ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Θ. ΚΟΚΟΡΗ
ΠΕΡΙ ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ
Η Εκκλησία των Διαμαρτυρομένων και όλες οι παραφυάδες ακραίες και μη, οι προερχόμενες από την Διαμαρτύρησι αφού απέρριψε συλλήβδην την Ιερά παράδοσι της Εκκλησίας ως δήθεν νοθευθείσα από τις παπικές υπερβολές και μη δυναμένη να ξεχωρίση την γνήσια παράδοσι από την παρεισφρύσασα, απέρριψε μαζί με τα πολλά και ωφέλιμα και τον θεσμό των μνημοσύνων, με αποτέλεσμα να στερή τα τέκνα της από τις ωφέλειες των μνημοσύνων.
Πεντηκοστιανοί, μάρτυρες του Ιεχωβά και λοιπές παραφυάδες προσπαθούν να στηρίξουν την άρνησι των μνημοσύνων στην Αγία Γραφή.
Θέσεις αιρετικών
Σαν πρώτο επιχείρημα οι κακόδοξοι και γενικώς οι απορρίπτοντες τα μνημόσυνα, προβάλλουν ως δήθεν αγιογραφική ρήσι το: εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια που δυστυχώς και ένιοι των Ορθοδόξων υιοθετούν. Λέμε σ’ αυτούς ότι ουδαμού στην Γραφή υπάρχει κάτι τέτοιο και τους προκαλούμε να μας αποδείξουν που το βρήκαν γραμμένο. Λέμε σ’ όλους αυτούς ότι εν τω Άδη έγινε μετάνοια. Η παραβολή πλουσίου και Λαζάρου δείχνει την μετάνοια του πλουσίου, αλλά την ανενέργητο και αναποτελεσματική. Η μετάνοια συνοδεύεται και με εξομολόγηση ενώπιον ιερέως και ενώπιον της εκκλησίας. Πέραν του τάφου και στον Άδη ούτε ιερωσύνη ισχύει, ούτε εκκλησία και μυστήρια υπάρχουν. Ταύτα όλα ενεργούν προ του τάφου.
Αλλο επιχείρημα των αιρετικών: Εν δε τω Άδη τις εξομολογήσεταί σοι; (Ψαλ. στ’ 6).
Κατά το χωρίο τούτω, ουδείς εξομολογείται στον Άδη. Αυτό διδάσκει και η Ορθοδοξία. Καιρός αρμόδιος μετανοίας και εξομολογήσεως είναι προ του θανάτου. Μετά τον θάνατο, είναι καιρός ανταποδόσεως.
«Δια τούτο ουκ έστιν εν τω Άδη εξομολογούμενος, δια το μηκέτι την βοήθειαν συμπαρείναι δια του πνεύματος, νυν μεν γαρ παρείναι δοκεί πως τοις άπαξ εσφραγισμένοις το πνεύμα την εκ της επιστροφής αυτών σωτηρίαν αναμένον τότε δε εξ όλου της βεβηλωσάσης αυτού την χάριν ψυχής αποτμηθήσεται, τούτο γαρ και η εν τω Ευαγγελίω διχοτομία δηλοί» (Μ. Βασίλειος).
Το «ουκ εξομολογήσεταί σοι» είρηται ούχ ότι ουκ εξομολογούμεθα εν τω Άδη, αλλ’ ότι εική τούτο ποιούμεν επεί και ο πλούσιος εξομολογείτο και μετενόει, άλλ’ ουδέν ωφελείτο δια την ακαιρίαν» (Χρυσόστομος).
«Περί δε του φάναι τον Προφήτην» «εν δε τω Άδη τις εξομολογηθήσεταί σοι; προειρήκαμεν, ως αι απειλαί φρικώδεις του παντεπόπτου, νικά δε ταύτα η άφατος αυτού φιλανθρωπία, και γαρ μετά το φάναι τον προφήτην ταύτα, γέγονε πάντως εν τω άδη εξομολόγησις, εκείνων, λέγω, των εκεί πιστευσάντων, εν τη σωτηρία) του Δεσπότου καθόδω, ου γαρ απλώς έσωσε πάντας ο ζωοδότης, άλλ’ ως είρηται κάκεί τους πιστεύσαντας» (Δαμασκηνός).
Υπάρχει στον Άδη, λοιπόν, μετάνοια και εξομολόγηση, αλλά άκαιρος και ανενέργητος. Θα μπορούσαμε να παρομοιάσομε τούτο, με τον παραβάτη νόμων, ο οποίος φυλακίζεται, και από της θέσεως εκείνης αδυνατεί να βοηθήσει τον εαυτό του. Όμως οι εκτός φυλακής ιδικοί του μπορούν να βοηθήσουν, αποκαθιστώντας τυχόν ζημίες, παραβάσεις, χρέη κ.λ.π.
Και καθ’ όσον απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις (Εβρ. θ’ 27).