
Ένα από τα πλέον αξιοπερίεργα γεγονότα της σοβιετικής ιστορίας είναι, χωρίς αμφιβολία, η στροφή της στάσης του Στάλιν προς την Ορθόδοξη Εκκλησία, μεσούντος του β΄ παγκοσμίου πολέμου. Ενώ, έως τότε, ή τουλάχιστον τις παραμονές της έκρηξης του πολέμου, οι διώξεις εναντίον ιερωμένων και πιστών ήταν συνεχείς, το σοβιετικό κράτος επέδειξε στη συνέχεια μια πρωτοφανή, για τη φύση του, ανεκτικότητα προς τη δράση της εκκλησίας. Είναι βέβαιο ότι ο Στάλιν αποφάσισε αυτή την τακτική κίνηση, διότι αντιλήφθηκε την ισχύ της ορθοδοξίας στον λαό, που δεν είχε καμφθεί από την καταστολή και την αθεϊστική προπαγάνδα, και του ήταν απαραίτητη για τη διατήρηση του ηθικού του στρατού και της κοινωνίας στις δύσκολες ώρες του πολέμου. Ταυτοχρόνως, έπρεπε να αντιμετωπίσει την πολιτική των ναζί, οι οποίοι αν και φανατικά αντιχριστιανοί, άνοιγαν στις κατεχόμενες απ’ αυτούς περιοχές της ΕΣΣΔ κλειστές εκκλησίες και μονές, για να κερδίσουν τα λαϊκά στρώματα. Τέλος, διέβλεπε την πιθανή επέκταση της σοβιετικής επιρροής προς την ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια, όπου κατοικούσαν ορθόδοξοι λαοί, και μια ελεγχόμενη από τον ίδιο εκκλησία θα μπορούσε να τον εξυπηρετήσει πολιτικά.
Με επίκεντρο, λοιπόν, το παραπάνω γεγονός, ο Ιταλός ιστορικός Adriano Roccucci έχει εκδώσει μια μελέτη με τον τίτλο «Ο Στάλιν και ο πατριάρχης, Η Ορθόδοξη εκκλησία και η σοβιετική εξουσία 1917-1958 (στο πρωτότυπο: La Chiesa ortodossa e il potere sovietico 1917-1958, εκδόσεις Eidaudi, 2011, ενώ στα ρωσικά μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε το 2016), όπου παρουσιάζει τη σύνθετη σχέση εκκλησίας και εξουσίας κατά τις θυελλώδεις δεκαετίες μεταξύ της Οκτωβριανής επανάστασης και της τελικής επικράτησης του Χρουστσώφ. Η σημασία της μελέτης του έγκειται στο πλούσιο αρχειακό υλικό, και ιδιαίτερα στα στατιστικά στοιχεία που ανακάλυψε και παρουσιάζουν ιδιαίτερα πειστικά την πραγματικότητα στο τεράστιο κεφάλαιο της ορθόδοξης πίστης στα χρόνια της ΕΣΣΔ. Η στέρεα ιστορική γνώση αυτού του παρελθόντος μάς δίνει και κάποια σημαντικά κλειδιά για τη κατανόηση όσων συμβαίνουν σήμερα.
