
Ένα βίντεο στα κοινωνικά δίκτυα, έγινε αφορμή ν' ακουστεί ξανά μια φράση που, αν είμαστε ειλικρινείς, όλοι όσοι ζούμε μέσα στην Εκκλησία την έχουμε ακούσει πολλές φορές: «Εγώ εξομολογούμαι στην εικόνα». Συνήθως αυτή η φράση λέγεται με μια αίσθηση αυτάρκειας, σαν να θέλει ο άνθρωπος να πει ότι δεν χρειάζεται να περάσει μέσα από τη σχέση με τον πνευματικό, αφού μπορεί μόνος του να μιλήσει στον Θεό. Κάποιες φορές, όμως, πίσω από τη φράση αυτή υπάρχει και κάτι πιο βαθύ και ανθρώπινο: Mια ντροπή, ένας φόβος, μια παλιά κακή εμπειρία ή απλώς η αδυναμία του ανθρώπου να φανερώσει σ' άλλον άνθρωπο όσα τον βαραίνουν. Γι' αυτό το θέμα θέλει λεπτότητα. Δεν χρειάζεται χλευασμός. Χρειάζεται αλήθεια, κατήχηση και λίγη περισσότερη εκκλησιαστική εμπειρία.
Ας αρχίσουμε απ' το πιο απλό: Μπορεί ένας άνθρωπος να σταθεί μπροστά στην εικόνα Του Χριστού και να Του πει τον πόνο του; Φυσικά και μπορεί. Και πρέπει. Η εικόνα στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι διακοσμητικό αντικείμενο, ούτε ένα θρησκευτικό σύμβολο για να συγκινεί απλώς τον άνθρωπο. Είναι μαρτυρία της ενανθρωπήσεως Του Θεού. Αφού ο Υιός και Λόγος Του Θεού, o Tέλειος Θεός, έγινε και Τέλειος Άνθρωπος, μπορούμε να Τον εικονίζουμε. Γι' αυτό και η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος διατύπωσε τη γνωστή φράση ότι «η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει», δηλαδή η τιμή της εικόνας περνά στο πρόσωπο που εικονίζεται. Όταν λοιπόν ο πιστός στέκεται μπροστά στην εικόνα Του Χριστού, δεν μιλά σε ξύλο και χρώμα, μιλά στον εικονιζόμενο Κύριο. Εκεί μπορεί να κλάψει, να προσευχηθεί, να ζητήσει έλεος, να πει «Κύριε, αμάρτησα», να ανοίξει την καρδιά του χωρίς καμία επιτήδευση.
