
Η διαφορά μεταξύ καλών ανθρώπων και καλών Χριστιανών

Ποιὰ εἶναι τὰ θανάσιμα καὶ ποιὰ τὰ συγγνωστὰ ἁμαρτήματα

Κάθε θανάσιμο ἁμάρτημα ποὺ διαπράττει ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός, ἂν δὲν θεραπευθεῖ μὲ τὴν πρέπουσα μετάνοια, γίνεται αἰτία αἰώνιου κολασμοῦ του. Θανάσιμα ἁμαρτήματα γιὰ τὸν χριστιανὸ εἶναι ἡ αἵρεση, τὸ σχίσμα, ἡ βλασφημία, ἡ ἐξωμοσία, ἡ ἀπόγνωση, ἡ αὐτοκτονία, ἡ μοιχεία, κάθε παρὰ φύση σαρκικὴ ἁμαρτία, ἡ αἱμομιξία, ἡ μέθη, ἡ ἱεροσυλία, ὁ φόνος, ἡ ληστεία καὶ κάθε μεγάλη, σκληρὴ καὶ ἀπάνθρωπη ἀδικία. Ἀπ’ αὐτές μόνο μία, ἡ αὐτοκτονία, δὲν μπορεῖ νὰ θεραπευθεῖ μὲ τὴ μετάνοια.
Ὅλες, πάντως, θανατώνουν τὴν ψυχή, καθιστώντας τὴν ἀνίκανη νὰ κληρονομήσει τὴν αἰώνια μακαριότητα, ὡς τὴν κάθαρσή της μὲ εἰλικρινῆ μετάνοια. Καὶ μία φορὰ μόνο νὰ πέσει ὁ ἄνθρωπος σὲ κάποια θανάσιμη ἁμαρτία, πεθαίνει ψυχικά. «Γιατί ὅποιος τηρήσει ὅλες τὶς διατάξεις τοῦ θείου νόμου καὶ παραβεῖ μία, θεωρεῖται παραβάτης ὄλου τοῦ νόμου. Ἐκεῖνος, βλέπετε, ποὺ εἶπε «Μὴ μοιχεύσεις», εἶπε καὶ «Μὴ φονεύσεις». Ἄν, λοιπόν, δὲν μοιχεύσεις, ἀλλὰ φονεύσεις, εἶσαι παραβάτης τοῦ νόμου» (Ἰακ. 2:10-11).
Ὅποιος ἁμάρτησε θανάσιμα, ἂς μὴν ἀπελπίζεται. Ἂς καταφύγει στὴ θεραπευτικὴ μετάνοια. Σ’ αὐτὴν τὸν καλεῖ ὡς τὴν τελευταία στιγμὴ τῆς ζωῆς του ὁ Σωτήρας, ποὺ διακηρύσσει μέσ’ ἀπὸ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο: «Ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει σ’ ἐμένα, καὶ ἂν πεθάνει θὰ ζήσει» (Ἰω. 11:26).
Ταπεινοφροσύνη αληθινή και ταπεινοφροσύνη ψεύτικη (Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ)

“Κανείς ας μη σας κατακρίνει, δείχνοντας δήθεν ταπεινοφροσύνη”, λέει ο άγιος απόστολος Παύλος.
Αληθινή ταπεινοφροσύνη είναι η οικείωση του φρονήματος του Χριστού, “ο οποίος, αν και ήταν Θεός, …τα απαρνήθηκε όλα και πήρε μορφή δούλου, έγινε άνθρωπος, και όντας πραγματικός άνθρωπος, ταπεινώθηκε θεληματικά, υπακούοντας μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού”.
Η αληθινή ταπεινοφροσύνη είναι η διάκριση, που αποτελεί δώρο Θεού, ενέργεια της θείας χάριτος στον νου και την καρδιά του ανθρώπου.
Υπάρχει και αυτόβουλη ταπεινοφροσύνη. Αυτή είναι εφεύρημα ψυχής φιλόδοξης, ψυχής πλανεμένης και αυταπατημένης, ψυχής που κολακεύει τον εαυτό της και ζητάει την κολακεία του κόσμου, ψυχής που ολοκληρωτκά προσηλώθηκε στις επίγειες επιτυχίες και απολαύσεις, ψυχής που λησμόνησε την αιωνιότητα και τον Θεό.
Η αυτόβουλη, η επινοημένη, η πλαστή ταπεινοφροσύνη είναι ένα σύνολο αναρίθμητων και ποικίλων τεχνασμάτων, με τα οποία η ανθρώπινη υπερηφάνεια προσπαθεί να υποκλέψει τη δόξα της ταπεινοφροσύνης από τον τυφλωμένο κόσμο, τον κόσμο που αγαπά τα δικά του, τον κόσμο που εγκωμιάζει το ελάττωμα, όταν αυτό καλύπτεται πίσω από το προσωπείο της αρετής, τον κόσμο που μισεί την αρετή, όταν αυτή παρουσιάζεται μπροστά του με τη θεία απλότητά της, με την αγία και σταθερή υποταγή στο Ευαγγέλιο.
Τίποτα δεν είναι τόσο ενάντιο στην ταπείνωση του Χριστού όσο η αυθαίρετη ταπεινοφροσύνη, που απορρίπτει τον ζυγό της υπακοής στον Κύριο και υπηρετεί τον σατανά, φορώντας τον μανδύα της υπηρεσίας του Θεού.
Αν κοιτάζουμε ακατάπαυστα την αμαρτωλότητά μας, αν προσπαθούμε να παρατηρούμε κάθε της όψη, δεν θα βρούμε μέσα μας καμιάν αρετή, ούτε την ταπεινοφροσύνη.
Ἡ διάκριση τῶν λογισμῶν. Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov Ἐπίσκοπος Καυκάσου καί Μαύρης Θάλασσας

Πῶς νὰ προσέχει ὅποιος ζεῖ στὸν κόσμο
Πῶς πρέπει νὰ προσέχει τὸν ἑαυτὸ του ὅποιος ζεῖ μέσα στὸν κόσμο (1)

Ψυχὴ ὅλων τῶν ἀσκήσεων, ποὺ γίνονται γιὰ τὸν Κύριο, εἶναι ἡ προσοχή. Δίχως προσοχή, ὅλες αὐτὲς οἱ ἀσκήσεις εἶναι ἄκαρπες, νεκρές. Ὅποιος ποθεῖ τὴ σωτηρία του πρέπει νὰ μάθει νὰ προσέχει ἄγρυπνα τὸν ἑαυτό του, εἴτε ζεῖ στὴ μόνωση εἴτε ζεῖ μέσα στὸν περισπασμό, ὁπότε καμιὰ φορά, καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλει, παρασύρεται ἀπὸ τὶς συνθῆκες.
Ἂν ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ γίνει τὸ ἰσχυρότερο ἀπ’ ὅλα τ’ ἄλλα αἰσθήματα τῆς καρδιᾶς, τότε πιὸ εὔκολα θὰ προσέχουμε τὸν ἑαυτό μας, τόσο στὴν ἡσυχία τοῦ κελιοῦ μας ὅσο καὶ μέσα στὸν θόρυβο ποὺ μᾶς κυκλώνει ἀπὸ παντοῦ.
Στὴ διατήρηση τῆς προσοχῆς πολὺ συμβάλλει ἡ συνετὴ μετρίαση τῆς τροφῆς, ποὺ μειώνει τὴ θέρμη τοῦ αἵματος. Ἡ αὔξηση αὐτῆς τῆς θέρμης ἀπὸ τὰ πολλὰ φαγητά, ἀπὸ τὴν ἔντονη σωματικὴ δραστηριότητα, ἀπὸ τὸ ξέσπασμα τῆς ὀργῆς, ἀπὸ τὸ μεθύσι τῆς κενοδοξίας καὶ ἀπὸ ἄλλες αἰτίες προκαλεῖ πολλοὺς λογισμοὺς καὶ φαντασιώσεις, δηλαδὴ τὸν σκορπισμὸ τοῦ νοῦ. Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι πατέρες σ’ ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ προσέχει τὸν ἑαυτὸ του συστήνουν πρὶν ἀπ’ ὅλα τὴ μετρημένη, διακριτικὴ καὶ διαρκῆ ἐγκράτεια ἀπὸ τὶς τροφὲς (2).
Ὅταν σηκώνεσαι ἀπὸ τὸν ὕπνο πρόκειται γιὰ μιὰ προεικόνιση τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ποὺ περιμένει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους—, νὰ κατευθύνεις τὶς σκέψεις σου στὸν Θεό. Νὰ προσφέρεις σὰν θυσία σ’ Ἐκεῖνον τοὺς πρώτους καρποὺς τῆς λειτουργίας τοῦ νοῦ σου, ὅταν αὐτὸς δὲν ἔχει ἀκόμα προσλάβει καμιὰ μάταιη ἐντύπωση.
Είναι δυνατή η σωτηρία για τους ετερόδοξους και τους αιρετικούς;
Ένα κείμενο που δίνει απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα πιστών, που με αυτά που βλέπουν και ακούν, δεν ξέρουν πια τί να πιστέψουν και αποδεικνύει, πόσο οι σημερινοί οικουμενιστές (αλλά και οι δειλοί σιγονταριστές) ποιμένες έχουν ξεφύγει από την Πίστη της Εκκλησίας.
Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ
(Αχρονολόγητη Επιστολή σε κάποιον γνωστό του)
Αξιοδάκρυτον θέαμα αληθώς είναι
οι Χριστιανοί οι οποίοι δεν κατανοούν την ουσίαν της χριστιανικής πίστεως. Ένα
θέαμα πού μαρτυρείται σχεδόν παντού εις τάς ημέρας μας. Είναι σπάνιον να
παρηγορήση κανείς τους οφθαλμούς του από ένα αντίθετο φαινόμενο. Βλέποντας το
πλήθος των λεγομένων «χριστιανών» σπανίως διακρίνει το βλέμμα σου κατ' όνομα
και κατ' έργον αληθινόν χριστιανόν.
Παρουσιάζω τώρα την έρώτησί σας:
«Διατί δεν δύνανται οι ειδωλολάτραι - αλλόθρησκοι και άπιστοι, Μουσουλμάνοι
και οι λεγόμενοι αιρετικοί να σωθούν;». Γράφετε ότι «ανάμεσα τους υπάρχουν
πολλοί καλοί άνθρωποι. Εάν απεστέλαμεν εις την απώλεια τόσο καλούς ανθρώπους
αυτό θα ήτο εναντίον εις το έλεος του Θεού... ναί πράγματι μιά τέτοια σκέψις
είναι εναντία στην κοινήν αντίληψιν. Οι αιρετικοί εν τούτοις δεν είναι λιγότερο
χριστιανοί. Λογίζοντας τον εαυτόν σας σεσωσμένο και τα μέλη μιας διαφορετικής
πίστεως να είναι στην απώλεια είναι παραφροσύνη και άκρα υπεροψία».
Θα προσπαθήσω να απαντήσω με
ολίγα λόγια χωρίς να φθαρή η σαφήνεια της εξηγήσεως λόγω μακρυλογίας.
Χριστιανοί μου! Μυθολογείτε γύρω από
τήν σωτηρία αγνοούντες αυτήν και τον λόγο διά τον οποίον ο
κόσμος έχει ανάγκην σωτηρίας και τελικά εσείς οι ίδιοι δεν γνωρίζετε τον
Χριστόν ο οποίος είναι ο Μόνος διά του όποιου αποκτούμεν τήν σωτηρίαν. Ιδού
λοιπόν η αληθινή διδασκαλία επί του προκειμένου, η διδασκαλία της Αγίας και
Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας. Η σωτηρία συνίσταται εις τήν
επιστροφήν του ανθρώπου εις ένωσιν με τον Θεόν. Αυτή η ενωσις ήτο χαμένη από
όλο το ανθρώπινον γένος διά μέσου της πρώτης πτώσεως των προπατόρων μας.
Έκτοτε η κοινή «μοίρα» όλων των
ανθρώπων είναι η απώλεια ευσεβών και ασεβών, δικαίων και αδίκων. Συνελήφθημεν
εν ανομίαις και εγεννήθημεν εν αμαρτίαις συμφώνως με τον ψαλμωδόν και ο
Πατριάρχης Ιακώβ όσον αφορά τον εαυτόν του και τον αγνό και σώφρονα υιόν του
Ιωσήφ λέγει: «Καταβήσομαι προς τον Υιόν μου πενθών εις Άδου» (γεν λς' 33). Οί
άνθρωποι μετά το πέρασμα τους επί της γης, κατέβαιναν εις τον Άδην όχι μόνον οί
αμαρτωλοί αλλά ακόμη και οί δίκαιοι της περιόδου της Παλαιάς Διαθήκης.
Αυτή ήταν η δύναμις των καλών
έργων της ανθρωπότήτος. Αυτή ήτο η αξία των αρετών της ξεπεσμένης μας φύσεως.
Διά να επανέλθη η απωλεσθείσα ενωσις του ανθρώπου με τον Θεόν διά τήν σωτηρίαν
του άνθρώπου ήτο αναγκαία η εξαγορά, η απολύτρωσις. Η λύτρωσις του ανθρωπίνου
γένους δεν επετελέσθη από Άγγελον η Αρχάγγελον ή από κάποιο άλλο ανώτερο όν
κτιστόν και επομένως περιωρισμένον. Η σωτηρία έπετελέσθη από τον ίδιο
τον απεριόριστον Θεόν. Η τιμωρία του Άδου η μερίδα της ανθρωπότήτος κατηργήθηκε
και αντικατεστάθη διά μέσου της του Χριστού καταδίκης. Η έλλειψις της
ανθρωπίνης αξίας συνεπληρώθη με την δική του άπειρον αξίαν.
Ό,τι ήτο αδύνατον να κατορθώσει
το ανθρώπινον γένος με όλα τα καλά έργα εν τούτοις όμως τόσο αδύναμα ώστε
κατέβαινεν με αυτά εις τόν Αδην, κατωρθώθη δι ενός δυναμικού έργου. Διά της
πίστεως εις τον Κύριον μας Ίησούν Χριστόν. Οί Ιουδαίοι ηρώτουν τον Κύριον,
και ο Κύριος τους απαντούσε: «είπον ούν προς Αυτόν τι ποιώμεν ίνα έργαζώμεθα τα
έργα του Θεού; απεκρίθη Ιησούς και είπεν αύτοίς· τούτο εστίν το έργον του Θεού,
ίνα πιστεύσητε εις ον απέστειλε εκείνος. (Ίωάν. στ' 28-29).
Εν λοιπόν καλόν έργον είναι αναγκαίον διά την σωτηρίαν μας - ΠΙΣΤΙΣ -.
Ποτὲ δὲν θὰ τὸν συγχωρήσω
Μνησικακία
Στὴν Λαύρα τῶν Σπηλαίων του Κιέβου ζοῦσαν δύο μοναχοί, ὁ ἱερομόναχος Τίτος καὶ ὁ διάκονος Εὐάγριος. Ἦταν φίλοι. Καὶ ὁμόφρονες. Ἡ μεταξύ τους ἀγάπη ἦταν παράδειγμα. Οἱ ἄλλοι ἀδελφοί, ποὺ τοὺς ἔβλεπαν, ὠφελοῦντο, οἰκοδομοῦνταν καὶ τοὺς θαύμαζαν.
Ὅμως ὁ ἐχθρὸς κάθε καλοῦ, συνηθισμένος νὰ σπέρνει ζιζάνια ἀνάμεσα στὸ σιτάρι καὶ νὰ μεταμορφώνει τὸ σιτάρι σὲ ζιζάνια, τότε ποὺ οἱ ἄνθρωποι κοιμοῦνται, δηλαδὴ τότε ποὺ δὲν παρακολουθοῦν μὲ προσοχὴ τὴν πνευματική τους πορεία, καὶ δὲν φοβοῦνται μήπως τοὺς «κλέψει» ὁ διάβολος, μὲ τὸ νὰ θεωρήσουν τὴν ἀγάπη τους δεδομένη καὶ ἀναφαίρετη, προσωπικό τους ἀπόκτημα καὶ ἐπίτευγμα, τὴν μετέβαλαν σὲ ἔχθρα. Καὶ τόσο ξεχύθηκαν ὁ Τίτος καὶ ὁ Εὐάγριος, ὁ ἕνας ἐναντίον τοῦ ἄλλου, ὥστε δὲν μποροῦσαν πιά, οὔτε νὰ κοιτάζει ὁ ἕνας τὸν ἄλλον στὰ μάτια.
Οἱ ἀδελφοί τους παρεκάλεσαν πολλὲς φορὲς νὰ συμφιλιωθοῦν. Μὰ αὐτοὶ δὲν ἤθελαν, οὔτε λέξη νὰ ἀκούσουν γιὰ συμφιλίωση.
Πέρασε πολὺς καιρός. Ὁ ἱερομόναχος Τίτος ἀρρώστησε βαριά. Ἡ ἀρρώστια ἦταν τόσο δύσκολη καὶ βαριά, ὥστε ὅλοι ἀπογοητεύθηκαν, ἂν θὰ γινόταν καλά. Τότε ἄρχισε νὰ κλαίει πικρὰ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Καὶ ἔστειλε κάποιον στὸν διάκονο Εὐάγριο, ζητῶντας του νὰ τὸν συγχωρήσει, παίρνοντας μὲ πολλὴ ταπείνωση πάνω του ὅλη τὴν εὐθύνη. Ἐκεῖνος ὅμως ὄχι μόνο δὲν δέχθηκε νὰ τὸν συγχωρήσει, ἀλλὰ καὶ ξεστόμισε εἰς βάρος τοῦ ἱερομόναχου πολλὰ ἄσχημα λόγια- ἀκόμη καὶ κατάρες. Οἱ ἀδελφοὶ βλέποντας τὸν παπα-Τίτο νὰ πεθαίνει, ἐπῆραν τὸν διάκο-Ευάγριο καὶ τὸν πῆγαν κοντά του μὲ τὸ ζόρι, γιὰ συμφιλίωση. Ὁ ἄρρωστος, ὅταν τὸν εἶδε νὰ πηγαίνει πρὸς τὸ μέρος του σηκώθηκε, κατέβηκε ἀπὸ τὸ κρεβάτι, τὸν προσκύνησε καὶ ἀφοῦ ἀγκάλιασε τὰ πόδια του, τοῦ εἶπε:
Εγρήγορση και περισπασμός..

Εἶναι ἀναγκαίο νὰ διαβάζουμε τοὺς Πατέρες

Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov
Ἐπίσκοπος Καυκάσου καί Μαύρης Θάλασσας
Οἱ συναναστροφὲς καὶ ἡ κοινωνία ἔχουν μεγάλη ἐπίδραση ἐπάνω στoὺς ἀνθρώπους. Τὸ πλησίασμα καὶ ἡ σχέση μὲ ἕνα διδάσκαλο φέρνει πoλλὴ ἐπιστήμη, ἡ συναναστροφὴ μὲ ἕνα ποιητὴ –φέρνει πὸλλὲς σκέψεις καὶ ὑψηλὰ αἰσθήματα, ὁ συγχρωτισμὸς μὲ ἕνα ταξιδιώτη φέρνει πoλλὲς γνώσεις γιὰ τὶς ξένες χῶρες, γιὰ τὶς συνήθειες καὶ τὰ ἔθιμα ἄλλων λαῶν.
Εἶναι φανερὸ ὅτι τὸ πλησίασμα καὶ ἡ συναναστροφὴ μὲ ἕνα ἅγιο φέρνει ἁγιοσύνη. «Μετὰ ὁσίου ὅσιος ἔση καὶ μετὰ ἀνδρὸς ἀθώου ἀθῶος ἔση, καὶ μετὰ ἐκλεκτοῦ ἐκλεκτὸς ἔση» (Ψς 17, 26-27).
Γνώρισε λοιπὸν μὲ τοὺς ἁγίους ἤδη ἀπὸ τώρα, κατὰ τὴν περίοδο αὐτῆς τῆς ἐπίγειας ζωῆς, περίοδο τὴν ὁποία ἡ ἁγία Γραφὴ δὲν τὴν ὀνομάζει κἂν «ζωή», ἀλλὰ «περιπλάνηση»… Θέλεις στὸν οὐρανὸ νὰ συγκαταλεχθεῖς στὴν συνοδεία τους, θέλεις νὰ συμμερίζεσαι τὴν μακαριότητά τους; Γίνε τότε ἀπὸ τώρα συμμέτοχός τους. Καὶ τότε, ὅταν θὰ βγεῖς ἀπὸ τὴν οἰκία τοῦ σώματός σου, αὐτοὶ θὰ σὲ ὑπαντήσουν ὡς κάποιο γνωστό, ὡς ἕναν φίλο (Λκ 16, 9).
Δὲν ὑπάρχει στενότερη φιλία, δὲν ὑπάρχει στενότερος σύνδεσμος ἀπὸ τὸ σύνδεσμο τῆς νοητικῆς ἑνώσεως, τῆς τῶν αἰσθημάτων ἑνώσεως, τῆς ἑνώσεως τῶν σκοπῶν (Ἃ΄ Κόρ. 1, 10).
Τὸ ποτήριο τοῦ Χριστοῦ

Δύο ἀγαπημένοι μαθητές ζήτησαν ἀπό τόν Κύριο θρόνους δόξης
– Αὐτός τούς ἔδωσε τό Ποτήριό Του (Μτ. κ΄, 23).
Τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ εἶναι οἱ ὀδύνες.
Σέ ὅσους τό πίνουν ἐδῶ στή γῆ, τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ ὑπόσχεται μετοχή στή Βασιλεία τῆς χάρης τοῦ Χριστοῦ. Προετοιμάζει γι’ αὐτούς τίς καθέδρες τῆς ἐπουράνιας αἰώνιας δόξης.
Στεκόμαστε σιωπηλοί μπροστά στό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ , δέν μπορεῖ κανείς οὔτε νά παραπονεθεῖ γι’ αὐτό, οὔτε νά τό ἀπορρίψει γιατί Αὐτός πού μᾶς ἔδωσε ἐντολή νά τό γευτοῦμε, πρῶτος ὁ Ἴδιος τό ἤπιε.
Ὦ, δέντρο τῆς γνώσης τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ ! Σκότωσες τούς προγόνους μας στόν Παράδεισο, τούς ἐξαπάτησες μέ τήν πλάνη τῆς σαρκικῆς ἀπόλαυσης καί τήν πλάνη τῆς λογικῆς. Ὁ Χριστός, ὁ Λυτρωτής τῶν πεπτωκότων, ἔφερε τό Ποτήριο τῆς σωτηρίας σ’ αὐτόν τόν κόσμο, στούς πεπτωκότες καί ἐξόριστους ἀπό τόν Παράδεισο. Ἡ πίκρα αὐτοῦ τοῦ Ποτηρίου καθαρίζει τήν καρδιά ἀπό τήν ἀπαγορευμένη, καταστροφική καί ἁμαρτωλή ἀπόλαυση μέσω τῆς ταπείνωσης πού ρέει ἀπ’ αὐτό μέ ἀφθονία, νεκρώνεται ἡ ἔπαρση ἀπό τή γνώση σέ σαρκικό ἐπίπεδο. Γι’ αὐτόν πού πίνει ἀπό τό Ποτήριο μέ πίστη καί ὑπομονή, ἡ αἰώνιος ζωή, πού ἔχασε δοκιμάζοντας τόν ἀπαγορευμένο καρπό, ἐπανακτᾶται.
«Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι» (Ψ. 115, 4)
Ἡ συνείδηση
ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου, αἴσθηση λεπτὴ καὶ φωτεινή, ποὺ ξεχωρίζει τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό.
Ἡ αἴσθηση αὐτὴ ξεχωρίζει τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακὸ πιὸ καθαρὰ ἀπ’ ὅσο ὁ νοῦς. Πιὸ δύσκολο εἶναι νὰ παραπλανήσει κανεὶς τὴ συνείδηση παρὰ τὸν νοῦ. Καὶ τὸν πλανεμένο νοῦ, ποὺ τὸν ὑποστηρίζει τὸ φιλάμαρτο θέλημα, γιὰ πολὺν καιρὸ τὸν ἀντιμάχεται ἡ συνείδηση.
Ἡ συνείδηση εἶναι ὁ φυσικὸς νόμος(1). Ἡ συνείδηση χειραγωγοῦσε τὸν ἄνθρωπο πρὶν τοῦ δοθεῖ ὁ γραπτὸς νόμος. Ἡ μεταπτωτικὴ ἀνθρωπότητα βαθμιαῖα οἰκειώθηκε ἕναν λαθεμένο τρόπο σκέψεως γιὰ τὸν Θεό, τὸ καλὸ καὶ τὸ κακό. Ἡ λαθεμένη σκέψη ἐπηρέασε, φυσικά, καὶ τὴ συνείδηση. Ἔτσι, ὁ γραπτὸς νόμος ἀποτέλεσε ἀναγκαιότητα γιὰ τὴ χειραγώγηση τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀληθινὴ θεογνωσία καὶ τὴ θεοφιλή διαγωγή.
Ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ἐπισφραγισμένη μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα, θεραπεύει τὴ συνείδηση ἀπὸ τὴν κακὴ προδιάθεση (2) μὲ τὴν ὁποία τὴ δηλητηρίασε ἡ ἁμαρτία. Ἡ ὀρθὴ λειτουργία τῆς συνειδήσεως ἀποκαθίσταται, ἐνισχύεται καὶ σταθεροποιεῖται μὲ τὴν τήρηση τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ.
Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Γιὰ τὴν πτώση τῶν ἀγγέλων
Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov
Τί εἶναι τὰ πονηρὰ πνεύματα;
Πονηρὰ πνεύματα εἶναι οἱ ἐκπεσόντες ἄγγελοι. Ὁ Θεός τους δημιούργησε μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους ἀγγέλους. Τοὺς δημιούργησε καὶ αὐτοὺς ἀμώμητους, ἀγαθούς, ἁγίους. Καὶ τοὺς ἔδωσε ἄφθονα φυσικὰ καὶ πνευματικὰ χαρίσματα. Ὅμως οἱ ἄγγελοι αὐτοὶ ἔπεσαν σὲ ἔπαρση. Καὶ σκοτίσθηκαν! Θεώρησαν τὶς ἱκανότητες, ποὺ τοὺς εἶχε δώσει ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, ἰδιότητες δικές τους! Προτερήματα προσωπικὰ, δικά τους! Ἔτσι ξεχώρισαν τὸν ἑαυτό τους ἀπὸ τὰ ἄλλα πλάσματα τοῦ Θεοῦ. Φαντάσθηκαν, ὅτι δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ τὸ Θεό, ὅτι εἶναι αὐθύπαρκτοι.
Ξέχασαν, ὅτι ἦσαν δημιουργήματα! Καὶ μὲ τὸ ἄθλιο αὐτὸ σκεπτικὸ, ποδοπάτησαν τὶς ἱερὲς ὑποχρεώσεις τους ἔναντι τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ.
Στὴ φίλαυτη αὐτὴ καὶ καταστρεπτικὴ τοποθέτησή τους παρασύρθηκαν ἀπὸ ἕναν ἀρχάγγελο, ἕναν ἀπὸ τοὺς σπουδαιότερους ἀγγέλους, ποὺ ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ τὸν ὀνομάζει Χερουβείμ. Καὶ ὅλοι συμφωνοῦν, ὅτι ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς κορυφαίους ἀγγέλους. Τὸ Χερουβεὶμ λοιπὸν αὐτὸ, τόσο πολὺ βυθίστηκε στὴ φιλαυτία καὶ στὴν ἔπαρση, ὥστε φαντάσθηκε τὸν ἑαυτό του ἴσο μὲ τὸ Θεό, στράφηκε ἀπροκάλυπτα ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ἔγινε ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ, παθιασμένος ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ.
Εγρήγορση και περισπασμός

Τὰ ὅπλα τοῦ Χριστιανοῦ στὸν πνευματικό ἀγώνα
Τὸ περιστρεφόμενο πύρινο ξίφος ποὺ ἔχει στὸ χέρι του ὁ ἄρχοντας τοῦ ἀέρα, εἶναι, σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνεία τοῦ ὁσίου Μακαρίου του Μεγάλου, (1) ἡ δυνατότητα τῶν δαιμόνων νὰ περιστρέφουν τὴ διάνοια καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, σαλεύοντας καὶ φλογίζοντάς τες μὲ ποικίλα πάθη. Ὁ ἀπόστολος κάνει λόγο γιὰ «τὰ φλογισμένα βέλη τοῦ πονηροῦ» (Ἐφ. 6:16), ἐνῶ ὁ προφήτης παρομοιάζει τὴν ἐπενέργεια τοῦ διαβόλου στὴν ψυχὴ μὲ «τὴ φωτιὰ ποὺ καίει τ’ ἀγκάθια» (Ψαλμ. 117:12).
Ὁ ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος γράφει: «Ἀπὸ τότε ποὺ ἔκανε τὸν ἄνθρωπο νὰ ἐξοριστεῖ, ἐξαιτίας τῆς παρακοῆς του, ἀπὸ τὸν παράδεισο καὶ τὸν Θεό, ὁ διάβολος μὲ τοὺς δαίμονες ἔχει τὴ δυνατότητα νὰ σαλεύει νοητὰ μέρα καὶ νύχτα τὸ λογιστικὸ κάθε ἀνθρώπου, ἄλλου λίγο, ἄλλου πολὺ καὶ ἄλλου πιὸ πολύ. Καὶ τὸ λογιστικὸ δὲν μπορεῖ νὰ ὀχυρωθεῖ διαφορετικά, παρὰ μὲ τὴν ἀκατάπαυστη μνήμη τοῦ Θεοῦ. Ἄν, δηλαδή, μὲ τὴ δύναμη τοῦ σταυροῦ ἐντυπωθεῖ στὴν καρδιὰ ἡ θεία μνήμη, θὰ στερεώσει καὶ θὰ κάνει ἀκλόνητο τὸ λογιστικό. Σ’ αὐτὸν τὸν σκοπὸ ὁδηγεῖ ὁ νοητὸς ἀγώνας, στὸν ὁποῖο κάθε χριστιανὸς ἀποδύθηκε νὰ ἀγωνιστεῖ μέσα στὸ στάδιο τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ• ἀλλιῶς θ’ ἀγωνιστεῖ μάταια». (2)
Ἡ ἐντολὴ ποὺ δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ἀφορᾶ ὄχι μόνο τὰ ἔργα καὶ τὰ λόγια, ἀλλὰ κυρίως τὴν πηγὴ καὶ τὴν αἰτία τους, τοὺς λογισμούς. Γι’ αὐτὸ ὁ ἐχθρὸς πολεμάει πρώτιστα τὸν νοῦ. Ἄν, λοιπόν, ὁ νοῦς, ποὺ ἡγεμονεύει στὶς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, δὲν συγκατατεθεῖ στὴν ἁμαρτία, δὲν μποροῦν νὰ γεννηθοῦν οὔτε λόγια οὔτε ἔργα ἁμαρτωλά.
Τὸ ὅπλο τοῦ ἐχθροῦ εἶναι ἡ σκέψη καὶ ἡ φαντασίωση τῆς ἁμαρτίας. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ παλεύει ἐναντίον τῶν πονηρῶν ἐναερίων πνευμάτων μέσα στὸν χῶρο τοῦ νοῦ. Ἐκεῖ θὰ νικήσει ἢ θὰ νικηθεῖ. Ἐκεῖ θὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ τελώνια ἢ θὰ ὑποταχθεῖ σ’ αὐτά. Ἐκεῖ θὰ ἀποφασιστεῖ ἡ αἰώνια κατάστασή του. Ὁ ἴδιος θὰ διαλέξει ἐλεύθερα εἴτε τὴν αἰώνια ζωή, ποὺ τοῦ χαρίστηκε πρῶτα ἀπὸ τὸν Πλάστη κι ἔπειτα ἀπὸ τὸν Λυτρωτή του, εἴτε τὸν αἰώνιο θάνατο, ποὺ προαναγγέλθηκε ἤδη στὸν παράδεισο ἀπὸ τὸν δίκαιο Θεὸ ὡς συνέπεια τῆς παραβάσεως τῆς εὐεργετικῆς ἐντολῆς Του.
Σ’ αὐτὴ τὴ μεγάλη καὶ πολὺ κρίσιμη πάλη μᾶς καλεῖ ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν λέει: «Ντυθεῖτε μὲ τὴν πανοπλία ποὺ δίνει ὁ Θεός, γιὰ νὰ μπορέσετε ν’ ἀντιμετωπίσετε τὰ τεχνάσματα τοῦ διαβόλου. Γιατί δὲν ἔχουμε νὰ παλέψουμε μὲ ἀνθρώπους ἀλλὰ μὲ ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες, δηλαδὴ μὲ τοὺς κυρίαρχούς του σκοτεινοῦ τούτου κόσμου, τὰ πονηρὰ πνεύματα, ποὺ βρίσκονται ἀνάμεσα στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανὸ» (Ἐφ. 6:11-12).
Ὁ ἴδιος ἀπόστολος ἀναφέρει καὶ τὸν χῶρο αὐτῆς τῆς φοβερῆς πάλης καὶ τὸ εἶδος τῶν ὅπλων ποὺ πρέπει νὰ χρησιμοποιηθοῦν: «Τὰ ὅπλα μὲ τὰ ὁποῖα πολεμᾶμε ἐμεῖς δὲν εἶναι κοσμικά, ἀλλὰ ἔχουν τὴ δύναμη ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ γκρεμίζουν ὀχυρὰ (πνευματικά). Μ’ αὐτά, δηλαδή, ἀνατρέπουμε λογισμοὺς καὶ καθετὶ ποὺ ὀρθώνεται μὲ ἀλαζονεία ἐναντίον τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ. Μ’ αὐτὰ αἰχμαλωτίζουμε κάθε σκέψη καὶ τὴν κάνουμε νὰ ὑπακούει στὸν Χριστὸ» (Β’ Κορ. 10:4-5).
Ὅπως βλέπουμε, ὁ ἀπόστολος μᾶς προτρέπει νὰ αἰχμαλωτίζουμε ὄχι μόνο τοὺς ἁμαρτωλοὺς λογισμούς, ποὺ φανερά τοὺς ἀποστρέφεται ὁ Κύριος, ἀλλὰ ὅλες τὶς σκέψεις, κάνοντάς τες νὰ ὑπακοῦνε σ’ Ἐκεῖνον. Γιατί ὁ πονηρὸς ἐχθρός μας, ἔμπειρος καθὼς εἶναι στὸν νοερὸ πόλεμο, δὲν ὑποβάλλει ἐξαρχῆς στὸν ἄνθρωπο λογισμοὺς ξεκάθαρα ἁμαρτωλούς. (3) Ἀντιπαραθέτει στὸν πνευματικὸ λογισμό, δηλαδὴ στὴν εὐαγγελικὴ διδασκαλία, τὸν μεταπτωτικὸ ἀνθρώπινο λογισμό, τὸν σαρκικὸ καὶ ψυχικό, ποὺ τὸν παρουσιάζει ὡς ὀρθὸ καὶ ὑγιῆ, ὡς σοφὸ καὶ ἐπιβεβλημένο. Μ’ αὐτὸν προσπαθεῖ νὰ ἀναιρέσει τὸν λογισμὸ τῆς ὑπακοῆς στὸν Χριστό.
Γι’ αὐτὸ ὁ ἀπόστολος συνιστᾶ τὴν ἀποφασιστικὴ καὶ πλήρη αὐταπάρνηση, ὅταν μᾶς καλεῖ νὰ ντυθοῦμε μὲ τὴν πανοπλία ποὺ δίνει ὁ Θεός, καὶ ὄχι ἁπλῶς νὰ πάρουμε στὰ χέρια κάποιο ὅπλο. Δὲν ἀρκεῖ, δηλαδή, μόνο ἡ νηστεία, οὔτε μόνο ἡ προσευχή, οὔτε μόνο ἡ ἐλεημοσύνη, οὔτε μόνο ἡ ἁγνεία. Ἡ πανοπλία τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖται ἀπ’ ὅλες τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές. Ὅποιος παραβεῖ ἔστω καὶ μία μόνο ἀπ’ αὐτές, θεωρεῖται παραβάτης ὅλου τοῦ θείου νόμου (Ἰακ. 2:10) καὶ «θὰ κηρυχθεῖ ἐλάχιστος στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5:19), θὰ ριχθεῖ, δηλαδή, στὴ γέεννα, σύμφωνα μὲ ἑρμηνεία τοῦ μακαρίου Θεοφυλάκτου. (4) «Γι’ αὐτὸ τηροῦσα ὅλες τὶς ἐντολές Σου, μισώντας κάθε ἄδικη πράξη» (Ψαλμ. 118:128). «Γι’ αὐτὸ φορέστε τὴν πανοπλία τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μπορέσετε ν’ ἀντισταθεῖτε τὴν ὥρα τῆς σατανικῆς ἐπιθέσεως. Λάβετε κάθε ἀπαραίτητο μέτρο γιὰ νὰ μείνετε ὥς τὸ τέλος σταθεροὶ στὶς θέσεις σας» (Ἐφ. 6:13). Μόνο ὅποιος φοράει τὴν πανοπλία τοῦ Θεοῦ μπορεῖ ν’ ἀντισταθεῖ τὴν ὥρα τῆς σατανικῆς ἐπιθέσεως.
Μόνο ὅποιος τηρεῖ ὅλες ἀνεξαίρετα τὶς ἐντολὲς μπορεῖ νὰ νικήσει τὸν ἐχθρό. Τὶς ὧρες τῶν σατανικῶν ἐπιθέσεων ἀναδεικνύονται καὶ ἀποδεικνύονται οἱ ἀνδρεῖοι στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, πού, νικώντας, μεταβαίνουν ἀπὸ τὸν αἰώνιο θάνατο στὴν ἀνάσταση καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ τῆς ψυχῆς.
Τὴν πανοπλία τοῦ Θεοῦ τὴ φοροῦν οἱ ἅγιοί Του. Ὁ κανόνας τῆς ζωῆς τῶν ἁγίων εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο. Ὁ λόγος τους –ὁ λόγος καὶ τῶν χειλιῶν καὶ τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς τους– εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Μ’ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ μάχαιρα (Ἔφ. 6:17) συντρίβουν τὰ περιστρεφόμενα πύρινα ξίφη τῶν ἐχθρῶν –τους δαιμονικοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς δαιμονικὲς φαντασίες– κι ἔτσι αὐτὰ δὲν μποροῦν νὰ διαπεράσουν τὶς ψυχές τους.
Μὲ συνεχῆ ἐγρήγορση καὶ νήψη ἐπιτηροῦν τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιὰ τους ὅλοι οἱ ἀληθινοὶ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ. Φωτισμένοι ἀπὸ τὴ θεία χάρη, ἀντιλαμβάνονται ἤδη ἀπὸ μακριά τοὺς νοητοὺς κλέφτες καὶ φονιάδες, ὅταν αὐτοὶ τοὺς πλησιάζουν, καὶ βλέπουν μέσα τους σὰν σὲ καθρέφτη τὰ μαῦρα πρόσωπα τῶν νοητῶν αἰθιόπων. Διακόπτοντας ἀπὸ τούτη τὴ ζωὴ κάθε κοινωνία μὲ τοὺς δαίμονες, στεροῦν ἀπ’ αὐτοὺς κάθε δικαίωμα ἢ ἐξουσία πάνω στὶς ψυχές τους. Ἔτσι, ὅταν χωρίζονται ἀπὸ τὰ σώματά τους, περνοῦν ἀνεμπόδιστα τὶς ἐξουσίες τοῦ ἀέρα, τὶς νικημένες ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρετή τους.
__________________
(1) Ὁσίου Μακαρίου του Μεγάλου, Ὁμιλίαι Πνευματικαί, ΛΖ’, 5.
(2) Ὁσίου Νικηφόρου του Μονάζοντος, Λόγος περὶ νήψεως καὶ φυλακῆς καρδίας – Συμεὼν τοῦ Θεολόγου.
(3) Ἀββᾶ Δωροθέου, Διδασκαλίαι, Ε’, 62.
(4) Θεοφυλάκτου Βουλγαρίας, Ἑρμηνεία εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, κεφ. Ε’, στ. 19.
Ἡ πίστη ποὺ σώζει

Εἶναι λυπηρό. Ὁμως σήμερα ὑπάρχουν χριστιανοί, πού ἁπλά δέν γνωρίζουν τί σημαίνει νά πιστεύεις στό Χριστό, ἀλλά καί ἔχουν μία ἐντελῶς συγκεχυμένη ἀντίληψη γιά τήν πίστη στόν Ἕνα καί μοναδικό Σωτήρα καί Θεό, τόν Χριστό.
Λένε:
-Γιατί ἐσεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι ἐπιμένετε ὅτι ἔχετε τήν ἀποκλειστικότητα τῆς ἀληθείας;
– Γιατί τάχα, μόνο οἱ Ὀρθόδοξοι θά σωθοῦν;
– Ἀνάμεσά μας ὑπάρχουν τόσοι καλοί ἄνθρωποι! Καί Μωαμεθανοί, καί Βουδδιστές, καί χριστιανοί ἄλλων ὁμολογιῶν, ἀκόμη καί ἄθεοι.
– Στέκει νά θέλεις νά τούς στείλεις ὅλους αὐτούς στήν κόλαση;
* * *
Μία τέτοια σκέψη, φαίνεται να εἶναι καί σωστή· καί τετραγωνικά λογική. Εἶναι ὅμως;
Το ποτήρι των θλίψεων – Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ
Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ

Μιὰ χάρη ζήτησαν ἀπὸ τὸν Χριστὸ δύο ἀγαπημένοι μαθητές Του, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, λίγο πρὶν τὸ Πάθος Του.
-Διδάσκαλε, τοῦ εἶπαν, θέλουμε αὐτὸ ποὺ θὰ σοῦ ζητήσουμε νὰ μᾶς τὸ κάνεις. -Τὶ θέλετε νὰ κάνω γιὰ σᾶς; ρώτησε Ἐκεῖνος. -Ὅταν θὰ ἐγκαταστήσεις τὴν ἔνδοξη βασιλεία Σου, τοῦ ἀποκρίθηκαν, βάλε μας νὰ καθίσουμε ὁ ἕνας στὰ δεξιά Σου καὶ ὁ ἄλλος στὰ ἀριστερά Σου. -Δὲν ξέρετε τὶ ζητᾶτε, τοὺς εἶπε τότε ὁ Ἰησούς. Μπορεῖτε νὰ πιεῖτε τὸ ποτήρι τῶν παθημάτων ποὺ θὰ πιῶ ἐγὼ καὶ νὰ βαπτιστεῖτε μὲ τὸ βάπτισμα μὲ τὸ ὁποῖο θὰ βαπτιστῶ ἐγώ;-Μποροῦμε, τοῦ λένε.
Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοὺς ἀπάντησε:
-Τὸ ποτήρι ποὺ θὰ πιῶ ἐγὼ θὰ τὸ πιεῖτε, καὶ μὲ τὸ βάπτισμα τῶν παθημάτων μου θὰ βαπτιστεῖτε. Τὸ νὰ καθίσετε ὅμως στὰ δεξιά μου καὶ στὰ ἀριστερά μου δὲν μπορῶ νὰ σᾶς τὸ δώσω ἐγώ, ἀλλὰ θὰ δοθεῖ σ' αὐτοὺς γιὰ τοὺς ὁποίους ἔχει ἑτοιμαστεῖ. (βλ. Μάρκ. 10: 35-40)
Πρόλογος
Ὁ πόνος, σωματικός ἢ ψυχικός, ἀπὸ τὶς δοκιμασίες καὶ τὰ βάσανα τούτης τῆς ζωῆς εἶναι τὸ ἀναπόφευκτο πικρὸ ποτήρι τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ πόνος εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή του. Θάνατοι, ἀρρώστιες, κατατρεγμοί, διαμάχες, φτώχεια, ἀποτυχίες, μοναξιά, φοβίες, ἀγωνίες, πειρασμοί... Πολύς καὶ ποικίλος πόνος, ποὺ ὀρθώνει ἀμείλικτα ερωτήματα στὶς ψυχές καὶ προσδίδει ἀπύθμενη τραγικότητα στὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη.
Δὲν τὸν δημιούργησε ὁ Θεός τὸν πόνο, ἀλλὰ μπῆκε στὴ ζωή τῶν ἀνθρώπων μετὰ τὴν πτώση τῶν Πρωτοπλάστων, ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας. Ὁ νέος Ἀδὰμ ὅμως, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησούς, σήκωσε στοὺς ὤμους Του μαζὶ μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν πανανθρώπινο πόνο. Ἔτσι μεταμόρφωσε τὸν ἐξουθενωτικὸ χαρακτῆρα τοῦ πόνου σὲ σωτήριο φάρμακο καὶ ἀνέδειξε τὶς θλίψεις ὡς κατ' ἐξοχήν ὁδὸ θεραπείας, ἐξαγιασμοῦ καὶ τελειώσεως τοῦ ἀνθρώπου.
Ἀπὸ τότε ὁ Χριστός παραμένει ἡ μοναδική ἀδιάψευστη ἐλπίδα τῶν πονεμένων. Τα λόγια Του ἀντηχοῦν παρήγορα μέσα στοὺς αἰῶνες: «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. 11:28). «Ἐν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἔξετε. Ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰω. 16:33).
Δίχως τὸν Χριστὸ τὰ ἀνθρώπινα δεινὰ εἶναι φορτίο βαρύ καὶ ἀσήκωτο. Μὲ τὸν Χριστὸ ὁ πόνος μετατρέπεται σὲ γλυκασμό, ἡ οδύνη σὲ παράκληση, ἡ ἀγωνία σὲ ἐλπίδα, τὸ ἄγχος σὲ ὑπομονή, ὁ Γολγοθᾶς σὲ Ἀνάσταση.
Οι ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας, βλέποντας κάθε δοκιμασία ὡς ἐπίσκεψη Θεοῦ καὶ ἀφορμή πνευματικοῦ κέρδους, χαίρονταν στὰ παθήματά τους, ἐνῶ ἀντίθετα ἀνησυχοῦσαν στὶς μακρὲς περιόδους ἀναψυχῆς.
Τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία γιὰ τὶς θλίψεις παρουσιάζει μὲ γλαφυρὸ τρόπο στὶς ἐπόμενες σελίδες ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ (1807-1867), ἐπίσκοπος Καυκάσου καὶ Μαύρης Θάλασσας. Ὑπῆρξε σύγχρονος καὶ ἰσάξιος τῶν μεγάλων στάρετς τῆς Ρωσίας, ὁσίου Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, ὁσίου Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου καὶ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης.
Διδαχή γιά τήν Κυριακή τῶν Μυροφόρων Γυναικῶν καί γιά τή νέκρωση τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος
Ἡ ἐλπίδα τῆς σωτηρίας

Τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας στεροῦνται ἐκεῖνοι οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ ποὺ ἀπέκτησαν ἁμαρτωλὰ πάθη, μέσῳ τῶν ὁποίων ἦρθαν σὲ κοινωνία μὲ τὸν σατανᾶ, διαλύοντας τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό.
Τὰ πάθη εἶναι ἁμαρτωλὲς συνήθειες τῆς ψυχῆς, ποὺ ἔγιναν σὰν φυσικὲς ἰδιότητές της ἀπὸ τὴ μακροχρόνια καὶ συχνὴ διάπραξη τῆς ἁμαρτίας. Τέτοιες εἶναι ἡ γαστριμαργία, ἡ μέθη, ἡ πορνεία, ἡ ἀπρόσεκτη ζωή, ποὺ συνδέεται μὲ τὴ λήθη τοῦ Θεοῦ, ἡ μνησικακία, ἡ σκληρότητα, ἡ φιλαργυρία, ἡ λύπη, ἡ ἀκηδία, ἡ ὀκνηρία, ἡ ὑποκρισία, τὸ ψεῦδος, ἡ κλοπή, ἡ ὀργή, ἡ κενοδοξία, ἡ ὑπερηφάνεια καὶ ἄλλα.
Καθένα ἀπὸ τὰ πάθη, ὅταν ἐγκατασταθεῖ στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλοιώνοντας τὸν χαρακτῆρα του καὶ ρυθμίζοντας τὴ διαγωγή του, τὸν κάνει ἀνίκανο γιὰ πνευματικὴ τέρψη στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανό. «Μὴν ἔχετε αὐταπάτες», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος· «στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δὲν θὰ ἔχουν θέσῃ οὔτε πόρνοι οὔτε εἰδωλολάτρες οὔτε μοιχοὶ οὔτε θηλυπρεπεῖς οὔτε ἀρσενοκοῖτες οὔτε πλεονέκτες οὔτε κλέφτες οὔτε μέθυσοι οὔτε ὑβριστὲς οὔτε ἅρπαγες» (Α’ Κορ. 6:9-10). «Εἶναι ὁλοφάνερο ποιά εἶναι τὰ ἁμαρτωλὰ ἔργα: εἶναι ἡ μοιχεία, ἡ πορνεία, ἡ ἠθικὴ ἀκαθαρσία, ἡ αἰσχρότητα, ἡ εἰδωλολατρία, ἡ μαγεία, οἱ ἔχθρες, οἱ φιλονικίες, οἱ ζήλιες, οἱ θυμοί, οἱ διαπληκτισμοί, οἱ διχόνοιες, τὰ σχίσματα, οἱ φθόνοι, οἱ φόνοι, οἱ μέθες, οἱ ἀσωτίες καὶ τὰ παρόμοια. Σᾶς προειδοποιῶ, ὅπως σᾶς προειδοποίησα καὶ ἄλλοτε: ὅσοι κάνουν τέτοια πράγματα, δὲν θὰ κληρονομήσουν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ… Ὅσοι εἶναι τοῦ Χριστοῦ, ἔχουν σταυρώσει τὸν ἁμαρτωλὸ ἑαυτό τους μαζὶ μὲ τὰ πάθη καὶ τίς ἐπιθυμίες του» (Γαλ. 5:19-21, 24).






