Λέτε: "Τὸ πρῶτο λοιπὸν καὶ κύριο ἔργο τῆς Συνόδου ἦταν ἡ καταδίκη τῶν αἱρετικῶν πλανῶν καὶ κακοδοξιῶν τοῦ Ἀρείου καὶ τῶν ὀπαδῶν του, καθὼς καὶ ἡ διακήρυξη τῆς «πίστεως» ἢ τοῦ «συμβόλου» τῆς Νικαίας".
Ρωτάμε: Εσείς και ως σύνοδος της Ελλάδος και στην ψευτοσύνοδο στο Κολυμπάρι, ποιά αίρεση καταδικάσατε; Κατά τους Αγίους μία είναι η σύγχρονη, η χειρότερη αίρεση όλων των Εποχών, ο Οικουμενισμός! Εσείς αντί να τον καταδικάσετε τον προωθήσατε και τον προωθείτε!, διώκοντας παράλληλα τους Ορθόδοξους, επειδή ορθοτομούν!
Λέτε: "Στὶς δογματικὲς ἀποφάσεις τῶν Συνόδων ἀποδίδει εὐλόγως ἡ ᾽Ορθόδοξος Καθολικὴ Ἐκκλησία αἰώνιο κύρος, ἀπόλυτη ἀξία καὶ αὐθεντία καὶ καθολικὸ καὶ ὑποχρεωτικὸ χαρακτήρα, θεωροῦσα αὐτὲς ὡς τὰ κυριώτερα γραπτὰ μνημεῖα τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως καὶ ὡς κανονικοὺς καὶ αὐθεντικοὺς καὶ ἀμετακίνητους γνώμονες τῆς ὀρθοδόξου πίστεως."
Ρωτάμε: Τότε γιατί συμπροσεύχεσθε με τους κάθε είδους αιρετικούς και τους αναγνωρίζετε ως Εκκλησία με έγκυρο βάπτισμα και ιερωσύνη, όταν αυτό το απαγορεύουν οι δογματικές αποφάσεις των Συνόδων;
Λέτε: "Ἡ Ἐκκλησία, ἐξαιτίας τῆς σημασίας ποὺ ἔχει τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως στὴν ζωὴ τῶν πιστῶν, ἔκρινε ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴν συμμετοχὴ τῶν πιστῶν στὰ Μυστήρια τοῦ Ἱεροῦ Βαπτίσματος καὶ τῆς Θείας Λειτουργίας, τὴν ὁμολογία στὴν πίστη τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου."
Ρωτάμε: Τότε εσείς γιατί γίνατε αδελφοί με τους Παπικούς που κατάργησαν το Σύμβολο της Πίστεως εισάγοντας το Φιλιόκβε; Γιατί ομολογείτε έν βάπτισμα και παράλληλα αναγνωρίζετε πολλά ακόμα κι αυτό των Πεντηκοστιανών; Γιατί ομολογείτε μία Αγία και Καθολική Εκκλησία και παράλληλα μιλάτε για πολλές Εκκλησίες συμμετέχοντας και στο Π.Σ.Ε;
Συμπέρασμα: Δεν φοβάσθε ούτε Θεό ούτε ανθρώπους, αλλά ως στυγνοί επαγγελματίες λέτε υποκριτικά αυτά που πρέπει να ακουστούν μη πιστεύοντάς τα. Πετάξτε την δορά του προβάτου. Δεν σας χρειάζεται πια. Όλοι πια βλέπουν το τρίχωμα του λύκου.
Α.Τ.

ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ 1700 ΕΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΓΚΛΗΣΗ ΤΗΣ Α´ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΣΤΗΝ ΝΙΚΑΙΑ ΤΗΣ ΒΙΘΥΝΙΑΣ
Τὴν ἑβδόμη Κυριακὴ ἀπὸ τὸ Πάσχα ἑορτάζουμε καὶ τιμᾶμε τοὺς Πατέρες τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Κατὰ τὸ διανυόμενο ἔτος 2025 συμπληρώνονται 1.700 ἔτη ἀπὸ τὸ ἔτος 325 μ.Χ., ποὺ συνεκλήθη ἡ Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος στὴν Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Μ’ αὐτὴ τὴν εὐκαιρία ἂς θυμηθοῦμε τὶς ἀποφάσεις της καὶ ἂς ἐμβαθύνουμε στὴν σημασία ποὺ ἔχει γιὰ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.
α΄. Ἡ θεία βούληση ἐκφράζεται μέσῳ τῶν Συνόδων.
Ἡ ἀρχὴ τῶν Συνόδων ἀνάγεται ἀρχικὰ στὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο ποὺ συγκροτήθηκε στὰ Ἱεροσόλυμα τὸ ἔτος 48 μ.Χ. (Πράξεων 15, 6 καὶ ἑξῆς).
Ἀπὸ τὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο οἱ Σύνοδοι ἀποτελοῦν θεσμὸ ἀποστολικό, μὲ θεῖο κύρος καὶ ἀποφαίνονται περὶ πίστεως ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, τὸ ὁποῖο ἐξέφραζαν οἱ Πατέρες ποὺ συμμετεῖχαν, ὅπως δηλώνεται μὲ τὸ ἀποστολικό «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν». Καὶ κατὰ τὸν Μέγα Κωνσταντῖνο (PG 20, 1080) «Πᾶν γὰρ ὅ,τι δ᾽ ἂν ἐν τοῖς ἁγίοις τῶν ἐπισκόπων συνεδρίοις πράττηται, τοῦτο πρὸς τὴν θείαν βούλησιν ἔχει τὴν ἀναφοράν». Δηλαδή, κάθε τι ποὺ πράττεται στὶς ἅγιες Συνόδους τῶν ἐπισκόπων, αὐτὸ ἔχει τὴν ἀναφορὰ πρὸς τὴν θεία βούληση.
β΄. Τὸ ἀλάθητον τῶν ἀποφάσεων τῶν Συνόδων.
Τὸ πλήρωμα ἢ τὸ ὅλον ἢ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ τὸ συναποτελοῦν ὅλοι οἱ κληρικοὶ καὶ λαϊκοὶ ποὺ πιστεύουν ὀρθόδοξα, λογίζεται στὴν Ὀρθοδοξία ὡς φορέας τοῦ ἀλάθητου τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ὡς φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄργανο ἐκφράσεως τοῦ ἀλάθητου αὐτῆς εἶναι ἡ ἀνώτατη διοικητικὴ ἀρχή της, δηλαδὴ ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, στὴν ὁποία ἀντιπροσωπεύεται τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας μὲ τοὺς ἐπισκόπους του, ποὺ δογματίζουν μὲ τὴν ἐπενέργεια καὶ ἔμπνευση καὶ ἐπιστασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Δὲν μπορεῖ λοιπὸν τὸ ἐκκλησιαστικὸ πλήρωμα ἤ τὰ δύο μεγάλα τμήματα αὐτοῦ, τῶν κληρικῶν ἢ τῶν λαϊκῶν ξεχωριστά, ἢ πολὺ λιγώτερο κάποιο ἄτομο ἢ κάποιος ἐπίσκοπος ἢ πατριάρχης ἢ πάπας νὰ δογματίζει ἔγκυρα καὶ αὐθεντικά, διότι αὐτὸ εἶναι ἀποκλειστικὸ δικαίωμα καὶ ἔργο μόνον τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν ἐπισκόπων ποὺ μετέχουν σ᾽ αὐτές, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐκφράζουν τὴν πίστη του.
γ΄. Ἡ ὁμοφωνία στίς ἀποφάσεις.
Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο οἱ Οἰκουμενικὲς Σύνοδοι διατυπώνουν σὲ δογματικοὺς ὅρους τὴν ἀρχαιοπαράδοτη ὀρθόδοξο πίστη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος, τὸ ὁποῖο ἀποδεχόμενο τὰ δεδογμένα, ὡς σύμφωνα πρὸς τὴν κοινὴ συνείδηση καὶ πίστη του, ἀναγνωρίζει τὴν οἰκουμενικότητα αὐτῶν, ἡ ὁποία ἔτσι ἐξαρτᾶται καὶ ἀπὸ τὴν συμφωνία, καὶ τήν – μὲ ὁμοφωνία καὶ ἀγάπη – ἑνότητα τοῦ ὅλου σώματος τῆς Ἐκκλησίας ἢ ἐκ τῆς «consensus Ecclesiae» ὅλων τῶν χρόνων, δηλαδή τήν συμφωνία τῆς Ἐκκλησίας. Ἐννοεῖται, ὅμως, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀναγνώριση ἐκ μέρους τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος πρέπει νὰ νοεῖται μόνον ὡς ἁπλὸ ἐξωτερικὸ γνώρισμα καὶ τεκμήριο καὶ μαρτυρία τοῦ ἀλάθητου τῶν δογμάτων ποὺ ἀποφασίσθηκαν στὶς Συνόδους καὶ τῆς οἰκουμενικότητας αὐτῶν, ἐνῶ οἱ μετέχοντες σὲ αὐτὲς ἐπίσκοποι διατυπώνουν ἀλάθητα τὰ δόγματα ποὺ ἀπορρέουν ἀπὸ θεία δικαιοσύνη ὑπὸ τὴν ἔμπνευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.