«Γιὰ νὰ μὴ μὲ ἐκτελέσουν, μοῦ ζήτησαν ν’ ἀπαρνηθῶ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἱεροσύνη. Δὲν δέχτηκα. Θὰ τὰ βγάλεις πέρα μόνη σου μὲ τὰ παιδιά;»
Ἡ πρεσβυτέρα τοῦ ἀπάντησε μ’ ἕνα ἄλλο σύντομο σημείωμα:
«Μὴν ἀπαρνηθεὶς οὔτε τὸν Θεὸ οὔτε την ἱεροσύνη. Ἐμένα θὰ μὲ βοηθήσει ὁ Κύριος.»
Ἑορτάζει στὶς 23 Φεβρουαρίου

Ὁ Ἱερομάρτυς Βαλεριανὸς γεννήθηκε τὸ 1897 στὸ χωριὸ Τελιάντοβιτς τῆς ἐπαρχίας Μίνσκ. Ἦταν γιὸς τοῦ ἱερέα τοῦ χωριοῦ π. Βασιλείου Νοβίτσκι.
Τὸ 1918 ἡ ἄθεη σοβιετικὴ ἐξουσία ἔκλεισε τὸ Ἐκκλησιαστικὸ Σεμινάριο τοῦ Μίνσκ, ὅπου φοιτοῦσε ὁ Βαλεριανός, κι ἔτσι ὁ νεαρὸς ἱεροσπουδαστὴς δὲν πρόλαβε νὰ ὁλοκληρώσει τὶς σπουδές του.
Τὸ 1921 μπῆκε στὴ Νομικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Λευκορωσίας, ἀλλὰ τὴν ἐγκατέλειψε δύο χρόνια ἀργότερα ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του. Ἀποφάσισε τότε νὰ ἀφιερωθεῖ στὴν ὑπηρεσία τοῦ Κυρίου καὶ νὰ γίνει ἱερέας. Πράγματι ἀφοῦ νυμφεύθηκε, χειροτονήθηκε καὶ διορίστηκε ἐφημέριος τοῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Τριάδος τοῦ Τελιάντοβιτς, στὴ θέση τοῦ πατέρα του.
Οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ βρῆκαν στὸ πρόσωπο τοῦ π. Βαλεριανοῦ ἕναν ποιμένα μὲ μεγάλη καλοσύνη, ἐνάρετη ζωὴ καὶ ἔνθεο ζῆλο. Ἦταν σαγηνευτικὸς ἱεροκήρυκας καὶ μὲ τὴ διδαχή του κατόρθωσε νὰ ἐπαναφέρει στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας πολλοὺς πλανεμένους ἀνθρώπους.
