Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο άνθρωπος κατά Παπαδιαμάντη και Ντοστογιέφσκυ


                                

Το παρόν κείμενο αποτελεί ένα απάνθισμα τής ομιλίας τού Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου πρώην Ερζεγοβίνης (τής Σερβίας) Αθανασίου Γέφτιτς, με θέμα: «Παπαδιαμάντης – Ντοστογιέφκσυ», εις την Αθήνα την 26η Μαΐου τού 2001.

Μόλις είχε τελειώσει ο Α´ Παγκόσμιος Πόλεμος και είχε καταρρεύσει η Γερμανία, ενώ οι Μπολσεβίκοι στην Ρωσία είχαν νικήσει, ο γερμανός (λογοτέχνης) Χέρμαν Έσσε έγραφε, σ' ένα από τα πρώτα κείμενά του (1919), για τον Ντοστογιέφσκυ περίπου τα εξής: «Αυτός είναι επικίνδυνος για την Δύση. Οι ήρωές του, οι Καραμαζώφ, είναι ανατολικοί τύποι, πολύ επικίνδυνοι, σκοτεινοί, με ασιατικό βάθος και αποτελούν άμεσο κίνδυνο για τον δυτικό άνθρωπο». Αυτή η πόλωση, «Ανατολικοί – Δυτικοί», που έβλεπε τότε ο Έσσε, την έχουν λίγο-πολύ και σήμερα οι περισσότεροι, που γράφουν για μάς τους ορθοδόξους λαούς…

Είναι, όμως, τραγική ειρωνεία τής ιστορίας ότι ο Χ. Έσσε, αφού πέρασε και ο Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος και πάλι οι Γερμανοί ηττήθησαν στα Βαλκάνια, έγινε βουδιστής, δηλαδή άκρως Ανατολικός. Και διερωτάται κανείς, μήπως οι λεγόμενοι Δυτικοί είναι πιο κοντά στους άπω Ανατολίτες, παρά σε μάς εδώ τους κοντινούς Βαλκάνιους. Όμως, εμείς οι Ορθόδοξοι, όχι μόνο που δεν είμαστε Δυτικοί, αλλ' ούτε και Ανατολικοί του Έσσε· δεν είμαστε Ευρωπαίοι τού Έσσε, αλλ' ακόμη λιγότερο Ασιάτες του.

Οι ήρωες τού Ντοστογιέφσκυ και τού Παπαδιαμάντη δεν κατατάσσονται στα σχήματα αυτά, ούτε εξηγούνται από αυτά: «Ανατολή-Δύση, Ευρώπη-Ασία, Ανατολικοί-Δυτικοί».

Πῶς βίωνε τὴ Μεγάλη Ἐβδομάδα ὁ Παπαδιαμάντης

Τήν κατανυκτικότητα τῆς Μεγάλης Ἐβδομάδας, ὅπου καὶ ἠ ἀνοιξιάτικη φύση μοιάζει νὰ συνάδει, πῶς νὰ τη βάλει κανεῖς σὲ λόγια; Ἂς ἀνατρέξουμε στὸν εὐλαβέστατο Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

«Τὴ Μεγάλη βδομάδα τὸν χάναμε»

Γιος ἱερέα εἶχε ἄριστη γνώση τῶν Λειτουργιῶν, τῶν ὕμνων καὶ τῶν τροπαρίων, ὄχι μόνο ὥς περιεχόμενο. Ἀκόμα καὶ για τὸ μέλος ἔχει καταγράψει ἐνδελεχεῖς κρίσεις, ποὺ δείχνουν βαθιὰ γνώση μαζὶ μὲ εὐλάβεια.

Ἀλλωστε ἦταν δεξιὸς ψάλτης στὸν Ι. Ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου. Ζοῦσε λιτό, μοναχικὸ καὶ ἀσκητικὸ βίο. Τὸν ὀνόμαζαν κοσμοκαλόγερο. Πράγματι στὰ 21 τοῦ πῆγε στὸ Ἁγιον Ὀρος καὶ παρέμεινε ὀκτῶ μῆνες ὥς δόκιμος μοναχός.

Ταπεινὸς καθὼς ἦταν δὲν θεωροῦσε τὸν ἐαυτὸ του ἄξιο νὰ φέρει τὸ «ἀγγελικὸ σχήμα». Ἐπέστρεψε στὴν Ἀθήνα καὶ ξεκίνησε σπουδὲς στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, τὶς ὁποῖες ὄμως ποτὲ δὲν ὁλοκλήρωσε. Ἀφοσιώθηκε στὴ συγγραφή.

«Τὴ Μεγάλη βδομάδα τὸν χάναμε. Ἐκτελοῦσε στὴν ἐντέλεια ὅλα τὰ χριστιανικὰ του χρέη σάν πειθαρχημένος καλογηρος», γράφει ὁ Κώστας Βάρναλης σὲ χρονογράφημά του μὲ τίτλο «Τὸ Πάσχα τοῦ Παπαδιαμάντη», δημοσιευμένο κάποιο Πάσχα τῆς Κατοχὴς στὴν ἐφημερίδα «Πρωία».

«Μετὰ τοῦ Θεοὺ συναδελφούμενοι»

Πῶς τὴ βίωνε;

Ῥεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου

Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων, ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτήν, πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των, εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον -ἐκεῖ ἀνάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρώγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρη, καὶ τινας λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμποῦκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμόν, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.

Ὁ ναΐσκος ἦτο ἰδιόκτητος· πρᾶγμα σπάνιον εἰς τὸν τόπον, λείψανον παλαιοῦ θεσμοῦ· ἦτον κτῆμα αὐτοῦ τοῦ γέροντος Φραγκούλα. Ὁ ἀξιότιμος πρεσβύτης, φέρων ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα προεστοῦ, ὡραῖον φέσι τοῦ Τουνεζίου, ἐπανωβράκι τσόχινον, μὲ ζώνην πλατεῖαν κεντητήν, μακρὰν τσιμπούκαν μὲ ἠλέκτρινον μαμόν, καὶ κρατῶν μὲ τὴν ἀριστερὰν ἠλέκτρινον μακρὸν κομβολόγιον, δὲν ἦτο καὶ πολὺ γέρων, ὡς πενήντα πέντε χρόνων ἄνθρωπος. Κατήγετο ἀπὸ τὴν ἀρχαιοτέραν καὶ πλέον γνησίως αὐτόχθονα οἰκογένειαν τοῦ τόπου. Ἦτον ἐκ νεαρᾶς ἡλικίας εὐσταλής, ὑψηλός, λεπτὸς τὴν μέσην, μελαγχροινός, μὲ ἁδροὺς χαρακτῆρας τοῦ προσώπου, δασείας ὀφρύς, ὀφθαλμοὺς μεγάλους, ὀγκώδη ρῖνα, χονδρὰ χείλη προέχοντα. Ἠγάπα πολὺ τὰ μουσικὰ τά τε ἐκκλησιαστικὰ καὶ τὰ ἐξωτερικά, ὑπῆρξε δὲ μὲ τὴν χονδρήν, ἀλλὰ παθητικὴν φωνήν του, ψάλτης καὶ τραγουδιστὴς εἰς τὸν καιρόν του μέχρι γήρατος.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης απέναντι στον Απόστολο Μακράκη



Εφέτος (2001) συμπληρώνονται 150 χρόνια από τήν γέννηση τού Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (4.3.1851) καί 90 έτη από τήν κοίμησή του (1911). Οι επέτειοι χρησιμεύουν στήν ανάμνηση όχι μόνο τού παρελθόντος αλλά καί τού μέλλοντος όλων μας, αφού τά ερωτήματα παραμένουν, μολονότι οι απαντήσεις αλλάζουν.

Ο Σκιαθίτης διηγηματογράφος ενσαρκώνει μιά στάση ζωής πού συνεχίζει νά είναι επίκαιρη καί ζωτική. Τήν σημασία τής προσφοράς του μπορούμε νά τήν αντιληφθούμε καλύτερα, αν τόν συγκρίνουμε μέ έναν άλλο ρηξικέλευθο χριστιανό διανοούμενο τής εποχής του, τόν Σίφνιο λόγιο Απόστολο Μακράκη (1831-1905), πού αντιπροσωπεύει μιάν εντελώς αλλιώτικη αντίληψη γιά τήν εκκλησία καί τόν νεοελληνισμό. Ανάμεσα στόν Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη καί στόν Απόστολο Μακράκη υφίστανται πάρα πολλές διαφορές.

Μιά πρώτη διαφοροποίηση μεταξύ Παπαδιαμάντη καί Μακράκη πού μέ έμφαση επισημαίνεται από τό Σκιαθίτη μας είναι η απόσταση πού χωρίζει τό μακρακισμό από τό φιλοκαλικό κίνημα αναγέννησης τής Ορθοδοξίας στό 18ο-19ο αι. γνωστό μέ τή μειωτική επωνυμία "Κολλυβάδες", πού αναφάνηκε στό Άγιον Όρος μέ ηγήτορα τόν άγιο Νικόδημο τόν Αγιορείτη καί συνίστατο στήν αναβίωση τής ορθόδοξης πατερικής παράδοσης μέ επίκεντρο τή μελέτη τής "Φιλοκαλίας" καί ορατό αναγνωριστικό σημείο τή συχνή συμμετοχή τών πιστών στό μυστήριο τής θείας ευχαριστίας.

Οι αντίπαλοι τής φιλοκαλικής αγιορετικής κίνησης κατασυκοφάντησαν τούς πρωτεργάτες αυτής τής πρωτοβουλίας κάνοντας κατάχρηση τής συνήθειας νά τηρείται πιστά η λατρευτική παράδοση τής Ορθοδοξίας καί νά μή τελούνται μνημόσυνα τήν Κυριακή, ημέρα ανάστασης, παρά μόνο τό Σάββατο, ημέρα μνήμης τών νεκρών καί προσφοράς κολλύβων στό ναό. Έτσι επινοήθηκε τό περιπαικτικό παρωνύμιο "Κολλυβάδες" από τή δήθεν νομιζόμενη τυπολατρική προσκόλληση στά "κόλλυβα", ενώ στήν πραγματικότητα πρόκειτο γιά ρωμαλέο εκκλησιαστικό κίνημα ανακαίνισης μέ βάση τή "Φιλοκαλία" τών νηπτικών πατέρων τής μυστικής θεολογίας τής Ορθοδοξίας. Κατάλοιπα τών καταδιωγμένων "Κολλυβάδων" βρήκαν καταφύγιο στή Σκιάθο, πού κατά μία εύστοχη παρατήρηση τού Τάκη Παπατσώνη1 είναι η σκιά τού Άθωνα (Σκιάθος: Σκιά τού Άθως: Σκι-Άθως).

Έτσι ο Παπαδιαμάντης τρέφεται από τήν ορθόδοξη παράδοση στή φιλοκαλική της εκδοχή μέ τήν οποία κρίνει, συγκρίνει καί κατακρίνει τό μακρακισμό. Απέναντι στόν δυτικό, προτεσταντικό καί ευσεβιστικό Μακράκη2 ορθώνεται ο ανατολικός, ορθόδοξος καί φιλοκαλικός Παπαδιαμάντης. Ιδιαιτέρως αποκαλυπτικός είναι ο κοσμοκαλόγερός μας στή νεκρολογία τού συντοπίτη τού ιερομονάχου πατρός Διονυσίου τόν οποίο διαφοροποιεί από τόν μακρακισμό πού τόν τοποθετεί στόν ησυχασμό τών φιλοκαλικών τής Ορθοδοξίας. Μάλιστα υπογραμμίζει ο άγιός μας γιά τούς Κολλυβάδες ότι "τό σκωπτικόν επίθετον αναξίως εδόθη αυτοίς υπό φθονερών τού μοναστικού βίου απτήνων"3 καί σημειώνει επιπροσθέτως ότι "εκ τών Κολλυβάδων ήσαν εκ τών παλαιών λογίων πατέρων ο Κορίνθου Μακάριος, ο Νοταράς, άγιος τιμώμενος, Αθανάσιος ο Πάριος καί Νικόδημος ο πολυγραφώτατος, ο Κύριλλος, ο Ηλίας, ο Αρσένιος καί άλλοι ενάρετοι πατέρες"4.

Τὸ χριστόψωμο




Παπαδιαμάντης Ἀλέξανδρος

Μεταξὺ τῶν πολλῶν δημωδῶν τύπων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχωσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν οἱ μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπῆ κατέχει θέσιν ἡ κακὴ πενθερά, ὡς καὶ ἡ κακὴ μητρυιά. Περὶ μητρυιᾶς ἄλλωστε θὰ ἀποπειραθῶ νὰ διαλάβω τινά, πρὸς ἐποικοδόμησιν τῶν ἀναγνωστῶν μου. Περὶ μιᾶς κακῆς πενθερᾶς σήμερον ὁ λόγος.

Εἰς τί ἔπταιεν ἡ ἀτυχὴς νέα Διαλεχτή, οὕτως ὠνομάζετο, θυγάτηρ τοῦ Κασσανδρέως μπάρμπα Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν εἰς μίαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου; Εἰς τί ἔπταιεν ἂν ἦτο στείρα καὶ ἄτεκνος; Εἶχε νυμφευθῆ πρὸ ἑπταετίας, ἔκτοτε δὶς μετέβη εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ, πεντάκις τῆς ἔδωκαν νὰ πίη διάφορα τελεσιουργὰ βότανα, εἰς μάτην, ἡ γῆ ἔμενεν ἄγονος. Δυὸ ἢ τρεῖς γύφτισσαι τῆς ἔδωκαν νὰ φορέση περίαπτα θαυματουργὰ περὶ τὰς μασχάλας, εἰπούσαι αὐτῇ, ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ μόνον μέσον, ὅπως γεννήσῃ, καὶ μάλιστα υἱόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπῶν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. Τὰ πάντα μάταια.

Ἐπὶ τέλους μὲ τὴν ἀπελπισίαν ᾖλθε καὶ ἡ ἀνάπαυσις τῆς συνειδήσεως, καὶ δὲν ἐνόμιζεν ἐαυτὴν ἔνοχον. Τὸ αὐτὸ ὅμως δὲν ἐφρόνει καὶ ἡ γραῖα Καντάκαινα, ἡ πενθερά της, ἥτις ἐπέρριπτεν εἰς τὴν νύμφην αὐτῆς τὸ σφάλμα τῆς μὴ ἀποκτήσεως ἐγγόνου διὰ τὸ γῆρας της.

Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ σύζυγος τῆς Διαλεχτῆς ἦτο τὸ μόνον τέκνον τῆς γραίας ταύτης, καὶ οὖτος δὲ συνεμερίζετο τὴν πρόληψιν τῆς μητρός του ἐναντίον τῆς συμβίας αὐτοῦ. Ἂν δὲν τῷ ἐγέννᾳ ἡ σύζυγός του, ἡ γενεὰ ἐχάνετο. Περίεργον, δέ, ὅτι πᾶς Ἕλλην τῆς ἐποχῆς μας ἱερώτατον θεωρεῖ χρέος καὶ ὑπερτάτην ἀνάγκην τὴν διαιώνισιν τοῦ γένους του.

Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν, καὶ ἦτο τολμηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει, τοῦ ἔβαζε μαναφούκια, καὶ οὕτω τὸν προέπεμπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔλεγε τὰ ἐλαττώματά της, ἀλλὰ τὰ αὐγάτιζε, δὲν ἦτο μόνο «μαρμάρα», τουτέστι στείρα ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾿ ἦτο ἄπαστρη, ἀπασσάλωτη, ξετσίπωτη κλπ. Ὅλα τὰ εἶχεν, «ἡ ποίσα, ἡ δείξα, ἡ ἄκληρη».

κύρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης_ Η γλυκοφιλούσα-εξοχική λαμπρή-ρεμβασμός του δεκαπενταυγούστου

           

Η ωραία εικών, με το ωχρόν πρόσωπον της Παναγίας, ενούμενον κατά παρειάν με το λευκόν και ένθεον πρόσωπον του λατρευτού Βρέφους της, είχεν άφατον γλυκύτητα και ήτο καλλίστη έκφρασις της μητρικής στοργής, της γεννωμένης, ως εκ πικράς ρίζης γλυκέος καρπού, ευθύς με τας ωδίνας του τοκετού, και συναυξανομένης με της ανατροφής τους κόπους και τας μερίμνας. Και ο φιλακόλουθος πιστός δεν θα υστερεί της αμοιβής διά την ευσεβή προσήλωσιν.
Κάλλιο μια μέρα στη δική σ’ αυλή, παρά χιλιάδες∙ στον ίσκιο ας είμαι του ναού σαν παραπεταμένος καλύτερα, παρά να ζω σ’ αμαρτωλών λημέρια.

Ὁ Παπαδιαμάντης καὶ οἱ γραικύλοι

                                                                                 

Ὁ Παπαδιαμάντης καὶ οἱ γραικύλοι – ἡ ἄρνηση τῆς ταυτότητας

«τούτ’ ἡ χώρα ποὺ ἀνεμίζει τοὺς ἀμέτρητους γραικύλους», Νίκος Καρούζος

Δημητρακόπουλος Φώτιος, Καθηγ. Βυζαντινῆς Φιλολογίας Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν 

Ὁ τελευταῖος γραικυλισμὸς ὡς νόσημα τῆς ἑλληνικῆς διανόησης ἀπορρέει ἀπὸ ἕνα παλαιὸ σύμπτωμα μειονεξίας ἀπέναντι στὴ Δύση, συνοδευόμενο μὲ αἴσθημα προκατάληψης κατὰ τοῦ Βυζαντίου, ἕνεκα παντελοῦς ἀγνοίας τῆς ἑλληνορθόδοξης θέασης τοῦ κόσμου. Τὸ νόσημα παρουσιάζει συγκεκριμένα παθολογικὰ φαινόμενα, ποὺ τὰ ἀποτυπώνει ὁλοκάθαρα ὁ Παπαδιαμάντης στὸ ἀτελὲς μυθιστόρημά του «Τὸ λάβαρον», καὶ προσβάλλει κυρίως τοὺς νεοέλληνες λογίους, διανοουμένους καὶ πολιτικούς. Ὡς ἰδεολογικὸ σύνδρομο ἐμφανίζεται γενικῶς ὡς κρίση ταυτότητας, ὡς ἀπόρριψη τῶν ἡμετέρων καὶ θαυμασμὸς τῶν ἀλλοτρίων, ἤγουν ὡς πλέγμα ἐθνικοῦ αἰσθήματος κατωτερότητας. Ὁ γραικυλισμὸς ἐμφανίζεται καὶ ὡς ὀξεῖα μορφὴ τῆς χρονίου νόσου τοῦ μιμητισμοῦ καὶ τῆς ξενομανίας, ἀκυρώνει τὸν πατριωτισμό, παραλύει τὸ ἐθνικὸ φρόνημα, καταργεῖ κάθε ἐθνικὴ θεωρία, συχνὰ ὁδηγεῖ τὰ θύματά του νὰ μεταβληθοῦν σὲ ἄτυπους ἐξωμότες. Ἐν ἄλλοις λόγοις βρίσκεται στὸν ἀντίποδα τοῦ σωβινισμοῦ.

Στὸ παπαδιαμαντικὸ κείμενο, πέρα ἀπὸ τὴν ἀπερίφραστη, γνωστὴ ρήση ποὺ περιέχεται στὸ προοίμιο τοῦ διηγήματος «Λαμπριάτικος ψάλτης» γιὰ τοὺς «γραικύλους τῆς σήμερον», εἶναι διάσπαρτες οἱ ἀντιδυτικές του ἀπόψεις, ὅπως θὰ δοῦμε, ὅμως, μόνον στὸ Κεφάλαιον Η΄ τοῦ «Λαβάρου» ἔχουμε μία ὁλοκληρωμένη περιγραφὴ ἑνὸς γραικύλου.

Ὁ ἄνθρωπος κατὰ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Ντοστογιέφσκυ.

                                

[Τὸ παρὸν κείμενο αποτελεί ένα απάνθισμα της ομιλίας του μακαριστού Μητροπολίτου πρώην Ερζεγοβίνης (της Σερβίας) Αθανασίου (Γέφτιτς), μὲ θέμα: «Παπαδιαμάντης – Ντοστογιέφκσυ», εις τὴν Αθήνα τὴν 26η Μαΐου του 2001]


                         

Μόλις εἶχε τελειώσει ὁ Α´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ εἶχε καταρρεύσει ἡ Γερμανία, ἐνῷ οἱ Μπολσεβίκοι στὴν Ρωσσία εἶχαν νικήσει, ὁ γερμανὸς (λογοτέχνης) Χέρμαν Ἔσσε ἔγραφε, σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα κείμενά του (1919), γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκυ περίπου τὰ ἑξῆς: «Αὐτὸς εἶναι ἐπικίνδυνος γιὰ τὴν Δύσι. Οἱ ἥρωές του, οἱ Καραμαζώφ, εἶναι ἀνατολικοὶ τύποι, πολὺ ἐπικίνδυνοι, σκοτεινοί, μὲ ἀσιατικὸ βάθος καὶ ἀποτελοῦν ἄμεσο κίνδυνο γιὰ τὸν δυτικὸ ἄνθρωπο». Αὐτὴ ἡ πόλωση, «Ἀνατολικοὶ – Δυτικοί», ποὺ ἔβλεπε τότε ὁ Ἔσσε, τὴν ἔχουν λίγο-πολὺ καὶ σήμερα οἱ περισσότεροι, ποὺ γράφουν γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους λαούς…

Εἶναι, ὅμως, τραγικὴ εἰρωνεία τῆς ἱστορίας ὅτι ὁ Χ. Ἔσσε, ἀφοῦ πέρασε καὶ ὁ Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ πάλι οἱ Γερμανοὶ ἠττήθησαν στὰ Βαλκάνια, ἔγινε βουδδιστής, δηλαδὴ ἄκρως Ἀνατολικός. Καὶ διερωτᾶται κανείς, μήπως οἱ λεγόμενοι Δυτικοὶ εἶναι πιὸ κοντὰ στοὺς ἄπω Ἀνατολίτες, παρὰ σὲ μᾶς ἐδῶ τοὺς κοντινοὺς Βαλκάνιους. Ὅμως, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνο ποὺ δὲν εἴμαστε Δυτικοί, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ Ἀνατολικοί του Ἔσσε· δὲν εἴμαστε Εὐρωπαῖοι τοῦ Ἔσσε, ἀλλ᾿ ἀκόμη λιγότερο Ἀσιάτες του.

Οἱ ἥρωες τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη δὲν κατατάσσονται στὰ σχήματα αὐτά, οὔτε ἐξηγοῦνται ἀπὸ αὐτά: «Ἀνατολὴ-Δύσι, Εὐρώπη-Ἀσία, Ἀνατολικοί-Δυτικοί». Ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ πατρίδα τους, ἀλλὰ καὶ ἡ δική μας, εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Μεσογειακὴ λεκάνη μὲ τὰ περίχωρά της, ὅπου περιλαμβάνονται ἡ χερσόνησος τοῦ Αἴμου, τὰ Βαλκάνια (ἀλλὰ καὶ ἡ Ρωσσία), ἡ Μ. Ἀσία, ἡ Παλαιστίνη, ἡ Μεσοποταμία, ἡ Αἴγυπτος, ἡ Β. Ἀφρικὴ καὶ ἡ Ν. Ἰταλία, δηλαδὴ ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ περιοχὴ τοῦ Βυζαντίου, ὅπου γεννήθηκε ὁ Χριστιανισμός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικὸς πολιτισμός, καὶ ὅπου γεννήθηκε καὶ ἀναπτύχθηκε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μὲ τὴν παράδοσί της τὴν ζωντανή.

Οι δυτικοί έχουσι τα Χριστούγεννα. Ημείς έχομεν την Ανάστασιν. Αυτή είναι η βασίλισσα των εορτὠν.

 


 «Αναστάσεως ημέρα και λαμπρυνθώμενΠάσχα το τερπνόν, Πάσχα Κυρίου, Πάσχα. Πάσχα πανσεβάσμιον ημίν ανέτειλε. Πάσχα, εν χαρά αλλήλους περιπτυξώμεθα…Ω Πάσχα, λύτρον λύπης. Πάσχα άμωμον, Πάσχα μέγα, Πάσχα το πύλας ημίν του παραδείσου ανοίξαν. Πάσχα πάντας αγιάζον πιστούς…»

Δια τοιούτων στιχηρών, εξ ων αναπέμπεται ευφροσύνη και αγαλλίασις ανεκλάλητος, η Εκκλησία υμνεί και πανηγυρίζει την Ανάστασιν του Σωτήρος. Η λέξις Πάσχα επενεργεί μαγικώτατα επί των οσίων υμνογράφων και λησμονούσιν επί βραχύ το αυστηρόν και μελαγχολικόν κάλλος, όπερ χαρακτηρίζει τας εμπνεύσεις των προ της απαλής και Λυδικής, ως ειπείν, αρμονίας, ήτις αυτόματος διαχέεται από των ιερών αυτών φορμίγγων επί τω τρισμεγίστω αγγέλματι.

Ἡ δίψα τοῦ Δαυΐδ

 Μπορεί να είναι ασπρόμαυρη εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα και γένι

κυρ Παπαδιαμάντης

[Σχόλιον εἰς τὴν Π. Δ.]

Ἐκεῖνος ὅστις ὡμίλει οἰκείως πρὸς τὸν Θεὸν κ᾿ ἔλεγεν: «Ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου, ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου…», ἐκεῖνος ὅστις εἶπεν: «Ἐδίψησεν ἡ ψυχή μου πρὸς τὸν Θεόν, τὸν ἰσχυρόν, τὸν ζῶντα…», πολλὰ καὶ διάφορα εἴδη δίψης ἐδοκίμασεν, ὡς εἰκός, εἰς τὴν ζωήν του τὴν πολυκύμαντον· καὶ ὄχι ὀλιγώτερον διαφέρουσα εἶναι ἐκείνη ἡ δίψα, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθη ποτὲ ἐν καιρῷ πολέμου, ἐνῷ ὁ ἐχθρὸς κατεῖχεν ὅλην τὴν περίχωρον τῆς Βηθλεέμ, καὶ ἠπείλει τὰ Ἱεροσόλυμα.

Ὁ πλήρης ἀντιθέσεων χαρακτήρ, ὁ Βασιλεὺς ὁ θεόπνευστος, τοῦ ὁποίου ἡ «ἰδιοτροπία» ἡ τόσον συμπαθὴς ἐφάνη εἰς τὴν τραγικὴν ἐκείνην περιπέτειαν τοῦ βίου του, καθ᾿ ὃν χρόνον ἐν ἄκρᾳ ἀσιτίᾳ προσηύχετο νυχθημερόν, παρακαλῶν νὰ τοῦ χαρίσῃ ὁ Θεὸς τὴν ζωὴν τοῦ βρέφους, τοῦ ἐκ τῆς Βηρσαβεέ, ἐζήτησε δὲ παραδόξως νὰ τοῦ δώσωσι νὰ φάγῃ, εὐθὺς ὡς ἐνόησεν ἀπὸ τοὺς ψιθυρισμοὺς τῶν ὑπηρετῶν, ὅτι τὸ παιδίον εἶχεν ἀποθάνει, εἶχε δείξει καὶ ἄλλας «ἰδιοτροπίας» εἰς τὴν ζωήν του.

Μιᾷ τῶν ἡμερῶν, εἰς τὴν λιτανείαν τῆς Κιβωτοῦ τοῦ Κυρίου, ἐν μέσῳ ἀπείρου πλήθους ὑπηκόων του, ὁ ἔνθεος ψάλτης εὐηρεστήθη νὰ δείξῃ πῶς λησμονεῖ ὅτι εἶναι βασιλεύς, καὶ ἤρχισεν αἴφνης νὰ χορεύῃ καθ᾿ ὁδόν, κρούων τὴν κινύραν· εἰς δὲ τοὺς ὀνειδισμοὺς καὶ τὰς ἐπιπλήξεις τῆς πρώτης γυναικός του, τῆς θυγατρὸς τοῦ Σαούλ, μὲ ἄκραν ἁπλότητα ἀπήντησε: «Καὶ παίξομαι καὶ ὀρχήσομαι ἐνώπιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ μου…». Εἰς ὅλην τὴν νεότητά του εἶχε καταδιωχθῆ ἀμειλίκτως ἀπὸ τὸ Σαούλ, τὸν πενθερόν του. Αὐτὸς τοῦ εἶχε χαρίσει δὶς τὴν ζωήν, ὅταν ἔπεσεν εἰς χεῖράς του, ἐκεῖνος, κατόπιν λυκοφιλίας καὶ συνδιαλλαγῆς, παρεσπόνδει κ᾿ ἐζήτει ἐπιμόνως τὸν θάνατόν του.

Μιὰ ὀρθόδοξη θεώρησι τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη καὶ τὸν Θεόδωρο Ντοστογιέφσκυ



Μόλις εχε τελειώσει Α Παγκόσμιος Πόλεμος κα εχε καταρρεύσει Γερμανία, ν ο Μπολσεβίκοι στν Ρωσσία εχαν νικήσει, γερμανς (λογοτέχνης) Χέρμαν σσε γραφε, σ᾿ να π τ πρτα κείμενά του (1919), γι τν Ντοστογιέφσκυ περίπου τ ξς: «Ατς εναι πικίνδυνος γι τν Δύσι. Ο ρωές του, ο Καραμαζώφ, εναι νατολικο τύποι, πολ πικίνδυνοι, σκοτεινοί, μ σιατικ βάθος κα ποτελον μεσο κίνδυνο γι τν δυτικ νθρωπο». Ατ πόλωση, «νατολικο Δυτικοί», πο βλεπε τότε σσε, τν χουν λίγο-πολ κα σήμερα ο περισσότεροι, πο γράφουν γι μς τος ρθοδόξους λαούς…

Εναι, μως, τραγικ ερωνεία τς στορίας τι Χ. σσε, φο πέρασε κα Β Παγκόσμιος Πόλεμος κα πάλι ο Γερμανο ττήθησαν στ Βαλκάνια, γινε βουδδιστής, δηλαδ κρως νατολικός. Κα διερωτται κανείς, μήπως ο λεγόμενοι Δυτικο εναι πι κοντ στος πω νατολίτες, παρ σ μς δ τος κοντινος Βαλκάνιους. μως, μες ο ρθόδοξοι, χι μόνο πο δν εμαστε Δυτικοί, λλ᾿ οτε κα νατολικοί του σσε· δν εμαστε Ερωπαοι το σσε, λλ᾿ κόμη λιγότερο σιάτες του.

Ο
ρωες το Ντοστογιέφσκυ κα το Παπαδιαμάντη δν κατατάσσονται στ σχήματα ατά, οτε ξηγονται π ατά: «νατολ-Δύσι, Ερώπη-σία, νατολικοί-Δυτικοί».  γεωγραφικ κα πνευματικ πατρίδα τους, λλ κα δική μας, εναι νατολικ Μεσογειακ λεκάνη μ τ περίχωρά της, που περιλαμβάνονται χερσόνησος το Αμου, τ Βαλκάνια (λλ κα Ρωσσία), Μ. σία, Παλαιστίνη, Μεσοποταμία, Αγυπτος, Β. φρικ κα Ν. ταλία, δηλαδ γεωγραφικ κα πνευματικ περιοχ το Βυζαντίου, που γεννήθηκε Χριστιανισμός, λλ κα ρχαος λληνικς πολιτισμός, κα που γεννήθηκε κα ναπτύχθηκε ρθόδοξος κκλησία μ τν παράδοσί της τν ζωντανή.