμείτε, λοιπόν, και να υπομένετε. Γιατί έτσι εκδηλώνεται το έλεος του Θεού, που σας ετοιμάζει τη στενή οδό, τη γεμάτη δυσκολίες. Αυτή η οδός είναι που οδηγεί στη ζωή (Ματθ. 7:14), φτάνει να δεχθείτε σωστά και να εκμεταλλευθείτε τις ευκαιρίες της. Εύχομαι να το κάνετε.

 

Προέλευση των δοκιμασιών

Εσείς να κάνετε πάντα το καθήκον σας, αδιαφορώντας για τα εμπόδια που συναντάτε. Αυτά δεν τα προκαλείτε εσείς. Τα παραχωρεί ο Θεός. Και τα παραχωρεί για να σας δοκιμάσει. Θέλει να δει πώς θ’ αντιδράσετε.

Αν τ’ αντιμετωπίσετε συνετά και δίκαια, θα πάρετε καλό βαθμό αν ασύνετα και άπρεπα, θα βαθμολογηθείτε ανάλογα. Στο τέλος της ζωής σας θα γίνει ο απολογισμός, η άθροιση των βαθμών, και θα «εκδοθεί» ένα πιστοποιητικό.

Με βάση το πιστοποιητικό αυτό, θα οδηγηθείτε είτε από τους αγγέλους στον παράδεισο είτε από τους δαίμονες στην κόλαση. Είναι φοβερό και να το ακούει κανείς!

 

Πώς να σηκώνουμε τις δοκιμασίες

Τα βάσανά σας είναι πολλά. Τα χτυπήματα πέφτουν επάνω σας αδυσώπητα απ’ όλες τις μεριές. Αλλά μην απελπίζεστε.

Δοκιμασίες είναι, που σας βρίσκουν με παραχώρηση του φιλάνθρωπου Θεού, για να καθαριστείτε από τα πάθη και τις αδυναμίες σας. Παραδώστε, λοιπόν, τον εαυτό σας στα χέρια Του με εμπιστοσύνη, ευψυχία, χαρά και ευγνωμοσύνη.

Μη θυμώνετε, μη δυσφoρείτε, μην τα βάζετε με κανέναν άνθρωπο.

Αφήστε τους ελεύθερους να επιτελούν επάνω σας και μέσα σας το έργο της πρόνοιας του Κυρίου, που, αποβλέποντας στη σωτηρία σας, πασχίζει να βγάλει από την καρδιά σας κάθε ακαθαρσία.

Όπως η πλύστρα τσαλακώνει, τρίβει και χτυπάει τα ρούχα μέσα στη σκάφη, για να τα λευκάνει, έτσι και ο Θεός τσαλακώνει, τρίβει και χτυπάει εσάς, για να λευκάνει την ψυχή σας και να την ετοιμάσει για την ουράνια βασιλεία Του, όπου κανένας ακάθαρτος δεν θα μπει.

ΜΗΝ ΑΠΕΛΠΙΖΟΜΑΣΤΕ ΠΟΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΜΑΣ ...



                         

«O Θεός διάλεξε τους πιο εκλεκτούς αμαρτωλούς, ώστε κανένας από τους μεταγενέστερους να μην απελπίζεται για τη σωτηρία του.
Eίσαι ασεβής; Σκέψου τους μάγους!
Eίσαι άρπαγας; Σκέψου τον τελώνη!
Eίσαι ακάθαρτος; Σκέψου τον πόρνη!
Eίσαι δολοφόνος; Aναλογίσου το ληστή!
Eίσαι παράνομος; Σκέψου τον βλάσφημο Παύλο,
που ύστερα έγινε Ευαγγελιστής.
Πρώτα ζιζάνιο, κι ύστερα σιτάρι!
Προηγουμένως λύκος, κι ύστερα ποιμένας!
Προηγουμένως μολύβι, κι έπειτα χρυσάφι.
Προηγουμένως πειρατής και καταποντιστής, 
κι ύστερα κυβερνήτης.
Πρώτα πορθητής της Eκκλησίας, κι έπειτα ο έμπιστος 
της Eκκλησίας.

ΝΑ ΜΗΝ ΤΑΡΑΣΣΟΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΤΩΝ ΕΧΘΡΩΝ ΜΑΣ – ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΜΑΣ Ο ΘΕΟΣ

            ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΨΑΛΤΗΡΙΟΥ


                                    

Ὁ 3ος Ψαλμός

1. Ὁ 3ος ψαλμός μᾶς μιλάει γιά ἕναν ἄνθρωπο πιστό στόν Θεό, ὁ ὁποῖος θρηνεῖ καί στενάζει, γιατί βλέπει πολλούς οἱ ὁποῖοι τόν θλίβουν καί ἐπαναστατοῦν ἐναντίον του. Στόν πόνο του δέ αὐτόν καταφεύγει στόν Θεό καί τοῦ λέγει: «Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; Πολλοί ἐπανίστανται ἐπ᾽ ἐμέ» (στίχ. 1). Οἱ ἐχθροί ὅμως τοῦ ψαλμωδοῦ μας ἐδῶ τόν θλίβουν ἀκόμη περισσότερο, γιατί τοῦ εἰρωνεύονται τήν πίστη του στόν Θεό. Τοῦ λέγουν: «Οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν τῷ Θεῷ αὐτοῦ» (στίχ. 3). Σάν νά τοῦ ἔλεγαν: Τί κουράζεσαι; Σταμάτα νά προσεύχεσαι, δέν σέ ἀκούει ὁ Θεός.

2. Ὁ ποιητής τοῦ ψαλμοῦ μας ὅμως, πιστεύει δυνατά στόν Θεό, γι᾽ αὐτό καί δέν κλονίζεται ἀπό ὅσα εἰρωνικά τοῦ λέγουν. Πιστεύει ὅτι ὁ Θεός θά τόν βοηθήσει καί θά τόν δοξάσει. Γι᾽ αὐτό καί τόν ἀκοῦμε νά λέγει: «Σύ δέ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου καί ὑψῶν τήν κεφαλήν μου» (στίχ. 4). Γιά τήν πολεμική τῶν ἐχθρῶν του μέχρι τώρα ὁ ποιητής μας ἦταν ταπεινωμένος καί εἶχε σκυμμένο τό κεφάλι του. Ἀλλά ἡ πίστη του τόν δυναμώνει καί ἔχει βέβαιη τήν ἐλπίδα ὅτι ὁ Θεός θά τόν δικαιώσει καί θά τόν κάνει νά περπατάει μέ ὑψωμένο τό κεφάλι. Αὐτό σημαίνει τό «δόξα μου καί ὑψῶν τήν κεφαλήν μου», πού εἶπε.
3. Ἡ πίστη ὅμως αὐτή τοῦ ποιητοῦ μας, ὅτι θά τόν βοηθήσει ὁ Θεός, δέν εἶναι ἕνα πρόχειρο ἐνθουσιαστικό συναίσθημα, ἀλλά στηρίζεται σέ γεγονότα. Θυμᾶται ὅτι στόν παρελθόν καί ἄλλοτε τόν κατηγοροῦσαν καί τόν ἔθλιβαν ἄνθρωποι, ἀλλά τότε κατέφυγε μέ πίστη στόν ἅγιο Ναό τοῦ Θεοῦ, πού βρίσκεται στό ὄρος Σιών, καί ὁ Θεός τόν βοήθησε. Καί μέ αὐτήν τήν ὡραία ἀνάμνηση ὁ ποιητής μας λέγει: «Φωνῇ μου πρός Κύριον ἐκέκραξα καί ἐπήκουσέ μου ἐξ ὄρους ἁγίου αὐτοῦ» (στίχ. 5). Ἔ, λοιπόν! Ὅπως παλαιά ἄκουσε ὁ Θεός τήν προσευχή του καί τόν ἔσωσε, ἔτσι θά τόν σώσει καί τώρα. Δέν θά τόν ἐγκαταλείψει.

Ἀπελπισία – Ἀπογοήτευση

Ἡ ἀπελπισία καὶ ἡ ἀπογοήτευση εἶναι τὸ χειρότερο πρᾶγμα. Εἶναι παγίδα τοῦ σατανᾶ, γιὰ νὰ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ χάσει τὴν προθυμία του στὰ  πνευματικὰ καὶ νὰ τὸν φέρει σὲ ἀπελπισία. Ὅλες σχεδὸν οἱ ἀρρώστιες προέρχονται ἀπὸ ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης στὸν Θεὸ καὶ αὐτὸ δημιουργεῖ ἄγχος. Τὸ ἄγχος τὸ δημιουργεῖ ἡ κατάργηση τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος. Ἄν δὲν ἔχετε ἔρωτα γιὰ τὸν Χριστό, ἂν δὲν ἀσχολεῖσθε μὲ ἅγια πράγματα, σίγουρα θὰ γεμίσετε μὲ μελαγχολία καὶ κακό.

Ἕνα πρᾶγμα ποὺ μπορεῖ νὰ βοηθήσει τὸν καταθλιπτικὸ εἶναι καὶ ἡ ἐργασία, τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴ ζωή.

Η ελπίδα μας

                                            


Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ζοῦν μέ κάποια ἐλπίδα. Ἀλλά ὅταν παύει ἡ ζωή, ἀφανίζεται καί ἡ ἐλπίδα. Καί αὐτό συμβαίνει, γιατί ὅλες οἱ ἀνθρώπινες ἐλπίδες οἰκοδομοῦνται στό ἐπίπεδο τοῦ κόσμου καί ἀδυνατοῦν νά ὑπερβοῦν τό φράγμα τοῦ θανάτου. Ἡ χριστιανική ὅμως ἐλπίδα, πού θεμελιώνεται στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, διασκελίζει τό φράγμα τοῦ θανάτου καί εἰσχωρεῖ στήν ὄντως ζωή. Γι’ αὐτό καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος διακρίνει τούς ἀνθρώπους σέ δύο μεγάλες κατηγορίες: στούς Χριστιανούς, πού ὄντως ἔχουν ἐλπίδα, καί στούς «μή ἔχοντας ἐλπίδα».
Ἡ χριστιανική ἐλπίδα εἶναι ἀσφαλής καί ἀδιάψευστη. Μέ αὐτήν προγεύεται, ἀλλά καί ἀναμένει ὁ πιστός τήν πλήρη δικαίωση τῆς πίστεώς του, χωρίς νά φοβᾶται καμία διάψευση, οὔτε τόν ἴδιο τόν θάνατο, γιατί καί αὐτός νικήθηκε μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Γιά νά διατηρεῖ ὅμως ὁ ἄνθρωπος τήν ἐλπίδα του ἀσφαλή στήνπαροῦσα ζωή, πού χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἀβεβαιότητα καί τή διάψευση, ὀφείλει νά κινεῖται μέ τόλμη καί ἐμπιστοσύνη στόν Θεό. Ταυτόχρονα ὀφείλει νά γίνεται «συνδημιουργός» τῆς ζωῆς του μέ τήν χάρη καί τό προνόμιο πού ἔχει ὡς ἄνθρωπος νά εἰκονίζει τόν Δημιουργό του.

Απελπισία και Αμέλεια

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος – Απελπισία και Αμέλεια


Στη ζωή του χριστιανού η απελπισία και η αμέλεια είναι καταστροφικές. Εκείνον που έπεσε σε αμάρτημα, η απελπισία δεν τον αφήνει να σηκωθεί∙ κι εκείνον που είναι όρθιος, η αμέλεια τον κάνει να πέσει.

Η απελπισία στερεί τον άνθρωπο από τ’ αγαθά που έχει αποκτήσει ∙ η αμέλεια δεν τον αφήνει ν’ απαλλαγεί από τα κακά που τον βαραίνουν. Η αμέλεια σε κατεβάζει και απ’ αυτούς τους ουρανούς, ενώ η απελπισία σε γκρεμίζει ολότελα στην άβυσσο της κακίας. Κοίτα να δεις τη δύναμη που έχουν και οι δύο.

Ο διάβολος πρώτα ήταν αγαθός άγγελος∙ επειδή, όμως, έδειξε αμέλεια και κυριεύθηκε από απόγνωση, έπεσε σε τόση κακία, που δεν μπορεί πια να σηκωθεί.

Το ότι ήταν αγαθός πρώτα, το βεβαιώνει ο Κύριος, που λέει: «Είδα το σατανά να πέφτει από τον ουρανό σαν αστραπή» (Λουκ. 10:18 ). Η παρομοίωσή του με την αστραπή φανερώνει και τη λαμπρότητα της προηγούμενης καταστάσεώς του και τη σφοδρότητα της πτώσης του.

Ο Παύλος ήταν βλάσφημος και διώκτης και υβριστής∙ επειδή, όμως, δεν κυριεύθηκε από απόγνωση και σηκώθηκε από την αμαρτία, έγινε ίσος με τους αγγέλους. Ο Ιούδας ήταν απόστολος∙ επειδή, όμως, έδειξε αμέλεια, έγινε προδότης.

Έφθασε ο Προφήτης Ηλίας να πη: “Έμεινα μόνος μου!”

Ας μην απελπι­ζόμαστε· Ο Θεός είναι μαζί μας. Ως κόρην οφθαλμού Του ο Κύριος διαφυλάσσει τον λαό Του, δηλαδή τους Ορθοδόξους Χριστιανούς οι οποίοι Τον αγαπούν με όλη τους την καρδιά και αγωνίζονται να τηρούν τις εντολές Του.

                             


Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ

Σίγουρα η Ορθοδοξία έχει εμφανισθεί με όλη της την δύναμη στους Αγίους, αλλά εμείς οι Ορθόδοξοι φέρουμε αυτό το όνομα ανάξια. Η ζωή μας δεν ανταποκρίνεται στο ύφος και το πλήρωμα της πίστης μας και αυτό βέβαια ήταν που ταλάνιζε τον Μοτοβίλωφ, τον έμπιστο του Άγ. Σεραφείμ.
«Κάποτε», γράφει εκείνος στα αξιοσημείωτα απομνημονεύματά του, «ήμουν σε μεγάλη θλίψη, καθώς σκεφτόμουν τι θα γινόταν η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, αν το κακό της εποχής μας απλωνόταν όλο και περισσότε­ρο. Γιατί ήμουν πεπεισμένος ότι η Εκκλησία μας βρισκόταν σε εξαιρετικό κίνδυνο από την αυξανόμενη σαρκική διαφθορά και εξίσου, αν όχι ακόμη περισσότερο, από την πνευματική ασέβεια λόγω των άθεων σχισματικών ομάδων οι οποίες απλώνονταν παντού από τους σύγχρονους σοφιστές. Ήθελα πάρα πολύ να ξέρω τι θα μου έλεγε ο π. Σεραφείμ για αυτό.

«Κατά την διάρκεια της μακράς και λεπτομερούς συνομιλίας σχετικά με τον Άγιο Προφήτη Ηλία, όπως ανέφερα παραπάνω, μου είπε μεταξύ άλλων: “Όταν ο Ηλίας ο Θεσβίτης παραπονέθηκε στον Κύριο για τον Ισραήλ ότι όλοι είχαν κλίνει γόνυ στον Βάαλ και είπε στην προσευχή του ότι αυτός μόνος, ο Ηλίας, είχε μείνει πιστός στον Κύριο και ότι αποζητούσαν πλέον να του αφαιρέσουν την ζωή, τι του απάντησε ο Κύριος; Και καταλείψεις εν Ισραήλ επτά χιλιάδας ανδρών, πάντα γόνατα, α ουκ ώκλασαν γόνυ τω Βάαλ (Γ’ Βασιλ. 19:18). Και έτσι, εάν στο βασίλειο του Ισραήλ το οποίο είχε αποσκιρτήσει από το βασίλειο του Ιούδα, που είχε παραμείνει πιστό στον Θεό, και είχε φθάσει σε πλήρη διαφθορά, είχαν απομείνει ακόμη επτά χιλιάδες άνθρωποι οι οποίοι ήταν πιστοί στον Κύριο, τι να πούμε για την Ρωσία; Νομίζω ότι στο βασίλειο του Ισραήλ δεν υπήρχαν τότε πάνω από τρία εκατομμύρια άνθρωποι. Και πόσοι υπάρχουν στην Ρωσία τώρα”;

Τὸ ὄνειρο ἑνὸς γελοίου ἀνθρώπου (Ἀπόσπασμα)

Εἶπα πὼς εἶχα ἀποκοιμηθεῖ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, τὴ στιγμὴ ποὺ ἐξακολουθοῦσα νὰ σκέφτομαι τὰ ἴδια πράγματα. Ξαφνικά, ὀνειρεύτηκα πὼς ἔπαιρνα τὸ περίστροφο καὶ πώς, καθισμένος ὅπως ἤμουνα, τὸ πήγαινα ὁλόισια στὴν καρδιά μου — στὴν καρδιὰ καὶ ὄχι στὸ κεφάλι. Κι’ ὅμως, εἶχα ἀποφασίσει νὰ χώσω μία σφαίρα στὸ ἀριστερό μου μηνίγγι. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ ἀκούμπησα στὸ στῆθος μου, περίμενα ἕνα – δύο δευτερόλεπτα καὶ τὸ κερὶ μαζὶ μὲ τὸ τραπέζι καὶ τὸν ἀπέναντι τοῖχο ἀρχίσανε ξαφνικὰ νὰ κουνιοῦνται σὰ νὰ τρικλίζανε. Πυροβόλησα βιαστικά.

Πολλὲς φορὲς τυχαίνει νὰ βλέπης στ’ ὄνειρό σου πὼς πέφτεις ἀπὸ πολὺ ψηλά, πὼς σὲ πληγώνουν ἢ πὼς σὲ δέρνουνε. Μὰ ποτὲς δὲν νοιώθεις πόνο, ἐκτὸς πιὰ ἂν τύχη νὰ κτυπήσης στὸ σίδερο τοῦ κρεβατιοῦ, ὁπότε δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ πονέσης.

Ὅμως ἐμένα μοῦ φάνηκε πὼς ἔνοιωσα κάποιον κλονισμὸ ἀπ\’ αὐτὴν τὴν πιστολιὰ— καὶ ξαφνικὰ ὅλα σβύσανε κι ἔμεινα βυθισμένος μέσα σὲ βαθὺ σκοτάδι. Σὰν νὰ τυφλώθηκα καὶ νὰ βουβάθηκα. Ὕστερα, εἶμαι ξαπλωμένος ἀνάσκελα κάτω ἀπὸ κάτι σκληρό, χωρὶς νὰ βλέπω τίποτα κι’ οὔτε νὰ μπορῶ νὰ κάνω τὴν παραμικρὴ κίνηση. Γύρω μου περπατᾶνε, φωνάζουνε, ὁ λοχαγὸς οὐρλιάζει, ἡ σπιτονοικοκυρὰ ὠρύεται. Καὶ πάλι, γίνεται μία ξαφνική, διακοπὴ καὶ μὲ μεταφέρουν ξέσκεπο μέσα σ\’ ἕνα φέρετρο. Νοιώθω τὸ φέρετρο ποὺ σκαμπανεβαίνει, τὸ συλλογιέμαι αὐτό, καὶ γιὰ πρώτη φορὰ μούρχεται στὸ νοῦ μου ἡ ἰδέα πὼς εἶμαι πεθαμένος, πεθαμένος γιὰ τὰ καλά. Τὸ ξέρω χωρὶς καμμιὰ ἀμφιβολία, ἀφοῦ οὔτε βλέπω οὔτε κουνιέμαι, κι’ ὅμως αἰσθάνομαι καὶ σκέφτομαι. Ἀλλὰ πολὺ γρήγορα συνηθίζω, σύμφωνα μὲ τὴ λογικὴ τῶν ὀνείρων παραδέχομαι ἀσυζητητεί τὴν πραγματικότητα.

Η απελπισία χειρότερη και από την ίδια την αμαρτία


«Τίποτε δεν υπάρχει ίσο ή ανώτερο από τους οικτιρμούς του Θεού. Γι’ αυτό όποιος απελπίζεται, σφάζει ο ίδιος τον εαυτό του» (λόγ. ε’, 23).

Υπάρχει συμφωνία σε όλους τους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας που βασίζονται στην Αγία Γραφή, ότι δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα στον κόσμο από την απελπισία. Την θεωρούν απείρως χειρότερη και από την ίδια την αμαρτία.

Κι ο Πονηρός ακόμη δεν χαίρεται τόσο όταν βλέπει τον άνθρωπο να αμαρτάνει, όσο όταν απελπίζεται. Γιατί στην αμαρτία υπάρχει διέξοδος: η μετάνοια. Όταν μετανοείς, από την κόλαση πας στον ουρανό.

Σαν τον άσωτο της γνωστής παραβολής: από τον άδη της ασωτείας βρέθηκε στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα. Γιατί ακριβώς μετάνιωσε. Γιατί πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Η απελπισία όμως είναι ήδη ένας θάνατος, είναι μία αυτοκτονία, γιατί στην ουσία ο άνθρωπος σταματάει να υψώνει το βλέμμα του στον ουρανό. Μένει προσκολλημένος στον εαυτό του, στις ανύπαρκτες δυνάμεις του, στις πτώσεις του. Σαν τον χοίρο που κυλιέται στη λάσπη. Ο άγιος Ιωάννης το αναφέρει ωμά: «όποιος απελπίζεται, σφάζει ο ίδιος τον εαυτό του»!

Ελπίδα και απελπισία

 


Α. Εισαγωγή

Πολλές φορές στην πορεία της ζωής μας είμαστε χαρούμενοι και αισιόδοξοι. Άλλοτε πάλι, εξαιτίας κάποιων καταστάσεων και συνθηκών, όλα μας φαίνονται μάταια και απελπιζόμαστε. Η απελπισία όμως εκείνο το οποίο θα προσφέρει, είναι να κάνει τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Γι’ αυτό ποτέ δεν πρέπει να χάνουμε τις ελπίδες μας. Ιδιαίτερα δε εμείς οι χριστιανοί δεν είμαστε όπως «οι λοιποί οι μή έχοντες ελπίδα» (Α΄ Θεσ. 4, 13), γιατί έχουμε ελπίδα μας τον ίδιο τον Θεό.

Β. Η απελπισία

Προτού αναφέρουμε οτιδήποτε άλλο, επιβάλλεται κατ’ αρχήν να δώσουμε ένα ορισμό του τι είναι απελπισία και εν συνεχεία, του τι είναι η ελπίδα. Απελπισία είναι η απώλεια της εμπιστοσύνης μας στην ελεημοσύνη και αγαθοσύνη του Θεού, με άλλα λόγια η απώλεια της πίστης μας στην Θεία πρόνοια, που συνέχει, φροντίζει και συντηρεί την κτίση και τον κόσμο ολόκληρο. Κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, η απελπισία είναι η ενδέκατη βαθμίδα της κακίας. Οι συνέπειες της απελπισίας οδηγούν τον άνθρωπο στην δωδέκατη βαθμίδα, που είναι η αυτοκτονία. Η απελπισία κατά τους Πατέρες χαρακτηρίζεται ως δαιμονική διάθεση, που οδηγεί στην καταστροφή. Η απελπισία είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα του διαβόλου. Ο διάβολος μπορεί να πιστεύει και να φρίττει, όμως δεν ελπίζει, διότι απομακρύνθηκε από τον Θεό και παγιώθηκε στην κακία.

Αιτία της απελπισίας είναι η απομάκρυνση από τον Θεό και η έλλειψη εμπιστοσύνης σε Αυτόν. Όταν ο άνθρωπος διακόψει τον δεσμό με τον Θεό, τότε ακόμη και με την παραμικρή αφορμή, μπορεί να παρουσιαστεί στη ζωή του η απογοήτευση και η απελπισία. Όταν ο άνθρωπος δεν ασκείται πνευματικά, όπως θα έπρεπε να ασκείται και κυρίως όταν παραλείπει την προσευχή, τότε εύκολα απομακρύνεται από τον Θεό και χάνει την ελπίδα του σε Αυτόν.