Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεία Εξομολόγηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θεία Εξομολόγηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

«Εγώ εξομολογούμαι στην εικόνα;;;»

                             

Ένα βίντεο στα κοινωνικά δίκτυα, έγινε αφορμή ν' ακουστεί ξανά μια φράση που, αν είμαστε ειλικρινείς, όλοι όσοι ζούμε μέσα στην Εκκλησία την έχουμε ακούσει πολλές φορές: «Εγώ εξομολογούμαι στην εικόνα». Συνήθως αυτή η φράση λέγεται με μια αίσθηση αυτάρκειας, σαν να θέλει ο άνθρωπος να πει ότι δεν χρειάζεται να περάσει μέσα από τη σχέση με τον πνευματικό, αφού μπορεί μόνος του να μιλήσει στον Θεό. Κάποιες φορές, όμως, πίσω από τη φράση αυτή υπάρχει και κάτι πιο βαθύ και ανθρώπινο: Mια ντροπή, ένας φόβος, μια παλιά κακή εμπειρία ή απλώς η αδυναμία του ανθρώπου να φανερώσει σ' άλλον άνθρωπο όσα τον βαραίνουν. Γι' αυτό το θέμα θέλει λεπτότητα. Δεν χρειάζεται χλευασμός. Χρειάζεται αλήθεια, κατήχηση και λίγη περισσότερη εκκλησιαστική εμπειρία.

 Ας αρχίσουμε απ' το πιο απλό: Μπορεί ένας άνθρωπος να σταθεί μπροστά στην εικόνα Του Χριστού και να Του πει τον πόνο του; Φυσικά και μπορεί. Και πρέπει. Η εικόνα στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι διακοσμητικό αντικείμενο, ούτε ένα θρησκευτικό σύμβολο για να συγκινεί απλώς τον άνθρωπο. Είναι μαρτυρία της ενανθρωπήσεως Του Θεού. Αφού ο Υιός και Λόγος Του Θεού, o Tέλειος Θεός, έγινε και Τέλειος Άνθρωπος, μπορούμε να Τον εικονίζουμε. Γι' αυτό και η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος διατύπωσε τη γνωστή φράση ότι «η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει», δηλαδή η τιμή της εικόνας περνά στο πρόσωπο που εικονίζεται. Όταν λοιπόν ο πιστός στέκεται μπροστά στην εικόνα Του Χριστού, δεν μιλά σε ξύλο και χρώμα, μιλά στον εικονιζόμενο Κύριο. Εκεί μπορεί να κλάψει, να προσευχηθεί, να ζητήσει έλεος, να πει «Κύριε, αμάρτησα», να ανοίξει την καρδιά του χωρίς καμία επιτήδευση.

Ἕνα κείμενο περί Ἐξομολογήσεως. Από τό βιβλίο: «Οἱ περιπέτειες ἑνός προσκυνητοῦ»

                                                
Εἰς τό τέλος τῆς ἑβδομάδος, ἀφοῦ προπαρασκευάσθηκα καλά γιά τήν ἁγία Κοινωνία, πρίν ἐξομολογηθῶ, ἐσκέφθηκα ὅτι ἦταν μιά εὐκαιρία νά κάνω ἐκεῖ μιάν ἐξομολόγησιν ὅσον τό δυνατόν πιό λεπτομερῆ.
Ἄρχισα, λοιπόν, τήν προσπάθεια γιά νά θυμηθῶ ὅλα τά ἁμαρτήματα ἀπ’ τήν νεότητά μου καί γιά νά μή τυχόν λησμονήσω ἔστω καί τό παραμικρό, τά ἔγραψα μέ ὅση τό δυνατόν περισσότερη λεπτομέρεια. Ἐγέμισα ἔτσι μιά μεγάλη κόλλα χαρτί μέ ὅλα αὐτά πού ἔγραψα.


Ἔπειτα, ὅμως, ἄκουσα ὅτι εἰς τήν Κιταβάγια Παστίνα, πού ἀπέχει περίπου τρία χιλιόμετρα ἀπό ἐκεῖ, ἐζοῦσεν ἕνας ἀσκητής ἱερεύς, ὁ ὁποῖος ἦτο σοφός ἄνθρωπος καί γεμᾶτος ἀπό κατανόηση. Ὁποιοσδήποτε ἐπήγαινεν εἰς αὐτόν γιά νά ἐξομολογηθεῖ, εὑρισκόταν σέ μιάν ἀτμόσφαιρα γεμάτη ἀπό μειλιχιότητα καί συμπάθεια, ἀποχωροῦσε δέ χορτᾶτος ἀπό διδασκαλία γιά τήν σωτηρία του καί ἤρεμος ψυχικά. Μέ μεγάλην εὐχαρίστηση ἐπληροφορήθηκα γιά ὅλα αὐτά καί ἀνεχώρησα ἀμέσως νά συναντήσω τόν ἄγιον αὐτόν γέροντα. Ὅταν ἔφθασα, εἰς τήν ἀρχή, ἐζήτησα ὁλίγες συμβουλές, ὕστερα δέ ἀπό κάμποσην ὥρα συνομιλίας τοῦ ἐδιάβασα τό χαρτί μέ τίς ἁμαρτίες μου, πού εἶχα γράψει.
Ὅταν ἐτελείωσα τό διάβασμα, ἐκεῖνος μοῦ εἶπε:
«Παιδί μου, πολλά ἀπ’ αὐτά πού μοῦ ἐδιάβασες εἶναι χωρίς καμμιά ἀξία, οἱ συμβουλές μου δέ γιά τήν ἐξομολόγηση εἶναι γενικά οἱ ἐξῆς:


Πρῶτον: Δέν εἶναι ἀνάγκη νά ἐξομολογῆσαι ἁμαρτήματα γιά τά ὁποῖα ἄλλοτε μετενόησες, τά ἐξαγορεύθηκες καί ἐπῆρες τήν συγχώρηση. Ὅταν τά ξαναεξομολογῆσαι εἶναι σάν νά θέτεις σέ ἀμφιβολία τή δύναμη τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Ἐξομολογήσεως.

Ἕνα κείμενο περί Ἐξομολογήσεως

 



… Εἰς τό τέλος τῆς ἑβδομάδος, ἀφοῦ προπαρασκευάσθηκα καλά γιά τήν ἁγία Κοινωνία, πρίν ἐξομολογηθῶ, ἐσκέφθηκα ὅτι ἦταν μιά εὐκαιρία νά κάνω ἐκεῖ μιάν ἐξομολόγησιν ὅσον τό δυνατόν πιό λεπτομερῆ. Ἄρχισα, λοιπόν, τήν προσπάθεια γιά νά θυμηθῶ ὅλα τά ἁμαρτήματα ἀπ’ τήν νεότητά μου καί γιά νά μή τυχόν λησμονήσω ἔστω καί τό παραμικρό, τά ἔγραψα μέ ὅση τό δυνατόν περισσότερη λεπτομέρεια. Ἐγέμισα ἔτσι μιά μεγάλη κόλλα χαρτί μέ ὅλα αὐτά πού ἔγραψα. Ἔπειτα, ὅμως, ἄκουσα ὅτι εἰς τήν Κιταβάγια Παστίνα, πού ἀπέχει περίπου τρία χιλιόμετρα ἀπό ἐκεῖ, ἐζοῦσεν ἕνας ἀσκητής ἱερεύς, ὁ ὁποῖος ἦτο σοφός ἄνθρωπος καί γεμᾶτος ἀπό κατανόηση. Ὁποιοσδήποτε ἐπήγαινεν εἰς αὐτόν γιά νά ἐξομολογηθεῖ, εὑρισκόταν σέ μιάν ἀτμόσφαιρα γεμάτη ἀπό μειλιχιότητα καί συμπάθεια, ἀποχωροῦσε δέ χορτᾶτος ἀπό διδασκαλία γιά τήν σωτηρία του καί ἤρεμος ψυχικά. Μέ μεγάλην εὐχαρίστηση ἐπληροφορήθηκα γιά ὅλα αὐτά καί ἀνεχώρησα ἀμέσως νά συναντήσω τόν ἄγιον αὐτόν γέροντα.

Ὅταν ἔφθασα, εἰς τήν ἀρχή, ἐζήτησα ὁλίγες συμβουλές, ὕστερα δέ ἀπό κάμποσην ὥρα συνομιλίας τοῦ ἐδιάβασα τό χαρτί μέ τίς ἁμαρτίες μου, πού εἶχα γράψει. Ὅταν ἐτελείωσα τό διάβασμα, ἐκεῖνος μοῦ εἶπε:

«Παιδί μου, πολλά ἀπ’ αὐτά πού μοῦ ἐδιάβασες εἶναι χωρίς καμμιά ἀξία, οἱ συμβουλές μου δέ γιά τήν ἐξομολόγηση εἶναι γενικά οἱ ἐξῆς: