Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συγχώρεση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα συγχώρεση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή ΙΑ’ Ματθαίου: Το ευαγγέλιο της συγχώρησης (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

                                            

(Ματθ. ιη’ 23-35)

Όταν ο Κύριος Ιησούς άφηνε την τελευταία Του πνοή στο σταυρό, ακόμα και τη στιγμή αυτή της επιθανάτιας αγωνίας Του, προσπαθούσε να κάνει καλό στους ανθρώπους. Δε σκεφτόταν τον εαυτό Του. Στους ανθρώπους ήταν ο νους Του, γι’ αυτό και παράδωσε ένα από τα μεγαλύτερα μαθήματα που έδωσε ποτέ στο ανθρώπινο γένος. Κι αυτό είναι η διδασκαλία Του για τη συγχώρηση. «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. κγ’ 34).

Ποτέ ως τότε δεν είχαν ακουστεί τέτοια λόγια στους τόπους εκτέλεσης. Αντίθετα μάλιστα, εκείνοι που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο με τον ίδιο τρόπο, είτε αθώοι ήταν είτε ένοχοι, συνήθως επικαλούνταν θεούς και ανθρώπους για εκδίκηση. «Εκδικηθείτε», ήταν ο λόγος που ακουγόταν συχνά μπροστά στο ικρίωμα και δυστυχώς ακούγεται ως τις μέρες μας από τους μελλοθάνατους, ακόμα κι από εκείνους που προτού θανατωθούν κάνουν το σταυρό τους.

Ο Χριστός, προτού παραδώσει την τελευταία Του πνοή, συγχώρεσε όλους εκείνους που τον βασάνισαν, τον μυκτήρισαν και τον θανάτωσαν. Προσευχήθηκε στον ουράνιο Πατέρα Του να τους συγχωρέσει, αλλά προχώρησε ακόμα παραπέρα. Τους δικαιολόγησε, βρήκε ελαφρυντικό γι’ αυτούς. Είπε, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι.

Γιατί επανέλαβε ιδιαίτερα o Κύριος τη διδαχή Του για τη συχώρεση, την ώρα που βρισκόταν πάνω στο σταυρό; Από το τεράστιο πλήθος των διδαχών που έκανε ενόσω ζούσε, γιατί διάλεξε αυτήν κι όχι κάποια άλλη να προφέρουν τα άγια χείλη Του, στο τέλος ακριβώς της επίγειας ζωής Του; Αναμφίβολα επειδή ήθελε η διδασκαλία Του αυτή να παραμείνει στη μνήμη όλων, να λειτουργήσει σαν παράδειγμα προς μίμηση.

Κυριακή της Τυρινῆς: Ἡ συγχώρησις τῶν ἀδελφῶν προϋπόθεσις τῆς ἑνώσεώς μας μὲ τὸν Χριστὸ

                                  

Ὁμιλία εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Συγχωρήσεως, τὴ 24η Φεβρουάριου 1992, Κυριακή τῆς Τυρινῆς.

Εὐχαριστοῦμε τὸν Κύριο, ποὺ μᾶς ἀξίωσε κι ἀπόψε, ἀδελφωμένοι ὅλοι, νὰ ἑορτάσουμε τὴν Κυριακή της Τυρινῆς· καὶ θὰ μᾶς ἀξιώση μετ’ ὀλίγον νὰ συγχωρηθοῦμε καὶ συγχωρημένοι καὶ ἀγαπημένοι νὰ μποῦμε στὴν εὐλογημένη καὶ ἁγία περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.

Εἶναι Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ τοῦ Ὀρθοδόξου Γένους μας ἀπόψε οἱ ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ καὶ στὶς πόλεις καὶ στὰ χωριά, ἐκεῖ ποὺ ὑπῆρχε παλαιότερα εὐσέβεια καὶ ὅπου ὑπάρχει ἀκόμα κάποια εὐσέβεια, οἱ Χριστιανοὶ νὰ πηγαίνουν στὸν Ἑσπερινό της Συγχωρήσεως, νὰ ἀκοῦν τὰ ὡραία γράμματα, τὰ ὁποῖα ὠθοῦν τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν πνευματικὸ ἀγώνα, καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ συγχωροῦνται ἀπὸ τὸν ἱερέα καὶ μεταξὺ των. Καὶ μετὰ νὰ πηγαίνουν στὰ σπίτια των, νὰ παραθέτουν κοινὴ τράπεζα, συγγενεῖς καὶ φίλοι, καὶ νὰ εὐφραίνωνται οἰκογενειακῶς. Καὶ συγχωρεμένοι ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ νὰ ἀρχίζουν τὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, καὶ μάλιστα σὲ μερικὰ μέρη νὰ κρατοῦν καὶ τὸ Τριήμερο.

Δυστυχῶς τὰ ξενικὰ ἔθιμα, τὰ ὁποῖα εἰσέβαλαν στὸν τόπο μας τὰ τελευταία χρόνια, κατήργησαν ἐν πολλοῖς αὐτὴν τὴν εὐλογημένη συνήθεια, αὐτὸ τὸ ὡραῖο ὀρθόδοξο χριστιανικὸ ἔθιμο. Ἀλλὰ καὶ κάποια κατάλοιπα τοῦ ἀρχαίου εἰδωλολατρικοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὰ ὁποία δυστυχῶς μέχρι τώρα δὲν ξερίζωσε ὁ Χριστιανισμὸς καὶ στὴν πατρίδα μας, οἱ καρναβαλικὲς ἑορτές, οἱ ὁποῖες τώρα καὶ γιὰ λόγους κερδοσκοπικοὺς προβάλλονται, ἀντιστρατεύονται αὐτὴν τὴν ὡραία καὶ πνευματικὴ συνήθεια τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ μας. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι νὰ διασκεδάζη ὁ λαὸς αὐτὲς τὶς ἡμέρες, ἀλλὰ ὄχι χριστιανικά, καὶ γι’ αὐτὸ νὰ μὴ ἔχη καὶ ἀληθινὴ χαρά. Ὁ διάβολος τὰ κατάφερε ἔτσι, ὥστε οἱ ἡμέρες αὐτὲς γιὰ πολλοὺς ἀδελφούς μας Ἕλληνες Χριστιανοὺς ἀπὸ ἡμέρες πνευματικῆς προετοιμασίας ποὺ εἶναι γιὰ τὸν ἀγώνα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς νὰ γίνωνται ἡμέρες μεγάλων ἁμαρτημάτων καὶ αἰσχρουργιῶν, διὰ τὰς ὁποίας ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγει ὅτι «αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν» (Ἔφεσ. ἐ΄ 12). Ἰδίως στὶς πόλεις ἐκεῖνες ποὺ γίνονται οἱ καρναβαλικὲς ἑορτὲς ἀκολουθοῦν πολλὲς φρικτὲς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων. Χαίρεται ὁ διάβολος καὶ λυπεῖται ὁ Χριστός. Καὶ ὅλα αὐτὰ στὴν Ὀρθόδοξο πατρίδα μας.

«ΑΣ ΜΑΘΟΥΜΕ ΝΑ ΣΥΓΧΩΡΟΥΜΕ»

"Αρκεί φυσικά, ο αδικών, ο πταίων, να ζητά συγνώμη".

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος: Ας μάθουμε να συγχωρούμε (Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου)

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ[: Ματθ. 18,23-35]

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου [εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 30-8-1992]  (Β267)                     

       Πάντοτε, αγαπητοί μου, στις ανθρώπινες σχέσεις θα υπάρχουν διαφορές. Και πολλές φορές ο ένας θα είναι ο αδικών και ο άλλος ο αδικούμενος. Και ἐν στενῇ και ἐν εὐρείᾳ ἐννοίᾳ. Και τίθεται το ερώτημα: Το πώς θα μπορούν αυτές οι σχέσεις να αποκαθίστανται, πράγμα πολύ αναγκαίον για την ομαλή συνύπαρξη των ανθρώπων. Πώς αλλιώς παρά με την ανεξικακία ή με την αμνησικακία, να μη θυμάται κανείς την κακία του άλλουπου εκφράζονται με την εκ βάθους καρδίας συγχωρητικότητα. Κι αν συμβαίνουν, υποτίθεται, απεριόριστες προστριβές, πόσο μπορεί να ισχύει αυτή η συγχωρητικότητα; Απεριόριστα. Αρκεί φυσικά, ο αδικών, ο πταίων, να ζητά συγνώμη.

    Κατά την εβραϊκή αντίληψη, η συγνώμη, έστω και αν εζητείτο, περισσότερο περιορίζετο ωστόσο στις τρεις φορές. Εννοείται την ημέρα. Όχι σε όλη του τη ζωή. Την ημέρα. Και ο Απόστολος Πέτρος κάποτε άκουσε τον Κύριο να λέγει: «᾿Εὰν δὲ ἁμαρτήσῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου, ὕπαγε καὶ ἔλεγξον αὐτὸν· ἐάν σου ἀκούσῃ, ἐκέρδησας τὸν ἀδελφόν σου». Δηλαδή υποτίθεται ότι τον συγχωρείς. Και όχι μόνον αυτό αλλά τον κερδίζεις κιόλας. Και με μεγαλοψυχία ο απόστολος Πέτρος νόμιζε ότι αν ξεπερνούσε το εβραϊκόν όριον -αυτό το οποίον υπήρχε, δεν ήταν γραμμένο στην Παλαιά Διαθήκη, όχι, υπήρχε ως αντίληψις εις τους Εβραίους, ήτο διδασκαλία των Ραββίνων· ερωτά λοιπόν τον Κύριον: «Κύριε, έως επτά φορές εάν αμαρτήση σε μένα ο αδελφός μου, θα τον συγχωρήσω;». Θα επαναλάβω· την ημέρα 7 φορές. Και ο Κύριος του απαντά: «Όχι επτά φορές, όπως νομίζεις, αλλά έως εβδομηκοντάκις επτά».  Δηλαδή εβδομήντα φορές το επτά. Δεν είναι 7*7= 49=490. Αλλά σημαίνει: Είπες επτά; Εγώ σου λέω εβδομήντα φορές το επτά. Είναι έκφρασις που δείχνει το απεριόριστον. Όσες φορές και αν αμαρτήσει ο αδερφός σου, κι έρθει και σου ζητήσει συγνώμη, οφείλεις να τον συγχωρήσεις. Προσέξτε. Οφείλεις να τον συγχωρήσεις.

ΠΕΡΙ ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

 

ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Θ. ΚΟΚΟΡΗ

ΠΕΡΙ ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ

    Η Εκκλησία των Διαμαρτυρομένων και όλες οι παραφυάδες α­κραίες και μη, οι προερχόμενες από την Διαμαρτύρησι αφού απέρριψε συλλήβδην την Ιερά παράδοσι της Εκκλησίας ως δήθεν νοθευθείσα από τις παπικές υπερβολές και μη δυναμένη να ξεχωρίση την γνήσια παράδοσι από την παρεισφρύσασα, απέρριψε μαζί με τα πολλά και ωφέλιμα και τον θεσμό των μνημοσύνων, με αποτέλεσμα να στερή τα τέκνα της από τις ωφέλειες των μνημοσύνων.

Πεντηκοστιανοί, μάρτυρες του Ιεχωβά και λοιπές παραφυάδες προ­σπαθούν να στηρίξουν την άρνησι των μνημοσύνων στην Αγία Γραφή.

Θέσεις αιρετικών

Σαν πρώτο επιχείρημα οι κακόδοξοι και γενικώς οι απορρίπτοντες τα μνημόσυνα, προβάλλουν ως δήθεν αγιογραφική ρήσι το: εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια που δυστυχώς και ένιοι των Ορθοδόξων υιοθετούν. Λέμε σ’ αυτούς ότι ουδαμού στην Γραφή υπάρχει κάτι τέτοιο και τους προκαλούμε να μας αποδείξουν που το βρήκαν γραμμένο. Λέμε σ’ όλους αυτούς ότι εν τω Άδη έγινε μετάνοια. Η παραβολή πλουσίου και Λαζάρου δείχνει την μετάνοια του πλουσίου, αλλά την ανενέργητο και αναποτελεσματική. Η μετάνοια συνοδεύεται και με εξομολόγηση ενώπιον ιερέως και ενώπιον της εκκλησίας. Πέραν του τάφου και στον Άδη ούτε ιερωσύνη ισχύει, ούτε εκκλησία και μυστήρια υπάρχουν. Ταύτα όλα ενεργούν προ του τάφου.

Αλλο επιχείρημα των αιρετικών: Εν δε τω Άδη τις εξομολογήσεταί σοι; (Ψαλ. στ’ 6).

Κατά το χωρίο τούτω, ουδείς εξομολογείται στον Άδη. Αυτό διδά­σκει και η Ορθοδοξία. Καιρός αρμόδιος μετανοίας και εξομολογήσεως είναι προ του θανάτου. Μετά τον θάνατο, είναι καιρός ανταποδόσεως.

«Δια τούτο ουκ έστιν εν τω Άδη εξομολογούμενος, δια το μηκέτι την βοήθειαν συμπαρείναι δια του πνεύματος, νυν μεν γαρ παρείναι δοκεί πως τοις άπαξ εσφραγισμένοις το πνεύμα την εκ της επιστροφής αυτών σωτηρίαν αναμένον τότε δε εξ όλου της βεβηλωσάσης αυτού την χάριν ψυχής αποτμηθήσεται, τούτο γαρ και η εν τω Ευαγγελίω διχοτομία δηλοί» (Μ. Βασίλειος).

Το «ουκ εξομολογήσεταί σοι» είρηται ούχ ότι ουκ εξομολογούμεθα εν τω Άδη, αλλ’ ότι εική τούτο ποιούμεν επεί και ο πλούσιος εξομολογείτο και μετενόει, άλλ’ ουδέν ωφελείτο δια την ακαιρίαν» (Χρυ­σόστομος).

«Περί δε του φάναι τον Προφήτην» «εν δε τω Άδη τις εξομολογηθήσεταί σοι; προειρήκαμεν, ως αι απειλαί φρικώδεις του παντεπόπτου, νικά δε ταύτα η άφατος αυτού φιλανθρωπία, και γαρ μετά το φάναι τον προφήτην ταύτα, γέγονε πάντως εν τω άδη εξομολόγησις, εκείνων, λέγω, των εκεί πιστευσάντων, εν τη σωτηρία) του Δεσπότου καθόδω, ου γαρ απλώς έσωσε πάντας ο ζωοδότης, άλλ’ ως είρηται κάκεί τους πιστεύσαντας» (Δαμασκηνός).

Υπάρχει στον Άδη, λοιπόν, μετάνοια και εξομολόγηση, αλλά άκαιρος και ανενέργητος. Θα μπορούσαμε να παρομοιάσομε τούτο, με τον παραβάτη νόμων, ο οποίος φυλακίζεται, και από της θέσεως εκείνης αδυνατεί να βοηθήσει τον εαυτό του. Όμως οι εκτός φυλακής ιδικοί του μπορούν να βοηθήσουν, αποκαθιστώντας τυχόν ζημίες, πα­ραβάσεις, χρέη κ.λ.π.

Και καθ’ όσον απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις (Εβρ. θ’ 27).

Κυριακή της Τυροφάγου – Το μίσος και η έχθρα ως εμπόδια για τη συγχώρηση και των δικών μας αμαρτιών

 Αποτέλεσμα εικόνας για ΤΗΝ ΝΗΣΤΕΙΑΝ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ [:Ματθ. 6, 14-21]

    Πνευματικά  θησαυρίσματα από ομιλίες του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

ΤΟ ΜΙΣΟΣ ΚΑΙ Η ΕΧΘΡΑ ΩΣ ΕΜΠΟΔΙΑ

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΧΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΚΩΝ ΜΑΣ ΑΜΑΡΤΙΩΝ

      Αν κανείς έχει αδικηθεί από τον πλησίον του, ας φέρει στον νου του τον Δαβίδ. Μόλις θυμηθεί τον πράο και ανεξίκακο προφητάνακτα, θα σβήσει την οργή, που σαν φωτιά κατακαίει την ψυχή του.

    Για ποιο λόγο, πες μου, είναι εχθρός σου ο αδελφός σου; Μήπως σε έβρισε; Μήπως σε έκλεψε; Μήπως σε αδίκησε; Ό,τι κι αν σου έκανε, μην αναβάλλεις να κόψεις τα σκοινιά, που σε κρατούν δεμένο με την έχθρα. Αν δεν το κάνεις σήμερα, αύριο θα είναι δυσκολότερο. Μεθαύριο ακόμα πιο δύσκολο. Μέρα με τη μέρα η ντροπή σου θα μεγαλώνει και η έχθρα θα ριζώνει βαθύτερα στην καρδιά σου.

    Δώσε μου, σε παρακαλώ, τη χαρά να ακούσω ότι πήγες και βρήκες τον εχθρό σου, τον αγκάλιασες και με τα δυο σου χέρια, τον έσφιξες με αγάπη, τον ασπάστηκες με δάκρυα. Και θηρίο αν είναι, θα συγκινηθεί από τη συμπεριφορά σου και θα ημερώσει. Έτσι, και τον εαυτό σου θα απαλλάξεις από κάθε κατηγόρια και εκείνον θα κερδίσεις, κάνοντάς τον να μεταβάλει την εχθρική του διάθεση σε φιλία και αγάπη.

    Μη μου πεις: «Έχω εχθρό δύστροπο, κακόβουλο και αδιόρθωτο, γι’ αυτό δεν θα μπορέσω ποτέ να τον κάνω φίλο». Ό,τι κι αν είναι, δεν μπορεί να ξεπερνάει σε κακότητα τον Σαούλ, που μολονότι μια και δύο και πολλές φορές σώθηκε από τον Δαβίδ, αυτός χίλιες φορές σκέφτηκε κακό εναντίον του. Και μολονότι, παρά τη διαγωγή του αυτή, πάλι ευεργετήθηκε από τον αμνησίκακο Δαβίδ, εξακολούθησε να τον επιβουλεύεται και να ζητάει τη θανάτωσή του.

     Τι μπορείς να πεις για τον εχθρό σου; Ότι καταπάτησε τα χωράφι σου; Ότι άρπαξε τα ζώα σου; Ότι σε χλεύασε; Ότι σε απάτησε; Δεν προσπάθησε, πάντως, να σου αφαιρέσει και τη ζωή, όπως επανειλημμένα αποπειράθηκε αν κάνει ο Σαούλ σε βάρος του Δαβίδ. Αλλά κι αυτό αν έγινε, πάλι ο Δαβίδ είναι ανώτερος από εσένα. Γιατί, μολονότι έζησε στην εποχή του μωσαϊκού νόμου, που, όντας ατελής, δίδασκε το «ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ, ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος (:μάτι αντί για μάτι, δόντι αντί για δόντι)» [Έξ.21,24], εντούτοις έφτασε στο ύψος της αρετής που διδάσκει ο τέλειος νόμος του Ευαγγελίου: «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς (: να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να ευεργετείτε εκείνους που σας μισούν)» [Λουκ.6,27]. Και ενώ εσύ πολλές φορές φουντώνεις από τη μνησικακία, οργισμένος καθώς είσαι με όσα σου έκανε ο εχθρός σου στο παρελθόν, ο Δαβίδ, αδιαφορώντας για όσα θα πάθαινε στο μέλλον από τον Σαούλ, δεν έπαυε να τον προστατεύει και να τον σώζει από κάθε κίνδυνο. Να σώζει ποιον; Τον άνθρωπο που ζητούσε ευκαιρία για να τον σκοτώσει!

Μία τρομερή διαπίστωση περί συγχωρήσεως που αφορά όλους μας και εκφράζεται από έναν επίσημα μη ορθόδοξο. Αξίζει πράγματι να διαβαστεί!

ὅταν νομίζω ὅτι ζητῶ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μὲ συγχωρήσει, δὲν τοῦ ζητῶ νὰ μὲ συγχωρήσει, ἀλλὰ νὰ δικαιολογήσει τὴν ἁμαρτία μου... Τὸ «δικαιολογῶ» ὅμως σημαίνει κάτι τὸ τελείως διαφορετικό. Σημαίνει: «Βλέπω ὅτι δὲν μποροῦσες νὰ κάνεις ἀλλιῶς ἢ βλέπω ὅτι δὲν τὸ ἤθελες. Πραγματικὰ δὲν φταῖς».  Τὸ πρόβλημα εἶναι ὅτι ἐκεῖνο ποὺ λέμε «Ζητῶ τὴ συγχώρηση τοῦ Θεοῦ» πολὺ συχνὰ συμβαίνει νὰ εἶναι «Ζητῶ ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ δεχτεῖ τὶς δικαιολογίες μου».





Ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὶς σημειώσεις τοῦ Κλάϊβ Στέηπλς Λούις (C. S. Lewis 29/11/1898-22/11/1963) περὶ συγχωρέσεως, στὸ ὁποῖο ὁ ἀπὸ ἄθεος μεταμελημένος χριστιανὸς παγκοσμίως ἀναγνωρισμένος συγγραφέας καὶ διδάσκαλος τῆς Ὀξφόρδης καὶ καθηγητὴς τοῦ Καίμπριτζ διαπιστώνει πολλά ποὺ ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ἀφήνουμε ἀπαρατήρητα. Ὅσο γιὰ τὸν συγγραφέα, ἀκόμα καὶ ὁ π. Σεραφεὶμ Ρόουζ τὸν ἀναφέρει στὸ βιβλίο του «Ἡ ψυχὴ μετὰ τὸν θάνατο» ὡς ἕναν «ὀξυδερκὴ ἀπολογητὴ τῶν ἀπόψεων τοῦ Χριστιανισμοῦ περὶ ὑπερφυσικοῦ».
Ἀδαμάντιος Τσακίρογλου

Περὶ συγχωρήσεως

Στὴν ἐκκλησία -ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς ἐκκλησίας- λέμε πολλὰ πράγματα χωρὶς νὰ συνειδητοποιοῦμε τί λέμε. Π.χ. στὸ Σύμβολο τῆς Πίστης λέμε ὅτι πιστεύουμε στὴν «ἄφεση ἁμαρτιῶν». Τὸ ἐπαναλάμβανα καὶ ἐγὼ ἐπὶ χρόνια πρὶν ἀναρωτηθῶ γιατί ἄραγε αὐτὸ εἶχε μπεῖ στὸ Σύμβολο τῆς Πίστης.

Ἐκ πρώτης ὄψεως φαὶνεται περιττό. «Ἂν κανεὶς εἶναι χριστιανός», σκέφτηκα, «καὶ βέβαια πιστεύει στὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν. Ἐννοεῖται!» Ἐκεῖνοι ὅμως ποὺ συνέταξαν τὸ Σύμβολο τῆς Πίστης προφανῶς σκέφτηκαν ὅτι αὐτὸ ἦταν κομμάτι τῆς πίστης μας ποὺ θὰ ἒπρεπε νὰ τὸ φέρνουμε στὴ μνήμη μας κάθε φορὰ ποὺ πηγαὶνουμε στὴν ἐκκλησία. Καὶ ἔχω καὶ ἐγὼ ἀρχίσει νὰ συνειδητοποιῶ ὅτι εἶχαν δίκιο. Τὸ νὰ πιστεύεις στὴν συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν δὲν εἶναι ἀκριβῶς τόσο εὔκολο ὅσο νόμιζα. Τὸ νὰ πιστεύεις πραγματικὰ σ’ αὐτὸ εἶναι κάτι πού, ἂν δὲν εἶσαι διαρκῶς σὲ ἐπιφυλακή, μπορεῖ εὔκολα νὰ σοῦ διαφύγει.

Πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς συγχωρεῖ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Πιστεύουμε ἐπὶσης ὅτι τὸ κάνει ἐφόσον καὶ ἐμεῖς συγχωροῦμε τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων ἀπέναντί μας. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία γι\’ αὐτό. Τὸ λέει ἡ προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ στὸν Οὐράνιο Πατέρα, τὸ «Πάτερ ἡμῶν». Τὸ τόνισε αὐτὸ ὁ Χριστός. Ἂν δὲν συγχωρεῖτε, δὲν θὰ συγχωρεθεῖτε. Κανένα ἄλλο κομμάτι τῆς διδασκαλίας Του δὲν εἶναι πιὸ ξεκάθαρο. Οὔτε καὶ ὑπάρχει καμιὰ ἐξαίρεση σ\’ αὐτό. Δὲν λέει νὰ συγχωροῦμε τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων ὅταν δὲν εἶναι τόσο ἀποκρουστικὲς ἢ ὅταν ὑπάρχουν σοβαρὲς δικαιολογίες γι’ αὐτὲς ἢ κάτι τέτοιο. Πρέπει νὰ τὶς συγχωροῦμε ὅλες, ὁσοδήποτε ἀπαίσιες καὶ φρικτὲς κι ἂν εἶναι, ὁσοδήποτε συχνὰ κι ἂν ἐπαναλαμβάνονται. Ἂν δὲν τὶς συγχωροῦμε, δὲν θὰ συγχωρηθεῖ καμιὰ ἀπὸ τὶς δικές μας.

Ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι κάνουμε κάποιο λάθος καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὴ συγχώρηση τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὴ συγχώρηση ποὺ ὀφείλουμε νὰ δίνουμε στοὺς ἄλλους γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοὺς ἀπέναντί μας. Ἂς πάρουμε πρῶτα-πρῶτα τὸ θὲμα τῆς συγχωρητικότητας τοῦ Θεοῦ ἀπέναντί μας. Βρίσκω πώς, ὅταν νομίζω ὅτι ζητῶ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μὲ συγχωρήσει, στὴν πραγματικότητα-καὶ αὐτὸ γίνεται ἀρκετὰ συχνὰ ἂν δὲν εἶμαι πολὺ προσεκτικὸς-αὐτὸ ποὺ ζητῶ ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι κάτι τὸ τελείως διαφορετικό. Δὲν τοῦ ζητῶ νὰ μὲ συγχωρήσει, ἀλλὰ νὰ δικαιολογήσει τὴν ἁμαρτία μου. Ὑπάρχει ὅμως τεράστια διαφορὰ μεταξύ τοῦ συγχωρῶ καὶ τοῦ δικαιολογῶ. Ἡ συγχώρηση ἐννοεῖ τὸ ἑξῆς:
«Ναί, τὸ ἔχεις κάνει αὐτὸ ἀλλὰ δέχομαι τὴ μετάνοιά σου. Ποτὲ δὲν θὰ σοῦ τὸ φυλάξω στὸ μέλλον καὶ θὰ εἶναι ὅλα μεταξύ μας τὸ ἴδιο ἀκριβῶς ὅπως καὶ πρίν».

Τὸ «δικαιολογῶ» ὅμως σημαίνει κάτι τὸ τελείως διαφορετικό. Σημαίνει: «Βλέπω ὅτι δὲν μποροῦσες νὰ κάνεις ἀλλιῶς ἢ βλέπω ὅτι δὲν τὸ ἤθελες. Πραγματικὰ δὲν φταῖς». Ἀλλά, ἂν πραγματικὰ δὲν φταῖς, τότε δὲν ὑπάρχει καὶ λόγος νὰ ὑπάρξει συγχώρηση. Ὑπ’ αὐτὴ τὴν ἔννοια ἡ «συγχώρηση» καὶ ἡ «δικαιολόγηση» εἶναι σχεδὸν τελείως ἀντιφατικὲς ἔννοιες.

Φυσικά, σὲ πολλὲς περιπτώσεις-εἴτε μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου εἴτε ἀνθρώπων μεταξύ τους-ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχει καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Ἕνα τμῆμα ἀπὸ κεῖνο ποὺ ἀρχικὰ φαινόταν νὰ εἶναι ἁμαρτία καταλήγει νὰ εἶναι κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν εὐθύνεται κανείς, ὅποτε δικαιολογεῖται. Καὶ συγχωρεῖται τὸ τμῆμα ποὺ παραμένει ἁμαρτία. Ἂν κανεὶς εἶχε μία τέλεια δικαιολογία, τότε δὲν θὰ ὑπῆρχε λόγος νὰ ὑπάρξει συγχώρηση. Ἂν χρειάζεται νὰ συγχωρηθεῖ ἡ ὅλη πράξη, τότε δὲν ὑπῆρχε δικαιολογία γι’ αὐτήν. Τὸ πρόβλημα εἶναι ὅτι ἐκεῖνο ποὺ λέμε «Ζητῶ τὴ συγχώρηση τοῦ Θεοῦ» πολὺ συχνὰ συμβαίνει νὰ εἶναι «Ζητῶ ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ δεχτεῖ τὶς δικαιολογίες μου». Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ σ’ αὐτὸ τὸ σφάλμα εἶναι ὅ,τι μαζὶ μὲ τὴν ἁμαρτία, συνήθως, ὑπάρχει καὶ κάποια δικαιολογία, ὑπάρχουν κὰποια ἐλαφρυντικά.

Εἴμαστε τόσο ἀνυπόμονοι νὰ τὰ ἐπισημὰνουμε αὐτὰ στὸ Θεὸ-ἀλλὰ καὶ στὸν ἑαυτό μας-ποὺ τείνουμε νὰ ξεχάσουμε ποιὸ εἶναι τὸ πραγματικὰ σπουδαῖο ζήτημα, δηλαδὴ ἐκεῖνο τὸ κομμάτι ποὺ δὲν καλύπτεται ἀπὸ δικαιολογίες, τὸ κομμάτι ποὺ εἶναι ἀδικαιολόγητο, καίτοι ὄχι καὶ ἀδύνατο νὰ συγχωρηθεῖ. Ἂν τὸ ξεχάσουμε αὐτό, θὰ μείνουμε μὲ τὴν ἐντὺπωση ὅτι ἔχουμε μετανοήσει καὶ συγχωρηθεῖ, ἐνῶ αὐτὸ ποὺ ἒχει γίνει στὴν οὐσία εἶναι ὅτι ἁπλὰ ἔχουμε μείνει οἱ ἴδιοι ἱκανοποιημένοι ἀπὸ τὶς δικαιολογίες μας. Μπορεῖ μάλιστα οἱ δικαιολογίες μας νὰ εἶναι πολὺ ἀτυχεῖς, γιατί ἔχουμε τὴν τάση νὰ ἱκανοποιούμαστε εὔκολα ἀπὸ τὰ λεγόμενα περὶ τοῦ ἑαυτοῦ μας.

Ὑπάρχουν δύο εἰδῶν φάρμακα γι’ αὐτὸ τὸν κίνδυνο. Τὸ ἕνα εἶναι νὰ θυμόμαστε ὅτι ὁ Θεὸς ξέρει ὅλες τὶς πραγματικὲς δικαιολογίες πολὺ καλύτερα ἀπό μᾶς. Ἄν, πράγματι, ὑπάρχουν ἐλαφρυντικά, δὲν ὑπάρχει περίπτωση νὰ μὴν τὰ λάβει ὑπόψη του ὁ Θεός. Ἐκεῖνος θὰ ξέρει καὶ πολλὲς δικαιολογίες ποὺ ἐμεῖς δὲν τὶς εἴχαμε κἄν σκεφτεῖ καί, κατὰ συνέπεια, κάποιες ταπεινὲς ψυχές, μετὰ τὸ θάνατό τους, θὰ βρεθοῦν ἐμπρὸς στὴν εὐχάριστη ἔκπληξη ὅτι σὲ ὁρισμένες περιπτώσεις εἶχαν ἁμαρτὴσει πολὺ λιγότερο ἀπ’ ὅτι οἱ ἴδιες νόμιζαν. Ὅτι πραγματικὲς δικαιολογίες ὑπάρχουν, ὁ Θεὸς θὰ τὶς βρεῖ. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἐμεῖς πρέπει νὰ φέρουμε ἐνώπιόν Του εἶναι τὸ κομμάτι τῆς πράξης ποὺ δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸ δικαιολόγησης: τὴν ἁμαρτία. Ἁπλὰ χάνουμε τὸν καιρὸ μας μιλώντας γιὰ ὅλα ὅσα, κατὰ τὴν γνώμη μας, μποροῦν νὰ δικαιολογηθοῦν.

Ὅταν πᾶς σ’ ἕνα γιατρό, τοῦ δείχνεις τὸ μέρος τοῦ σώματός σου ποὺ πάσχει-π.χ. ἕνα σπασμένο χέρι-θὰ ἦταν χαμένος χρόνος νὰ κάτσεις νὰ τοῦ ἐξηγεῖς ὅτι τὰ πόδια καὶ τὰ μάτια κι ὁ λαιμός σου δὲν ἔχουν κανένα πρόβλημα. Μπορεῖ νὰ κάνεις λάθος ὡς πρὸς αὐτὸ καί, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἂν πραγματικὰ δὲν ἔχουν πρόβλημα, αὐτὸ θὰ τὸ δεῖ ὁ γιατρός.

Τὸ δεύτερο φάρμακο εἶναι τὸ νὰ πιστεύουμε πραγματικὰ καὶ ἀληθινὰ στὴ συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν. Ἕνα μεγάλο ποσοστὸ τοῦ ἄγχους μας νὰ βροῦμε δικαιολογίες εἶναι ἐπειδὴ δὲν πιστεύουμε στ\’ ἀλήθεια στὴ συγχώρηση, ὅτι δηλαδὴ ὁ Θεὸς θὰ μᾶς ξαναδεχτεῖ καὶ αὐτὸ ὄχι μόνο ἂν βρεθεῖ κάποιου εἴδους δικαιολογία γιά μᾶς. Γιατί κάτι τέτοιο ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ ἦταν συγχώρηση! Πραγματικὴ συγχώρηση σημαίνει νὰ κοιτᾶς τὴν ἁμαρτία στὰ μάτια, ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ κομμάτι τῆς ἁμαρτίας ποὺ ἔχει μείνει ἀκάλυπτο ἀπὸ δικαιολογίες-ἀφοῦ ἔχουν πιὰ ἐξαντληθεῖ ὅλες οἱ δικαιολογίες-καὶ νὰ τὴ δεῖς σὲ ὅλη της τὴ φρικαλεότητα, βρομιά, τρομερότητα καὶ κακία, βλέποντας ὃμως ἐπίσης καὶ τὸ ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει πλήρως συμφιλιωθεῖ μὲ τὸν ἄνθρωπο ποὺ τὴ διέπραξε!

Ὅταν τώρα περνᾶμε στὸ θέμα τῆς δικῆς μας συγχώρησης ἄλλων αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ ἐν μέρει εἶναι τὸ ἴδιο καὶ ἐν μέρει διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ προηγούμενο. Εἶναι τὸ ἴδιο γιατί καὶ σ\’ αὐτὴ τὴν περίπτωση ἡ συγχώρηση δὲν εἶναι ταυτόσημη μὲ τὴ δικαιολόγηση.

Πολλοὶ ἄνθρωποι δὲν τὸ γνωρίζουν αὐτό. Νομίζουν ὅτι, ἂν τοὺς ζητήσεις νὰ συγχωρήσουν κάποιον ποὺ τοὺς ἀπάτησε ἢ τοὺς φέρθηκε κατεξουσιαστικὰ εἶναι σὰν νὰ τοὺς ζητᾶς νὰ δεχτοῦν ὅτι στὴν πραγματικότητα δὲν ἔγινε ἀπάτη ἢ κατεξουσίαση εἰς βάρος τους. Ἂν ὅμως ἔτσι εἶχαν τὰ πράγματα, τότε δὲν θὰ ὑπῆρχε τίποτε ποὺ νὰ χρειάζεται νὰ συγχωρηθεῖ. Ἑξακολουθοῦν νὰ ἐπαναλαμβάνουν, «ἀλλά σοῦ ἐξηγῶ ὅτι ὁ ἂνθρωπος αὐτὸς παρέβη μία πολὺ σοβαρὴ ὑπόσχεση». Ἀκριβῶς ἔτσι εἶναι! Καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ συγχωρήσεις. (Σημειωτέον ὅτι αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ πιστέψεις τὴν ἑπόμενη ὑπόσχεση αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Σημαὶνει ὅμως ὅτι πρέπει πάσῃ θυσία νὰ ἐξαλείψεις ἀπὸ τὴν καρδιά σου κάθε γεύση ἀγανάκτησης, κάθε ἐπιθυμία νὰ τὸν ὑποβιβάσεις ἢ νὰ τὸν πληγώσεις ἢ νὰ τοῦ ἀνταποδώσεις τὸ κακό).

Ἡ διαφορὰ ἀνάμεσα σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωση καὶ στὴν περίπτωση ποὺ ζητᾶς ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ σὲ συγχωρήσει ἐσένα εἶναι ἡ ἑξῆς: ὅταν πρόκειται γιὰ μᾶς τοὺς ἴδιους, πολὺ εὔκολα βρίσκουμε δικαιολογίες. Ὅταν πρόκειται γιὰ ἄλλους, δὲν δεχόμαστε εὔκολα τὶς δικαιολογίες. Ὅσον ἀφορᾶ τὴ δική μου ἁμαρτία ἀπέναντι σὲ ἄλλους κατὰ πάσα πιθανότητα (καίτοι ὄχι βεβαιότητα) οἱ δικαιολογίες ποὺ προβάλλω εἶναι καὶ ἀντικειμενικὰ τόσο καλὲς ὅσο ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι. Ὅσον ἀφορᾶ ὅμως τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων ἀπέναντί μου, κατὰ πάσα πιθανότητα (καίτοι ὄχι βεβαιότητα) οἱ δικαιολογίες εἶναι καλύτερες ἀπ\’ ὅτι νομίζω.

Πρὲπει λοιπὸν κανεὶς νὰ ξεκινήσει δίνοντας προσοχὴ στὸ καθετὶ ποὺ μπορεῖ νὰ δείχνει ὅτι ὁ ἄλλος δὲν εἶναι καὶ τόσο ἔνοχος ὅσο νομίζαμε ὅτι εἶναι. Καὶ ἂν ὅμως ἀκόμα ἔχει ὅλο τὸ ἄδικο μὲ τὸ μέρος του, καὶ πάλι πρέπει νὰ τὸν συγχωρήσουμε. Ἀκόμα καὶ ἂν τὸ 99% τῆς ἐνοχῆς του καλύπτεται ἀπὸ πραγματικὰ πολὺ καλὲς δικαιολογίες, ἐμεῖς ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ τὸ ἐναπομένον 1% τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ συγχωρήσουμε. Τὸ νὰ παραβλέπει κανεὶς ἐκεῖνο ποὺ ὀφείλεται σὲ πολὺ καλὲς δικαιολογίες δὲν εἶναι χριστιανικὴ ἀγάπη. Εἶναι ἁπλὰ δικαιοσύνη. Τὸ νὰ εἶσαι ὅμως χριστιανὸς σημαίνει ὅτι συγχωρεῖς ἐκεῖνο ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ καλυφθεῖ ἀπὸ δικαιολογίες, γιατί ὁ Θεὸς ἔχει συγχωρήσει καὶ σ\’ ἐσένα ἐκεῖνο ποὺ δὲν καλύπτεται ἀπὸ δικαιολογίες.

Αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ εἶναι δύσκολο. Ἴσως δὲν εἶναι τόσο δύσκολο νὰ συγχωρήσει κανεὶς μία μοναδικὴ βαριὰ πράξη. Ἀλλὰ τὸ νὰ συγχωρεῖς τὶς ἀδιάκοπες προκλήσεις τῆς καθημερινῆς ζωῆς-τὸ νὰ ἐξακολουθεῖς νὰ συγχωρεῖς τὴν αὐταρχικὴ πεθερά, τὸν κατεξουσιαστικὸ σύζυγο, τὴν γκρινιάρα γυναίκα, τὴν ἐγωιστικὴ κόρη, τὸ δόλιο γιὸ-ποιὸς μπορεῖ νὰ τὸ κάνει; Νομίζω πὼς αὐτὸ εἶναι δυνατὸ μόνο ὅταν θυμόμαστε ποιὰ εἶναι ἡ θέση ποὺ ἔχουμε πάρει καὶ τί ἐννοοῦμε μ’ αὐτὸ ποὺ λέμε στὶς προσευχὲς μας κάθε νύχτα, «συγχώρησέ μας τὶς ἁμαρτίες μας ὅπως κι ἐμεῖς συγχωροῦμε ὅσους ἔχουν ἁμαρτήσει ἀπέναντί μας». Ἡ συγχώρηση τοῦ Θεοῦ προσφέρεται ὑπ’ αὐτοὺς καὶ μόνο τοὺς ὅρους. Τὸ νὰ ἀρνούμαστε νὰ τὸ κάνουμε εἶναι σὰν νὰ ἀρνοὺμαστε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἐπάνω μας. Στὸν κανόνα αὐτὸ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἴχνος ἐξαίρεσης. Καὶ ὁ Θεὸς πάντα ἐννοεῖ αὐτὸ ποὺ λέει.

(Κείμενο ποὺ βρέθηκε στὰ κατάλοιπά του)

 

Ἡ ἀνάγκη τῆς συγγνώμης καί ἀνανεώσεως μέσα στήν Ἐκκλησία

Ὁ Κύριός μας συνέδεσε ἀναπόσπαστα τή συγχώρεσὴ μας ἀπό τόν Θεό, μέ τή συγχώρεση πού ὀφείλουμε νά δίνουμε στούς ἀνθρώπους πού μᾶς ἔβλαψαν. (Κυριακή προσευχή, Ματθ. στ΄, 12 καί ἡ παραβολή τῶν δύο ὀφειλετῶν, Ματθ. κη΄, 21-35).

Στήν πραγματικότητα καί στίς περισσότερες περιπτώσεις, τά ἁμαρτήματα γιά τά ὁποῖα ζητᾶμε τή συγγνώμη τοῦ Θεοῦ εἶναι οἱ ἀδικίες πού κάναμε στούς ἄλλους. Ἑπομένως, ὀφείλουμε νά ζητᾶμε συγχώρεση, ὄχι μόνο ἀπό τόν Θεό ἀλλά κι ἀπό κείνους, πού πληγώθηκαν ἀπ᾽ αὐτά τά ἁμαρτήματα: ἀλλιῶς ὁ Θεός δέν μᾶς συγχωρεῖ (Ματθ. ε΄, 23-26). Πίσω ἀπό τούς ἀνθρώπους στούς ὁποίους κάναμε κακό, βρίσκουμε τόν Θεό, κι ὅταν ἁμαρτήσουμε στόν Θεό, πάντοτε πίσω Του βλέπουμε τούς ἀνθρώπους.

Περιφρονώντας τόν Θεό, θραύουμε ἕνα ἠθικό ἐλατήριο στούς ἄλλους, δίνοντάς τους ἕνα κακό παράδειγμα. Ὁ ἄνθρωπος πού δέν συμπεριφέρεται μέ λεπτότητα πρός τόν Θεό, δέν τήν ἔχει οὔτε πρός τούς ἀνθρώπους καί συμβάλλει στό νά μεγαλώνη ἡ ἀναισθησία τους ἀπέναντι στόν Θεό.

Ἐπίσης, ὁ Θεός θέτει ὑπό ὅρους τή συγχώρεση πού δίνει γιά τά ἁμαρτήματα πρός τό πρόσωπό Του, ἀνάλογα μέ τό ἄν ζητᾶμε συγγνώμη ἀπό τούς ὁμοίους μας.

Ἀλλά, ἄν γιά νά πάρουμε τή συγγνώμη τοῦ Θεοῦ ἔχουμε ἀνάγκη τή συγχώρηση τῶν ἄλλων, κι ἐκεῖνοι ἔχουν ἀνάγκη τή δική μας συγγνώμη, γιά νά συγχωρεθοῦν ἀπό τόν Θεό.

Ἄρα γιά νά πάρουμε συγχώρεση ἀπό τόν Θεό, πρέπει συνάμα νά συγχωρέσουμε καί τούς ἄλλους πού μᾶς πρόσβαλαν καί νά ζητήσουμε συγγνώμη ἀπό κείνους πού ἀδικήσαμε. Καί τό ἕνα καί τό ἄλλο εἶναι πολύ δύσκολα. Μᾶς εἶναι εὐκολώτερο νά ζητᾶμε συγγνώμη ἀπό τόν Θεό, γιατί κατά κάποιο τρόπο μᾶς τό ἐπιβάλλει τό μεγαλεῖο του καί χωρίς θεωρητική δυσκολία ἀναγνωρίζουμε τήν ἐξάρτησή μας ἀπ᾽ Αὐτόν ‒ δέν μιλῶ γιά τούς ἄπιστους ἀλλά γιά τούς πιστούς. Ἀντίθετα, εἶναι πολύ δύσκολο, ἀκόμα καί γιά τούς πιστούς, νά ἀποφύγουμε νά περιφρονήσουμε τούς ἀνθρώπους πού δέν μᾶς ἐπιβάλλονται μέ τό ὁρατό μεγαλεῖο τους.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ [:Ματθ.6,14-21] ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

                        

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ [:Ματθ. 6,14-21]

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

[...] Ἔπειτα, ὅπως εἶπα παραπάνω, θέλοντας ὁ Κύριος νὰ δείξει ὅτι περισσότερο ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη ἀποστρέφεται καὶ μισεῖ τὴ μνησικακία καὶ πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅλα ἐπιδοκιμάζει τὴν ἀρετὴ τῆς συγχωρητικότητας ποὺ εἶναι ἀντίθετη στὴν κακία αὐτή, καὶ ἀμέσως μετὰ τὴν παράδοση τῆς Κυριακῆς προσευχῆς, ὑπενθύμισε πάλι τὸ κατόρθωμα αὐτό, ὁδηγῶντας τὸν ἀκροατὴ στὴν τήρηση τῆς ἐντολῆς αὐτῆς καὶ μέσῳ τῆς ἐπικείμενης τιμωρίας ἀπὸ τὴν παράβασή της καὶ μέσῳ τῆς καθορισμένης ἀμοιβῆς ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ σὲ αὐτήν. «Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν (:Πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχετε ὑπόψη σας ὅτι, ἂν καὶ ἐσεῖς συγχωρεῖτε μὲ ὅλη σας τὴν καρδιὰ τὰ ἁμαρτήματα ποὺ ἔκαμαν σὲ σᾶς οἱ ἄλλοι)», λέγει, «ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος (:καὶ ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος θὰ συγχωρήσει τὰ δικά σας ἁμαρτήματα)· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν (:ἐὰν ὅμως δὲν δώσετε συγχώρηση στοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὰ ἁμαρτήματά τους ἀπέναντι σὲ σᾶς, τότε οὔτε ὁ Πατέρας σας θὰ συγχωρήσει τίς δικές σας ἁμαρτίες πρὸς Αὐτόν)» [Ματθ. 6,14-15].

Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν πάλι ἀνέφερε τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸν Πατέρα, ὥστε καὶ μὲ αὐτὰ νὰ συγκρατήσει τὸν ἀκροατή, ἐὰν ἐπρόκειτο, μολονότι κατάγεται ἀπὸ τέτοιον Πατέρα, νὰ μεταβληθεῖ σὲ θηρίο καί, παρὰ τὴν κλήση του στὸν οὐρανό, νὰ ἔχει φρόνημα γήινο, βιοτικὸ καὶ ὑλιστικό· διότι δὲν πρέπει βέβαια νὰ γίνουμε παιδιὰ Του διὰ τῆς χάριτος μόνο, ἀλλὰ καὶ μὲ τίς πράξεις μας. Καὶ τίποτε δὲν μᾶς ἐξομοιώνει τόσο μὲ τὸν Θεό, ὅσο τὸ νὰ παρέχουμε τὴ συγγνώμη μας στοὺς πονηροὺς καὶ σὲ ὅσους μᾶς ἀδικοῦν· ὅπως ἀκριβῶς λίγο πρωτύτερα εἶχε διδάξει, ὅταν ἔλεγε ὅτι «ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καθημερινὰ καὶ γιὰ τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἀγαθούς» [Ματθ. 5,45: «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς. ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους (:Ἐγὼ ὅμως σᾶς λέω νὰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας, νὰ εὔχεστε στὸν Θεὸ τὸ καλὸ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ σᾶς καταριοῦνται, νὰ εὐεργετεῖτε ἐκείνους ποὺ σᾶς μισοῦν καὶ νὰ προσεύχεστε γιὰ χάρη ἐκείνων ποὺ σᾶς μεταχειρίζονται ὑβριστικὰ καὶ περιφρονητικὰ καὶ σᾶς καταδιώκουν ἄδικα, ἀκόμη κι ὅταν ὁ διωγμός τους αὐτὸς σᾶς γίνεται γιὰ τίς θρησκευτικές σας πεποιθήσεις. Γιὰ νὰ μοιάσετε ἔτσι καὶ νὰ γίνετε παιδιὰ τοῦ Πατέρα σας ποὺ εἶναι στοὺς οὐρανούς· διότι καὶ Αὐτὸς τὸν ἥλιο, ποὺ εἶναι δικός Του, τον ἀνατέλλει χωρὶς διακρίσεις σὲ πονηροὺς καὶ καλούς, καὶ βρέχει τὴ βροχή Του σὲ δικαίους καὶ ἀδίκους)»].

Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸν καὶ σὲ κάθε αἴτημα τῆς προσευχῆς μας μᾶς προτρέπει νὰ προσευχόμαστε ἀπὸ κοινοῦ γιὰ ὅλους τοὺς συνανθρώπους μας λέγοντας: «Πάτερ ἡμῶν» καὶ «γενηθήτω τὸ θέλημά Σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς·» καὶ «δὸς ἡμῖν τὸν ἄρτον» καὶ «ἂφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν» καὶ «μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν» καὶ «ῥῦσαι ἡμᾶς». Παντοῦ μᾶς παροτρύνει νὰ χρησιμοποιοῦμε πάντοτε τὸν πληθυντικὸ ἀριθμό, γιὰ νὰ μὴν ἔχουμε ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ μας οὔτε ἴχνος ὀργῆς. Γιὰ πόση λοιπὸν τιμωρία θὰ ἦταν ἄξιοι, ὅσοι ἔπειτα ἀπὸ ὅλα αὐτά, ὄχι μόνο δὲν συγχωροῦν οἱ ἴδιοι τοὺς συνανθρώπους τους, ἀλλὰ ἐπικαλοῦνται καὶ τὸν Θεὸ νὰ τοὺς βοηθήσει νὰ ἐκδικηθοῦν τοὺς ἐχθρούς τους καὶ ἐκτελοῦν μὲ διαμετρικὰ ἀντίθετο τρόπο τὸν νόμο αὐτὸ καὶ μάλιστα τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Θεὸς κάνει τὸ πᾶν καὶ χρησιμοποιεῖ κάθε μέσο, ὥστε νὰ μὴν ἐρχόμαστε σὲ συγκρούσεις μεταξύ μας;

Ἐπειδή, δηλαδή, ρίζα ὅλων τῶν ἀγαθῶν εἶναι ἡ ἀγάπη, ἀφανίζοντας ὅλα ὅσα τὴν φθείρουν, ἀπὸ κάθε πλευρὰ μᾶς συνενώνει μεταξύ μας καὶ μᾶς συνδέει τὸν ἕνα μὲ τοὺς ἄλλους· διότι δὲν ὑπάρχει κανένας, πραγματικὰ δὲν ὑπάρχει κανένας, οὔτε πατέρας, οὔτε μητέρα, οὔτε φίλος, οὔτε ὁποιοσδήποτε ἄλλος ποὺ νὰ μᾶς ἔχει ἀγαπήσει τόσο, ὅσο μᾶς ἀγάπησε ὁ Θεὸς ποὺ μᾶς δημιούργησε. Καὶ ἡ ἀγάπη αὐτὴ ἀποδεικνύεται πάρα πολὺ ξεκάθαρα καὶ ἀπὸ τίς καθημερινὲς εὐεργεσίες Του, καὶ ἀπὸ τίς ἐντολὲς ποὺ μᾶς δίδει. Ἄν τώρα μοῦ ἀναφέρεις τίς λῦπες καὶ τίς ὀδύνες καὶ τὰ δεινὰ τῆς ζωῆς, σκέψου σὲ πόσα γίνεσαι ἀντίθετος στὸ θέλημά Του καθημερινὰ καὶ δὲν θὰ ἀπορήσεις πλέον ἂν σὲ βροῦν περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ δεινά· πιὸ πολὺ θὰ ἀπορήσεις καὶ θὰ καταπλαγεῖς ἂν δοκιμάσεις καὶ κάποιο καλό. Τώρα ὅμως στὴν περίπτωση τῶν συμφορῶν βλέπουμε αὐτὲς ποὺ θὰ μᾶς βροῦν μελλοντικά, δὲν ἀντιλαμβανόμαστε ὅμως τίς καθημερινὲς παραβάσεις τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἀγωνιοῦμε καὶ ταρασσόμαστε. Μιᾶς ἡμέρας τὰ ἁμαρτήματα ἂν τὰ ὑπολογίζαμε λεπτομερῶς καὶ μὲ ἀκρίβεια, τότε θὰ καταλαβαίναμε καλὰ γιὰ πόσα δεινὰ θὰ ἤμασταν ὑπεύθυνοι.

Καὶ ἀφοῦ παραλείψω τὰ ἄλλα, δηλαδὴ τὰ ἰδιαίτερα πλημμελήματα τοῦ καθενός, ἂς ἀναφέρω ἐνδεικτικὰ αὐτὰ ποὺ γίνονται σήμερα ἐδῶ στὴν ἐκκλησία ποὺ εἴμαστε συγκεντρωμένοι, ἂν καὶ βέβαια δὲν γνωρίζω σὲ ποιό συγκεκριμένο ἁμάρτημα ἔπεσε ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς. Εἶναι ὅμως τόσο μεγάλη ἡ ἀφθονία τῶν πλημμελημάτων μας, ὥστε καὶ ἐκεῖνος ἀκόμη ποὺ δὲν τὰ γνωρίζει ὅλα μὲ ἀκρίβεια, νὰ μπορεῖ νὰ ἀναφέρει μερικὰ ἀπὸ αὐτά. Ποιός λοιπὸν ἀπὸ σᾶς δὲν ἔδειξε ραθυμία κατὰ τὴν προσευχή; Ποιός δὲν ἀπογοητεύθηκε; Ποιός δὲν ἔδειξε κενοδοξία, ποιός δὲν κακολόγησε τὸν ἀδελφό του, οὔτε καὶ δέχθηκε πονηρὴ ἐπιθυμία; Ποιός δὲν ἀπηύθυνε ἀκόλαστα βλέμματα, δὲν θυμήθηκε μὲ μῖσος καὶ ὀργὴ τὸν ἐχθρό του καὶ δὲν ἔκανε τὴν καρδιά του νὰ φουσκώνει ἀπὸ ἐγωισμό;

Περί συγχωρήσεως


                                    Περί συγχωρήσεως

                                   Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης

– Γέροντα, δὲν μπορῶ νὰ συγχωρήσω εὔκολα τοὺς ἄλλους.

– Ἐσὺ δὲν θέλεις νὰ σὲ συγχωρῆ ὁ Χριστός;

– Πῶς δὲν θέλω, Γέροντα;

– Τότε, γιατί κι ἐσὺ δὲν συγχωρεῖς τοὺς ἄλλους; Αὐτὸ πρόσεξέ το πολύ, γιατί στενοχωρεῖ τὸν Χριστό. Εἶναι σὰν νὰ σοῦ χάρισε δέκα χιλιάδες τάλαντα κι ἐσὺ νὰ μὴ θέλεις νὰ χαρίσης στὸν ἄλλον ἑκατὸ δηνάρια. Νὰ λὲς μὲ τὸν λογισμό σου: «Πῶς ὁ Χριστὸς ποὺ εἶναι ἀναμάρτητος μὲ ἀνέχεται συνέχεια, καὶ ἀνέχεται καὶ συγχωρεῖ δισεκατομμύρια ἀνθρώπους, κι ἐγὼ δὲν συγχωρῶ μία ἀδελφή;».

Μία μέρα ἦρθε στὸ Καλύβι ἕνα παιδὶ ποὺ ἤξερα ὅτι εἶχε παρεξηγηθεῖ μὲ κάποιον καί, ἐνῶ ἐκεῖνος τοῦ ζητοῦσε νὰ τὸν συγχωρέση, αὐτὸς δὲν τὸν συγχωροῦσε. Κάποια στιγμή μοῦ λέει: «Κάνε προσευχή, Γέροντα, νά μὲ συγχωρέση ὁ Θεός». «Θὰ κάνω προσευχή, τοῦ λέω, νὰ μὴ σὲ συγχωρέση ὁ Θεός». Ἀλλὰ ἐκεῖνο πάλι μοῦ εἶπε: «Θέλω, Γέροντα, νὰ μὲ συγχωρέση ὁ Θεός». «Ἂν δὲν συγχωρέσης, εὐλογημένε, ἐσὺ τοὺς ἄλλους, τοῦ εἶπα τότε, πῶς θὰ σὲ συγχωρέση ἐσένα ὁ Θεός;».

Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς: Ὁμιλία εἰς τὴν Ε΄ Κυριακὴν τῶν νηστειῶν

               


Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς

Εἰς τό Ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἰδού ἡ πέμπτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Κυριακή [πού σφραγίζει τήν ἑβδομάδα] τῶν μεγάλων ἀγρυπνιῶν καί τῶν μεγάλων ἀσκήσεων, τήν ἑβδομάδα τῶν μεγάλων θρήνων καί ἀναστεναγμῶν, ἡ Κυριακή τῆς πιό μεγάλης μεταξύ τῶν ἁγίων γυναικῶν Ἁγίας, τῆς ὁσίας μητρός ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας…

Σαράντα ἑπτά χρόνια ἔκανε στήν ἔρημο, καί ὁ Κύριος τῆς ἔδωσε ἐκεῖνο πού σπάνια δίνει σέ κάποιον ἀπό τούς Ἁγίους. Χρόνια ὁλόκληρα δέν γεύθηκε ψωμί καί νερό. Στήν ἐρώτησι τοῦ ἀββᾶ Ζωσιμᾶ ἐκείνη ἀπάντησε: «Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» (Ματθ. δ΄ 4). Ὁ Κύριος τήν ἔτρεφε μέ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο καί τήν ὡδηγοῦσε στήν ἐρημητική ζωή, στούς ἐρημητικούς της ἀγῶνες.

Καί ποιό ἦταν τό ἀποτέλεσμα; Ἡ Ἁγία μετέτρεψε τήν κόλασί της σέ παράδεισο! Νίκησε τόν διάβολο καί ἀνέβηκε ψηλά στόν Θεό! Πῶς, μέ τί; Μέ τήν νηστεία καί τήν προσευχή, μέ νηστεία καί προσευχή! Διότι ἡ νηστεία, ἡ νηστεία μαζί μέ τήν προσευχή, εἶναι δύναμις πού νικᾶ τά πάντα. Ἕνας θαυμάσιος ὕμνος τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς λέγει: «ἀκολουθήσωμεν τῷ διά νηστείας ἡμῖν, τήν κατά τοῦ διαβόλου νίκην ὑποδείξαντι, Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν». Μέ τήν νηστεία μᾶς ἔδειξε τήν νίκη κατά τοῦ διαβόλου… Δέν ὑπάρχει ἄλλο ὅπλο, δέν ὑπάρχει ἄλλο μέσον.

Νηστεία! Ἰδού τό μέσον γιά νά νικήσῃς τόν διάβολο, τόν κάθε διάβολο. Παράδειγμα νίκης, ἡ ἁγία Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Τί θεία δύναμις ἡ νηστεία! Νηστεία δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά νά σταυρώνῃς τό σῶμα, νά σταυρώνῃς τό σῶμα, νά σταυρώνῃς ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό σου.

Περί συγχωρήσεως

                                            Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης

– Γέροντα, δὲν μπορῶ νὰ συγχωρήσω εὔκολα τοὺς ἄλλους.

– Ἐσὺ δὲν θέλεις νὰ σὲ συγχωρῆ ὁ Χριστός;

– Πῶς δὲν θέλω, Γέροντα;

– Τότε, γιατί κι ἐσὺ δὲν συγχωρεῖς τοὺς ἄλλους; Αὐτὸ πρόσεξέ το πολύ, γιατί στενοχωρεῖ τὸν Χριστό. Εἶναι σὰν νὰ σοῦ χάρισε δέκα χιλιάδες τάλαντα κι ἐσὺ νὰ μὴ θέλεις νὰ χαρίσης στὸν ἄλλον ἑκατὸ δηνάρια. Νὰ λὲς μὲ τὸν λογισμό σου: «Πῶς ὁ Χριστὸς ποὺ εἶναι ἀναμάρτητος μὲ ἀνέχεται συνέχεια, καὶ ἀνέχεται καὶ συγχωρεῖ δισεκατομμύρια ἀνθρώπους, κι ἐγὼ δὲν συγχωρῶ μία ἀδελφή;».

Μία μέρα ἦρθε στὸ Καλύβι ἕνα παιδὶ ποὺ ἤξερα ὅτι εἶχε παρεξηγηθεῖ μὲ κάποιον καί, ἐνῶ ἐκεῖνος τοῦ ζητοῦσε νὰ τὸν συγχωρέση, αὐτὸς δὲν τὸν συγχωροῦσε. Κάποια στιγμή μοῦ λέει: «Κάνε προσευχή, Γέροντα, νά μὲ συγχωρέση ὁ Θεός». «Θὰ κάνω προσευχή, τοῦ λέω, νὰ μὴ σὲ συγχωρέση ὁ Θεός». Ἀλλὰ ἐκεῖνο πάλι μοῦ εἶπε: «Θέλω, Γέροντα, νὰ μὲ συγχωρέση ὁ Θεός». «Ἂν δὲν συγχωρέσης, εὐλογημένε, ἐσὺ τοὺς ἄλλους, τοῦ εἶπα τότε, πῶς θὰ σὲ συγχωρέση ἐσένα ὁ Θεός;».

Δια της αλληλοσυχωρήσεως απαρξώμεθα το της Νηστείας στάδιον

      

Δια της αλληλοσυχωρήσεως απαρξώμεθα το της Νηστείας στάδιον

Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

Το ευλογημένο στάδιο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής αρχίζει.  «Λιχνευσάμενοι, την πρώτην υπέστημεν γύμνωσιν, ηττηθέντες της πικράς γεύσεως, και του Θεού εξόριστοι γεγόναμεν, αλλ’ επανάγωμεν προς μετάνοιαν», ψάλλουμε την Κυριακή το εσπέρας, πριν την Δευτέρα της Καθαράς.

 Πορευόμενοι το στάδιο τούτο της μετανοίας, είναι απαραίτητη και η αλληλοσυγχώρεση. Από την ευλογημένη πράξη της αλληλοσυγχώρεσης, θα δοθεί η δυνατότητα να πορευθούμε το στάδιο της μετανοίας.

 Αυτός που ζητά  συγχώρεση από τον Ελεήμονα Κύριο, πρωτίστως συγχωρεί τον πταίσαντα σ’ αυτόν αδελφό του.  «Ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών», λέμε στη θεοδίδακτη προσευχή του «Πάτερ ημών». 

Κυριακὴ τῆς συγχώρησης

Anthony Bloom
Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)

Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, καθὼς ἀπόψε ξεκινᾶ ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, μᾶς μιλάει μὲ λόγια θείας ἐλπίδας ἀλλὰ καὶ προειδοποιεῖ: Συγχωρεῖτε ἐκείνους ποὺ σφάλουν ἐνώπιόν σας, συγχωρεῖτε, διότι διαφορετικὰ δὲν θὰ συγχωρηθεῖτε. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι βασιλεία ἀμοιβαίας ἀναγνώρισης, ἀμοιβαίας ἀποδοχῆς καὶ ἀγάπης, στοιχείων ποὺ συμπίπτουν μὲ τὴ χαρὰ τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἑτοιμότητας νὰ σηκώνουμε ὁ ἕνας τὰ βάρη τοῦ ἄλλου.

Νὰ συγχωροῦμε, ἀλλὰ πῶς; Ἀπὸ ποῦ ξεκινᾶ ἡ συγνώμη; Θὰ ἦταν τόσο εὔκολο, πραγματικὰ θαυμάσιο, ἂν ἡ συγνώμη μποροῦσε νὰ ἀρχίσει μὲ μία τέτοια ἀλλαγὴ τῆς καρδιᾶς, ὥστε ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς εἶναι ἀπεχθεῖς νὰ γίνουν ἀγαπητοί, αὐτὰ ποὺ μᾶς πόνεσαν νὰ ξεχαστοῦν καὶ νὰ μποροῦμε νὰ ἀρχίζουμε ἀπ\’ τὴν ἀρχὴ σὰν τίποτε νὰ μὴν ἔχει συμβεῖ.

Κάτι τέτοιο ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ γίνει! Τὸν πόνο τοῦ παρελθόντος τὸν νιώθουμε, δὲν ξεχνιέται, δὲν μποροῦμε ἁπλῶς νὰ ξαναρχίσουμε σὰν νὰ μὴν ὑπῆρξε τίποτε προηγουμένως. Ἀλλὰ τὸ νόημα τῆς συγνώμης δὲν εἶναι αὐτό. Συγνώμη δὲν σημαίνει λήθη· ἡ λήθη δὲν ὁδηγεῖ πουθενά. Ἂν ξεχάσουμε πώς, γιὰ ποιὸ λόγο, κάτω ἀπὸ ποιὲς συνθῆκες, λόγω ποιᾶς ἀδυναμίας, σὲ ποιὸ σημεῖο ἦταν εὐάλωτος ἐκεῖνος ποὺ ἔσφαλε, τότε τὸν ἀφήνουμε ἀπροστάτευτο. Ἐκεῖνος ποὺ ἔκανε τὸ λάθος πρέπει νὰ προστατευθεῖ ἀπὸ ἐνδεχόμενη νέα πτώση. Αὐτὸ ποὺ ἔκανε, οἱ λόγοι καὶ οἱ συνθῆκες τῆς πτώσης του δὲν θὰ πρέπει νὰ ξεχαστοῦν, διότι ἀπὸ δῶ καὶ πέρα ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὴ δική μας στοχαστική, ἀγαπητικὴ μέριμνα, ὥστε νὰ μὴ γλιστρήσει, νὰ μὴν ἁμαρτήσει καὶ πάλι.

Ποιά πρόφαση υπάρχει για την άρνηση συγχώρεσης;


άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: 

«Αν σου πω, νήστεψε πολλές φορές μου προβάλλεις ως δικαιολογία την ασθένεια του σώματος. Αν σου πω, δώσε στους φτωχούς μου λες ότι είσαι φτωχός και έχεις να αναθρέψεις παιδιά. Αν σου πω να έρχεσαι τακτικά στις Συνάξεις της Εκκλησίας, μου λες, έχω διάφορες μέριμνες. Αν σου πω, πρόσεχε αυτά που λέγονται στην Εκκλησία και κατανόησε το βάθος των λόγων του Θεού, μου προβάλλεις ως δικαιολογία την έλλειψη μορφώσεως. Αν σου πω, φρόντισε να βοηθήσεις ψυχικά τον αδελφό σου, μου λες ότι δεν υπακούει όταν τον συμβουλεύω, αφού πολλές φορές του μίλησα και περιφρόνησε τα λόγια μου… Βέβαια, δεν ευσταθούν οι προφάσεις αυτές και όλα αυτά είναι χλιαρά λόγια, αλλά, παρά ταύτα, μπορείς να προφασίζεσαι. 
Αν όμως σου πω, άφησε την οργή και συγχώρεσε τον αδελφό σου, ποιά από τις προφάσεις αυτές μπορείς να χρησιμοποιήσεις;

«ΕΑΝ ΣΥΓΧΩΡΗΣΟΥΜΕ, ΘΑ ΣΥΓΧΩΡΗΘΟΥΜΕ», ΑΝ ΟΧΙ...




Στα χρόνια των διωγμών υπήρχε ένας ιερεύς, ο οποίος λεγόταν Σαπρίκιος. Αυτός ο ιερεύς είχε φίλο ένα λαϊκό χριστιανό, που τον βοηθούσε πολύ. Ήταν πολύ πλησίον του και λεγόταν Νικηφόρος. Ίσως από την πολλή παρρησία, που είχαν μεταξύ τους, ξεπήδησε ένας πειρασμός κι ο ιερεύς σκανδαλίσθηκε πολύ με τον αδελφό και δεν τον συγχωρούσε με τιποτα. Ο Νικηφόρος πήγαινε κατ’ επανάληψιν και του ζητούσε συγγνώμη, αλλά δεν την έπαιρνε από τον ιερέα. Ήταν ο πειρασμός που δεν τον άφηνε.

Κάποια στιγμή συνέλαβε ο ηγεμόνας της επαρχίας εκείνης τον Σαπρίκιο, ως ιερέα του Θεού και Χριστιανό. Τον καλεί ενώπιόν του και τον απειλεί να αρνηθή την πίστι του. Αυτός ωμολογούσε κι έλεγε ότι σε καμμιά περίπτωσι δεν αρνούμαι τον Χριστό μου. Ο τύραννος επέμενε, επέμενε και ο ιερεύς Σαπρίκιος. Άρχισαν τα βασανιστήρια. Ο καλός Νικηφόρος γνωρίζοντας ότι μήτε η ομολογία της πίστεως δεν μπορεί να απαλλάξη τον άνθρωπο από την κόλασι, εάν δεν έχη αγάπη και συγχωρητικότητα, βλέποντας ότι προχωρεί στο μαρτύριο και συγγνώμη δεν παρέχει κατά το Ευαγγέλιο, φοβήθηκε ότι δεν πρόκειται το αίμα του να τον σώση κι έτρεξε στη φυλακή κι έπεσε στα πόδια του κλαίγοντας και ζητώντας συγγνώμη.
- Συγχώρησέ με, πάτερ, σε ό,τι σου έκανα. εγώ φταίω.
- Δεν σε συγχωρώ.

Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου: Ας μάθουμε να συγχωρούμε (π. Αθανάσιος Μυτιληναίος)


[Ματθ. 18, 23-35]

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία μακαριστού γέροντος Αθανασίου Μυτιληναίου που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μονή Κομνηνείου Λαρίσης στις 30-8-1992

Πάντοτε, αγαπητοί μου, στις ανθρώπινες σχέσεις θα υπάρχουν διαφορές. Και πολλές φορές ο ένας θα είναι ο αδικών και ο άλλος ο αδικούμενος. Και ἐν στενῇ και ἐν εὐρείᾳ ἐννοίᾳ. Και τίθεται το ερώτημα: Το πώς θα μπορούν αυτές οι σχέσεις να αποκαθίστανται, πράγμα πολύ αναγκαίον για την ομαλή συνύπαρξη των ανθρώπων. Πώς αλλιώς παρά με την ανεξικακία ή με την αμνησικακία, να μην θυμάται κανείς την κακία του άλλουπου εκφράζονται με την εκ βάθους καρδίας συγχωρητικότητα. Κι αν συμβαίνουν, υποτίθεται, απεριόριστες προστριβές, πόσο μπορεί να ισχύει αυτή η συγχωρητικότητα; Απεριόριστα. Αρκεί φυσικά, ο αδικών, ο πταίων, να ζητά συγνώμη.

Κατά την εβραϊκή αντίληψη, η συγνώμη, έστω και αν εζητείτο, περισσότερο περιορίζετο ωστόσο στις τρεις φορές. Εννοείται την ημέρα. Όχι σε όλη του τη ζωή. Την ημέρα. Και ο Απόστολος Πέτρος κάποτε άκουσε τον Κύριο να λέγει: «᾿Εὰν δὲ ἁμαρτήσῃ εἰς σὲ  ἀδελφός σου, ὕπαγε καὶ ἔλεγξον αὐτὸν· ἐάν σου ἀκούσῃ, ἐκέρδησας τὸν ἀδελφόν σου». Δηλαδή υποτίθεται ότι τον συγχωρείς. Και όχι μόνον αυτό αλλά τον κερδίζεις κιόλας. Και με μεγαλοψυχία ο απόστολος Πέτρος νόμιζε ότι αν ξεπερνούσε το εβραϊκόν όριον -αυτό το οποίον υπήρχε, δεν ήταν γραμμένο στην Παλαιά Διαθήκη, όχι, υπήρχε ως αντίληψις εις τους Εβραίους, ήτο διδασκαλία των Ραββίνων· ερωτά λοιπόν τον Κύριον: «Κύριε, έως επτά φορές εάν αμαρτήση σε μένα ο αδελφός μου, θα τον συγχωρήσω;». Θα επαναλάβω· την ημέρα 7 φορές. Και ο Κύριος του απαντά: «Όχι επτά φορές, όπως νομίζεις, αλλά έως εβδομηκοντάκις επτά». Δηλαδή εβδομήντα φορές το επτά. Δεν είναι 7×7= 49=490. Αλλά σημαίνει: Είπες επτά; Εγώ σου λέω εβδομήντα φορές το επτά. Είναι έκφρασις που δείχνει το απεριόριστον. Όσες φορές και αν αμαρτήσει ο αδερφός σου, κι έρθει και σου ζητήσει συγνώμη, οφείλεις να τον συγχωρήσεις. Προσέξτε. Οφείλεις να τον συγχωρήσεις.

Και για να εδραιώσει ο Κύριος αυτήν την σπουδαιοτάτην ηθικήν θέσιν, που καθορίζει τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ των, είπε την παραβολή των μυρίων ταλάντων και του χρεώστου δούλου, που ακούσαμε, αγαπητοί μου, στη σημερινή ευαγγελική περικοπή.

Πόσο ωφελεί τον άνθρωπο η συγχώρεση

 

Λόγοι περὶ συγχωρήσεως.

Ο Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης λέγει για την συγχώρεση: «“Τότε προσελθών αυτώ ο Πέτρος είπε· Κύριε, ποσάκις αμαρτήσει εις εμέ ο αδελφός μου και αφήσω αυτώ; Έως επτάκις; Λέγει αυτώ ο Ιησούς· ου λέγω σοι έως επτάκις, αλλά έως εβδομηκοντάκις επτά”.

Ο Καρδιογνώστης Κύριος ξέρει ότι οι άνθρωποι είναι υποκείμενοι σε συχνές πτώσεις, αλλά και ότι συχνά μεταμελούνται και σηκώνονται. Γι᾽ αυτό και μας εντέλλεται να συγχωρούμε συχνά τις παραβάσεις τους. Αλλά και ο Ίδιος πρώτος εκπληρώνει τον άγιο λόγο Του. 

Όσες φορές πηγάζει από την καρδιά σου η λέξη μετανοώ, Εκείνος ευθύς σε συγχωρεί».

«Ἐάν γάρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις…ἀφήσει καί ἡμῖν ὁ Πατήρ ἡμῖν ὁ οὐράνιος»

 

Γέροντος Δωροθέου: «Ἐάν γάρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις…ἀφήσει καί ἡμῖν ὁ Πατήρ ἡμῖν ὁ οὐράνιος»

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ

Μελέτη στό εὐαγγελικό ανάγνωσμα

Ὁ Χριστός ὅρισε νά προσευχόμαστε λέγοντας: «ἄφες ἡμῖν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν». Στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα προσθέτει «ἐάν δέ μή ἀφῆτε…οὐδέ ὁ πατήρ ἡμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν» (Ματθ. 6,15). Ἐάν δέν συγχωρήσουμε νά μήν περιμένουμε νά συγχωρηθοῦμε ἀπό τόν Θεό. Ἐάν δέν ἀγαπήσουμε τόν ἐχθρό μας, ὄχι ἁπλῶς νἀ τόν ἀνεχθοῦμε, δέν γνωρίσαμε τόν Χριστό.

Προκειμένου νά φτάσουμε σέ μιά κατάσταση ἐσωτερικῆς γαλήνης, στά βάθη τοῦ ἑαυτοῦ μας εἶναι ἀπαραίτητο νά μάθουμε νά συγχωροῦμε τους ἄλλους, ἀλλά καί νά ζητοῦμε συγνώμη γιά τά δικά μας παραπτώματα, ὅταν ἐμεῖς πληγώνουμε τούς ἄλλους. Ἐκεῖ ἔγκειται καί ἡ μεγάλη σημασία τῆς ἐξομολόγησης: σέ βοηθᾶ νά κατανοήσεις τά βάθη τοῦ εἶναι σου, νά πάψεις νά παίζεις ρόλους καί νά κρύβεσαι ἀκόμη κι ἀπ’ τόν ἑαυτό σου. Ὁ ἄνθρωπος κατά τους Πατέρες δέν γνωρίζει τό «βάθος τῆς καρδίας του», κρύβεται κι ἀπό τόν ἑαυτό του. Ὁ Θεός ὅμως τό γνωρίζει. Ζητώντας τήν συγχώρεση ἀπό τόν Θεό λυτρωνόμαστε, καί ξεκινοῦμε τήν διαδικασία τῆς κάθαρσης προκειμένου νά ἐνοικήσει τό Ἅγιο Πνεῦμα μέσα μας. Σημαντικό τμῆμα τῆς διαδικασίας αὐτῆς εἶναι νά μπορεῖς νά ζητᾶς συγνώμη ἀλλά καί νά συγχωρεῖς.

Η συγγνώμη


Τοῦ Ἀδαμάντιου Τσακίρογλου

Πολλὲς φορὲς μιλοῦμε γιὰ τὴν μετάνοια, τὴν θεία ἐξομολόγηση, τὴν πίστη, τὴν ἀγάπη. Ὅλα αὐτὰ εἶναι πολὺ σημαντικὰ καὶ ἀπαραίτητα, μένουν ὅμως χωρὶς σημασία, ἐὰν δὲν δεχθοῦν τὴν κορωνίδα τῶν πρακτικῶν ἐκφράσεών τους, τὴν συγγνώμη. Ἡ συγγνώμη  εἶναι αὐτὴ ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὴν ἀληθινὴ μετάνοιά μας.
Ἡ συγγνώμη εἶναι ὁ καταπέλτης ποὺ συντρίβει τὸ πανίσχυρο τεῖχος τοῦ ἐγωισμοῦ μας καὶ τὸ παράθυρο, ποὺ φέρνει φῶς καὶ φρέσκο ἀέρα στὴν ψυχή μας. Ἡ συγγνώμη ἀποδεικνύει τὴν πίστη μας καὶ τὴν ἀπεριόριστη προσπάθειά μας νὰ γίνουμε μιμητὲς Χριστοῦ. Τέλος, ἡ συγγνώμη εἶναι αὐτὴ ποὺ ἐπιβεβαιώνει τὴν ἀγάπη μας στὸν Θεό, γιατί ὅπως μᾶς συγχωρεῖ αὐτός, ἔτσι συγχωροῦμε καὶ ἐμεῖς τὴν εἰκόνα του, τοὺς ἀνθρώπους.
Φυσικὰ μέσῳ αὐτῶν τῶν λόγων δὲν ξεχωρίζουμε μεταξὺ αὐτοῦ ποὺ ζητάει καὶ αὐτοῦ ποὺ δίνει συγγνώμη. Καὶ στοὺς δύο τὰ παραπάνω εἶναι κοινά. Καὶ οἱ δύο ἔχουν νὰ πολεμήσουν στὴν ἀρχὴ μὲ τὴν μνησικακία, τὸ πάθος, τὴν κρίση, τὸ τραῦμα ποὺ μπορεῖ νὰ μὴν ἔχει ἀκόμη ἐπουλωθεῖ, τὴν περηφάνεια. Καὶ οἱ δύο, μέσω τῆς συγγνώμης, γίνονται ἀθλητὲς καὶ μιμητὲς Χριστοῦ καὶ λαμβάνουν τὸν στέφανο τῆς νίκης, γεύονται τὸ τί ἐστὶ ἀγάπη, ἐνθυμοῦνται τί σημαίνει Θεοῦ κρίση. Καὶ οἱ δύο ἀποκτοῦν μέσῳ τῆς συγγνώμης τὸ ἀπὸ τὸν Θεὸ δοσμένο δικαίωμα νὰ πάρουν τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα του καὶ ἔτσι νὰ πάρουν ἄφεση ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴ αἰώνια.

«Συγχωρέστε με, και ο Κύριος να σας συγχωρεί»


«Ἔφθασε καιρός...»!

ΗΧΟΣ πλ β΄.
     φθασε καιρός, ἡ τῶν πνευματικῶν ἀγώνων ἀρχή, ἡ κατὰ τῶν δαιμόνων νίκη, ἡ πάνοπλος ἐγκράτεια, ἡ τῶν Ἀγγέλων εὐπρέπεια, ἡ πρὸς Θεὸν παρρησία· δι’ αὐτῆς γὰρ Μωϋσῆς, γέγονε τῷ Κτίστῃ συνόμιλος, καὶ φωνὴν ἀοράτως, ἐν ταῖς ἀκοαῖς ὑπεδέξατο· Κύριε, δι’ αὐτῆς ἀξίωσον καὶ ἡμᾶς, προσκυνῆσαί σου τὰ Πάθη καὶ τὴν ἁγίαν Ἀνάστασιν, ὡς φιλάνθρωπος.

Δοξαστικό των Αίνων Κυριακής της Τυρινής

     Πρὸς συνεργάτες καὶ μή (στὸν ἀγώνα κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ), ποὺ μὲ τὶς πράξεις καὶ τὰ γραπτά μου ἐνόχλησα, ἢ ἀδίκησα, ἢ κατέκρινα, ἢ καθ’ οἱονδήποτε τρόπο ἔβλαψα,

     «συγχωρέστε με, καὶ ὁ Κύριος νὰ σᾶς συγχωρεῖ»!
            Καλή Σαρακοστή, Καλή Ανάσταση

Παναγιώτης Σημάτης